Η διαδικασία ισορροπεί πάνω σε τεντωμένο σχοινί, με δεδομένο ότι οι ΗΠΑ σκληραίνουν τις απαιτήσεις τους όσον αφορά στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν
Οι αντιφατικές κινήσεις του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στην Τεχεράνη όπου, από την μια πλευρά, αφήνει να διαρρεύσει και δηλώνει δημόσια ότι επιδιώκει την συμφωνία και, από την άλλη, εκφράζει την προτίμησή του σε αλλαγή καθεστώτος, καταδεικνύουν την εύθραυστη κατάσταση που επικρατεί αλλά και ένα διπλωματικό κανάλι που θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να κλείσει.
Η συνέχεια των συνομιλιών ανάμεσα σε εκπροσώπους της Ουάσιγκτον και της Τεχεράνης, η οποία έλαβε χώρα την Τρίτη στη Γενεύη, επιβεβαίωσε την εικόνα που έχει διαμορφωθεί εξ αρχής: Η διαδικασία ισορροπεί πάνω σε τεντωμένο σχοινί, με δεδομένο ότι οι ΗΠΑ σκληραίνουν τις απαιτήσεις τους όσον αφορά στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, απαιτώντας μηδενικό εμπλουτισμό ουρανίου, σε σχέση με τον περιορισμένο, που αποτελούσε κατά το παρελθόν την αμερικανική διαπραγματευτική γραμμή.
Την ίδια στιγμή, παρά το γεγονός ότι ενδεχομένως να επιδίωξε την επιστροφή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, το Ιράν στέλνει μήνυμα πως είτε δεν περιμένει, είτε δεν φοβάται τις συνέπειες μιας αμερικανικής επίθεσης, εμφανίζοντας δημοσίως μαξιμαλιστικές αξιώσεις. Σε πρώτο χρόνο, κατάφερε να αφαιρέσει από την ατζέντα των διαπραγματεύσεων άλλα ζητήματα, όπως αυτό των βαλλιστικών πυραύλων και την χρηματοδότηση των proxy οργανώσεων, όπως οι Χούθι, ενώ πέτυχε την μεταφορά των πρώτων συνομιλιών από την Κωνσταντινούπολη στο Ομάν. Η διαφαινόμενη σιγουριά αυτή έρχεται την ώρα που ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επί του πρακτέου διαψεύσει ήδη δυο φορές τις εκτιμήσεις για αποφασιστικό χτύπημα στην Τεχεράνη, καθότι, την περίοδο των διαδηλώσεων, αρκέστηκε στην αποτροπή εκτέλεσης συγκεκριμένων κρατουμένων και την εξομάλυνση της κατάστασης, ενώ, την δεύτερη, συμφώνησε να δώσει μια τελευταία (;) ευκαιρία στην διπλωματία, κι ενώ το αεροπλανοφόρο Λίνκολν βρισκόταν ήδη σε θέση βολής.
Στην αντίπερα όχθη, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ο Τραμπ προειδοποιεί σε όλους τους τόνους την Τεχεράνη για το τι και πώς θα συμβεί εάν οι διαπραγματεύσεις ναυαγήσουν εκ νέου, ο ίδιος πιθανώς συνυπολογίζει πως μια ανοικτή σύγκρουση με το Ιράν – άσχετα με το πού θα οδηγούσε – σε πρώτη φάση θα αποσταθεροποιούσε την Μέση Ανατολή, θα επηρέαζε τις τιμές του πετρελαίου και θα είχε εσωτερικό πολιτικό κόστος, σε μια χρονιά ενδιάμεσων εκλογών. Σε πρώτο χρόνο, η διαπραγμάτευση του επιτρέπει να δείχνει ότι εξάντλησε όλα τα μέσα πριν από οποιαδήποτε κλιμάκωση.
Τόσο η Σαουδική Αραβία, αν και χώρα με ανταγωνιστικές σχέσεις με το Ιράν, όσο και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, που διατηρούν υπόγειες εμπορικές σχέσεις με την Τεχεράνη, φέρονται να πίεσαν τον Αμερικανό πρόεδρο να μην προχωρήσει, τουλάχιστον πριν εξαντλήσει και το τελευταίο περιθώριο συνεννόησης, σε μια σύγκρουση που θα “τίναζε στον αέρα” τον Κόλπο, ενώ το Κατάρ και το Ομάν επιλέγουν να συνεισφέρουν στην διατήρηση του τελευταίου διαύλου επικοινωνίας μεταξύ των δυο χωρών.
Από την άλλη πλευρά, το ερώτημα που παραμένει αναπάντητο είναι το πλέον ουσιώδες: Ποιος εμπιστεύεται την Τεχεράνη; Σίγουρα όχι ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου και το Ισράηλ, που εκφράζει σκεπτικισμό τόσο για την ειλικρίνεια των διαπραγματεύσεων, όσο και για την πρακτική τήρηση μιας ενδεχόμενης συμφωνίας, με έναν υφέρποντα εκνευρισμό για την επιμονή του Αμερικανού προέδρου να κάτσει στο ίδιο τραπέζι με ένα καθεστώς με το οποίο “δεν θα γίνει ποτέ φίλος”.
Το τελευταίο 24ωρο, η Wall Street Journal δημοσίευσε ρεπορτάζ που επικαλείται πληροφορίες από ανώνυμες πηγές Αμερικανών αξιωματούχων, βάσει των οποίων ο Τραμπ θα μπορούσε να σχεδιάσει επίθεση σε δυο φάσεις: Η πρώτη θα ήταν ένα σύντομο χτύπημα, τύπου Ιουνίου 2025, που θα έδινε μια τελευταία ευκαιρία στην Τεχεράνη να εκλογικεύσει την στάση της στο τραπέζι τον διαπραγματεύσεων. Η δεύτερη θα αφορούσε πλέον έναν ολοκληρωτικό πόλεμο, εβδομάδων ή ακόμη και μηνών, που θα αποτελούσε το σημείο χωρίς επιστροφή.
Ποια είναι η θέση του Αμερικανού προέδρου; Στην πραγματικότητα, με την περαιτέρω ενίσχυση της αμερικανικής δύναμης πέριξ του Ιράν, την διαρκώς κλιμακούμενη – έστω και διφορούμενη – ρητορική αλλά και την σκληρή στάση της Τεχεράνης, ενδεχόμενη υπαναχώρηση ή οπισθοχώρηση δίχως την επίτευξη συμβιβασμών από την άλλη πλευρά, θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως διστακτικότητα ή έμμεση ήττα. Και ο Ντόναλντ Τραμπ θα προτιμούσε να υποστεί άλλου είδους συνέπειες παρά να επιδείξει την εικόνα του αδύναμου.
Σε κάθε περίπτωση, έως και το τέλος του μήνα, αναμένεται, αφενός, η παράδοση των νέων προτάσεων από την Τεχεράνη και αφετέρου η επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στο Ισραήλ. Όλα αυτά, με την υποσημείωση πως οι ΗΠΑ θα αντιμετωπίσουν επιπλέον δυσαρέσκεια – ή ακόμη και οργή – σε ουδέτερο κομμάτι του μουσουλμανικού κόσμου, εάν ξεκινήσουν οποιαδήποτε σύρραξη πριν τις 19 Μαρτίου. Όσο, δηλαδή, διαρκεί το Ραμαζάνι.