Γιατί είναι πλέον αναγκαία η στενή εποπτεία της κεφαλαιακής επάρκειας των συστημικών τραπεζών
Το κυπριακό τραπεζικό σύστημα, τα τελευταία χρόνια, έχει αναδιαμορφωθεί. Οι εξαγορές τραπεζών διαδέχονται η μία την άλλη και η γιγάντωση συγκεκριμένων ιδρυμάτων είναι μονόδρομος. Το ζήτημα, ωστόσο, είναι πως εξασφαλίζεται ότι η τραπεζική αγορά δεν λειτουργεί εις βάρος νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Το φαινόμενο αυτό, σχολιάζει στον «Alpha της Κυριακής», o οικονομολόγος και ειδικός σε θέματα του δικαίου του ανταγωνισμού Παναγιώτης Αγησιλάου.
Τι σημαίνει εξαγορά μιας τράπεζας από άλλη
Με την εξαγορά της μίας τράπεζας από την άλλη, η αγορά, σύμφωνα με τον κ. Αγησιλάου γίνεται πιο συγκεντρωμένη. Μειώνεται δηλαδή ο αριθμός των τραπεζών και παράλληλα ενισχύονται τα μεγαλύτερα τραπεζικά ιδρύματα.
Αποτέλεσμα αυτού, όπως υποστηρίζει, είναι να δημιουργούνται δύο αντίρροπες επιδράσεις. Από τη μία, ο ανταγωνισμός μπορεί να αποδυναμωθεί, κάτι που συνεπάγεται με μείωση των διαθέσιμων επιλογών, οι τράπεζες αποκτούν αυξημένη διακριτική ευχέρεια στη διαμόρφωση των στρατηγικών τους, επηρεάζοντας τα επιτόκια, τις χρεώσεις και τους όρους χρηματοδότησης. Από την άλλη, ενδέχεται να προκύψουν οφέλη αποδοτικότητας. Μέσω της ενίσχυσης της κεφαλαιακής βάσης της αξιοποίησης συνεργειών και της επίτευξης οικονομιών κλίμακας, οι τράπεζες, όπως επισημαίνει, μπορούν να περιορίσουν το λειτουργικό κόστος και να βελτιώσουν την αποδοτικότητά τους.
Οι συνεχείς εξαγορές, ο ανταγωνισμός και ο κίνδυνος
Όπως ξεκαθαρίζει ο κ. Αγησιλάου, οι εξαγορές από μόνες τους δεν είναι προβληματικές από πλευράς ανταγωνισμού.
Ωστόσο, όπως διευκρινίζει, οι διαδοχικές εξαγορές σε μια αγορά που έχει ήδη ολιγοπωλιακή δομή δημιουργούν εύλογες ανησυχίες ως προς την επίδρασή τους στον ανταγωνισμό. Και αυτό διότι, ενδέχεται να οδηγήσουν στη διαμόρφωση συνθηκών οι οποίες είναι δύσκολα αναστρέψιμες, λόγω των σημαντικών εμποδίων εισόδου, ιδίως όσον αφορά τη δημιουργία ή την ουσιαστική είσοδο και δραστηριοποίηση νέων τραπεζικών ιδρυμάτων χωρίς προηγούμενη παρουσία στην κυπριακή αγορά (greenfield entry).
Παράλληλα, σημειώνει, ανακύπτει ένα ευρύτερο δομικό ζήτημα: οι τράπεζες καθίστανται τόσο μεγάλες, ώστε να θεωρούνται «too big to fail». Τυχόν προβλήματα σε αυτές μπορούν να διαχυθούν στο σύνολο του οικονομικού συστήματος, λόγω της συστημικής τους σημασίας και των στενών διασυνδέσεων με την πραγματική οικονομία. Υπό τις συνθήκες αυτές, αφενός δεν είναι ρεαλιστική η δυνατότητα να αφεθούν να καταρρεύσουν, αφετέρου η πλήρης διάσωσή τους ενδέχεται να υπερβαίνει τις δυνατότητες του κράτους, με αποτέλεσμα την ενίσχυση του συστημικού κινδύνου
Ο έλεγχος του ανταγωνισμού και οι αρχές
Λόγω των ιδιαιτεροτήτων της τραπεζικής αγοράς και της συστημικής σημασίας ο έλεγχος για τη λειτουργία της αγοράς γίνεται τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού, όπως εξηγεί ο κ. Αγησιλάου, εξετάζει κατά πόσον η εξαγορά είναι δυνατόν να οδηγήσει σε σημαντική παρακώλυση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού. Από την άλλη, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, στο πλαίσιο του εποπτικού της ρόλου, και σε συνεργασία με την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, αξιολογεί κατά πόσον η εξαγορά οδηγεί σε ένα κεφαλαιακά επαρκές, ασφαλές και ανθεκτικό τραπεζικό σχήμα, χωρίς να δημιουργεί κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα
Το ολιγοπώλιο των τραπεζών στην Κύπρο
Η τραπεζική αγορά της Κύπρου χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό συγκέντρωσης. Όπως σκιαγραφεί, ο κ. Αγησιλάου, μετά την κατάρρευση της Λαϊκής Τράπεζας και του Συνεργατισμού, καθώς και τις διαδοχικές αναδιαρθρώσεις που ακολούθησαν, η αγορά έχει συγκλίνει σε ένα στενό ολιγοπώλιο, με έναν πολύ μικρό αριθμό μεγάλων τραπεζών να κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητας του τομέα. Οι πρόσφατες εξαγορές, εξηγεί, της Ελληνικής Τράπεζας από την Eurobank και της AstroBank από την Alpha Bank ενισχύουν περαιτέρω αυτή την τάση συγκέντρωσης.
