weather widget icon
28.9 °C
ΚΥΡΙΑΚΗ
06.09.2026 7:44
Powered by:
Μέλος του ομίλου
Alpha Cyprus
alpha-letter
ΑΠΟ  ΜΑΡΙΟΣ ΡΟΥΣΣΟΣ

ΑΠΟ ΜΑΡΙΟΣ ΡΟΥΣΣΟΣ

Η κασέτα του κανείς δεν θα πάρει λιγότερα και σπάνιο κοινό μέτωπο που δημιουργείται

Στην πολιτική και οικονομική ζωή της Κύπρου, οι συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις παραδοσιακά συνοδεύονται από σκληρές διαπραγματεύσεις, όπου η εκάστοτε κυβέρνηση επιχειρεί να συμμαχήσει με τη μία πλευρά για να κάμψει τις αντιδράσεις της άλλης. Είτε θα έχει με το μέρος της τους εργοδότες επικαλούμενη τη δημοσιονομική πειθαρχία, είτε τις συντεχνίες τάζοντας κοινωνικές παροχές.

Αυτή τη φορά, ωστόσο, καταγράφεται ένα πρωτοφανές παράδοξο. Το προσχέδιο που έθεσε στο τραπέζι το Υπουργείο Εργασίας κατάφερε, ενδεχομένως, να ενώσει εργοδοτικές οργανώσεις και συνδικάτα σε ένα κοινό στρατόπεδο έντονου σκεπτικισμού και δυσπιστίας. Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση δείχνει εγκλωβισμένη σε ένα αυστηρό, προσχεδιασμένο αφήγημα, αποφεύγοντας να φωτίσει τα κρίσιμα κενά του σχεδιασμού.

Η «κασέτα»  

Η επικοινωνιακή τακτική της κυβέρνησης ακολουθεί πιστά ένα συγκεκριμένο μοτίβο. Από τη μία, ο Υπουργός Εργασίας ανακυκλώνει διαρκώς τα συνθήματα για «βιωσιμότητα 40 ετών» και το δόγμα «κανένας δεν θα πάρει λιγότερα».

Από την άλλη, το Προεδρικό επιστρατεύει εντυπωσιακούς αριθμούς —όπως ότι «4 στους 10 συνταξιούχους, δηλαδή 51.664 πολίτες, θα δουν αυξήσεις άνω των €100»— παρουσιάζοντας το σχέδιο ως τη φυσική, κοινωνική συνέχεια της φορολογικής μεταρρύθμισης.

Το πιο καίριο σημείο είναι ημεταφορά κόστους από το Κράτος στο Ταμείοκαικρύβεται στον μηχανισμό με το «μικρό τσεκ».

Όταν ένας χαμηλοσυνταξιούχος βλέπει τη βασική του σύνταξη να αυξάνεται κατά €250 αλλά το κρατικό επίδομα να συρρικνώνεται κατά €150, το τελικό του όφελος περιορίζεται στα €100. Απλά μαθηματικά με συν και πλην, δηλαδή μια εσωτερική λογιστική μετατόπιση.  

Το κράτος απαλλάσσει τον Κεντρικό Προϋπολογισμό από κοινωνικές δαπάνες και τις φορτώνει απευθείας στα αποθεματικά του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

Η «νάρκη» των εισφορών

Αυτό που μέχρι πρότινος ψιθυριζόταν ως παρασκηνιακός φόβος, αποτελεί πλέον επίσημη κυβερνητική παραδοχή. Ο ίδιος ο Υπουργός Εργασίας παραδέχθηκε ανοιχτά στο Εργατικό Συμβουλευτικό Σώμα ότι η αναλογιστική μελέτη στην πενταετία ενδέχεται να ανοίξει τον δρόμο για νέα αύξηση εισφορών (με συμμετοχή και των τριών μερών) εάν απαιτηθούν πρόσθετοι πόροι για τη διατήρηση των ωφελημάτων.

Αν τα νούμερα δεν βγουν, το βάρος θα πέσει ξανά στις πλάτες εργαζομένων και επιχειρήσεων, και μάλιστα επιπρόσθετα των ήδη νομοθετημένων αυξήσεων του 2029, του 2034 και του 2039, οι οποίες θα εκτοξεύσουν σταδιακά τις εισφορές από το 8,8% στο 10,3%.

Το οριζόντιο 12%

Ακόμη και στο καυτό ζήτημα της αναλογιστικής μείωσης για πρόωρη αφυπηρέτηση στο 63ο έτος, η κυβερνητική πρόταση συνοδεύεται από αρκετούς… αστερίσκους. Η πολυδιαφημισμένη μείωση του πέναλτι κατά 4,5 ποσοστιαίες μονάδες (από το 12% στο 7,5%) αφορά αποκλειστικά και μόνο τη βασική σύνταξη, αφήνοντας τη συμπληρωματική εντελώς ανέγγιχτη.

Πρόκειται για έναν πολιτικό συμβιβασμό που όχι μόνο ψαλιδίζει το πραγματικό όφελος στην τσέπη των επηρεαζόμενων, αλλά αποφεύγει και πάλι τον ουσιαστικό διαχωρισμό μεταξύ βαρέων/ χειρωνακτικών επαγγελμάτων και υπαλλήλων γραφείου, αφήνοντας ανεπίλυτο το αίτημα για πραγματική κοινωνική δικαιοσύνη.

Το σπάνιο μέτωπο

Ο προβληματισμός προς την κυβερνητική πρόταση, προκύπτει ότι δεν έχει μέχρι στιγμής  οικοδομήσει σταθερή συμμαχία, και όπως φαίνεται, έχει καταφέρει να συσπειρώσει τους κοινωνικούς εταίρους σε μια κοινή γραμμή άμυνας.

Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο είναι ότι εργοδότες (ΟΕΒ, ΚΕΒΕ) και συνδικάτα (ΠΕΟ, ΣΕΚ, ΔΕΟΚ) απαίτησαν από κοινού την παρουσία του Υπουργού Οικονομικών στο τραπέζι, ζητώντας να παρουσιαστεί επιτέλους η πλήρης οικονομική εικόνα και να αποσαφηνιστεί ποιο μέρος του κόστους θα επωμιστεί το κράτος και ποιο το ΤΚΑ.

Από τη μία πλευρά, η εργοδοτική πλευρά διαβλέπει έναν κίνδυνο που εκτείνεται πολύ πέρα από το άμεσο κόστος.

Αντιλαμβάνεται τη ρήτρα της πενταετίας ως ανοιχτή επιταγή για περαιτέρω διόγκωση του μη μισθολογικού κόστους, ενώ  παράλληλα, αντιδρά στην προοπτική καθολικής υποχρεωτικότητας για τα Ταμεία Προνοίας, αλλά και στην επιβολή εισφοράς 15% στα παθητικά εισοδήματα (ενοίκια, μερίσματα), την οποία αντιμετωπίζει ως κεκαλυμμένη φορολόγηση με ασφαλιστικό πρόσημο.

Από την άλλη πλευρά, το συνδικαλιστικό κίνημα νιώθει πως η μεταρρύθμιση προσφέρει ελάχιστα στους ανθρώπους που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη. Τα περίπου €100 καθαρής αύξησης σε βάθος πενταετίας (δηλαδή μόλις €20 τον χρόνο) κινδυνεύουν να εξανεμιστούν από τον πληθωρισμό και την ακρίβεια πριν καν ολοκληρωθεί η μεταβατική περίοδος.

Επιπλέον, οι συντεχνίες απορρίπτουν τη λογική του συμψηφισμού με το επίδομα χαμηλοσυνταξιούχου, αντιδρά στον περιορισμό του κουρέματος του 12% μόνο στη βασική σύνταξη και θέτει «κόκκινη γραμμή» απέναντι σε οποιοδήποτε σενάριο νέας αύξησης των ασφαλιστικών εισφορών.

Το ρίσκο

Η βιασύνη της Κυβέρνησης να καταθέσει το νομοσχέδιο στη Βουλή εντός Σεπτεμβρίου, προκειμένου να κλειδώσει την εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2027, την οδηγεί σε έναν επικίνδυνο ελιγμό. Να αποσυνδέσει τον Πρώτο Πυλώνα (ΤΚΑ) και να παραπέμψει τον Δεύτερο (Ταμεία Προνοίας) σε ορίζοντα τετραετίας.

Μια τέτοια κίνηση αφήνει τη μεταρρύθμιση «κουτσή». Φορτώνει όλο το βάρος της συνταξιοδοτικής επάρκειας σε ένα κρατικό ταμείο που καλείται ταυτόχρονα να απορροφήσει κοινωνικές πρόνοιες, να πληρώσει αυξήσεις, να επιδοτήσει εισφορές για ειδικές ομάδες και να χρηματοδοτήσει τη μείωση του πέναλτι στο 12%.

Με τυποποιημένες γενικότητες και να παρακάμπτονται ουσιαστικά ερωτήματα, δεν ενισχύεται η θέση της προσπάθειας. Αντιθέτως, πυροδοτεί την υποψία ότι τα μαθηματικά της μεταρρύθμισης είναι τόσο οριακά, ώστε η παραμικρή πίεση από τους κοινωνικούς εταίρους ή τα κοινοβουλευτικά κόμματα μπορεί να ανατρέψει ολόκληρο το οικοδόμημα πριν καν φτάσει στην Ολομέλεια.