Ξεκαθαρίζει, πως τυπικά, υπάρχει ανταγωνισμός. Στην πράξη όμως, οι ανταγωνιστικές πιέσεις είναι εξασθενημένες. Αυτό αποτυπώνεται και στα αποτελέσματα: τα επιτόκια δανεισμού παραμένουν αισθητά υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ τα καταθετικά επιτόκια συγκαταλέγονται στα χαμηλότερα. Η εικόνα αυτή είναι ενδεικτική μιας αγοράς όπου οι ανταγωνιστικές πιέσεις δεν λειτουργούν επαρκώς προς όφελος των καταναλωτών.
Παράλληλα, η δυνατότητα των πελατών να μεταφερθούν σε άλλη τράπεζα παραμένει περιορισμένη, αφενός λόγω περιορισμένων εναλλακτικών επιλογών και αφετέρου λόγω του κόστους μεταστροφής, είτε πραγματικού είτε υποκειμενικού.
Συνολικά, πρόκειται για μια αγορά με περιορισμένο ανταγωνισμό, ο οποίος δεν μεταφράζεται σε ουσιαστικά οφέλη για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Τα ευρήματα της έκθεσης της Κεντρικής Τράπεζας
Η πρόσφατη μελέτη της Κεντρικής Τράπεζας δείχνει ότι, παρά τη συγκέντρωση, δεν καταγράφεται υψηλή ισχύς αγοράς. Με τον κ. Αγησιλάου να διευκρινίζει πως η ερμηνεία τους απαιτεί προσοχή. Οι δείκτες μέτρησης ισχύος αγοράς, ανέφερε, που χρησιμοποιούνται στη μελέτη δεν αποτυπώνουν κατ’ ανάγκη την πραγματική ένταση του ανταγωνισμού στον τραπεζικό τομέα, καθώς επηρεάζονται από τη δομή χρηματοδότησης, την κερδοφορία και τις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας των τραπεζών. Ως αποτέλεσμα, τα επίπεδα επιτοκίων που παρατηρούνται ενδέχεται να αντανακλούν κυρίως τις συνθήκες ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος και όχι κατ’ ανάγκη τον βαθμό ανταγωνιστικής έντασης.
Η μικρή αγορά και ο φόβος για ολιγοπώλιο
Ο κίνδυνος να καταλήξουμε πάντως σε μια αγορά με πολύ λίγες τράπεζες, δεν είναι, πλέον μόνο στα χαρτιά.
Μετά την εξαγορά της Ελληνικής Τράπεζας από την Eurobank, εξηγεί ο κ. Αγησιλάου, η αγορά έχει ουσιαστικά συγκλίνει γύρω από δύο κυρίαρχες τράπεζες με ιδιαίτερα υψηλά μερίδια αγοράς, τα οποία αθροιστικά προσεγγίζουν το 90%. Παράλληλα, οι εξαγορές που ακολούθησαν — όπως η εξαγορά της AstroBank από την Alpha Bank και της CDB Bank από την Τράπεζα Κύπρου — καταδεικνύουν ότι οι μικρότερες, μη συστημικές τράπεζες θα απορροφηθούν σταδιακά.
Ως αποτέλεσμα των διαδοχικών εξαγορών, η αγορά έχει διαμορφωθεί σε ένα στενό ολιγοπώλιο, με τη δυναμική του ανταγωνισμού να καθορίζεται κυρίως από τα κίνητρα και τη βούληση των δύο κυρίαρχων τραπεζών να ανταγωνιστούν μεταξύ τους.
Ο αντίκτυπος για τα νοικοκυριά
Νοικοκυριά και επιχειρήσεις, λόγω της στενότητας του ανταγωνισμού, καθίστανται παθητικοί πελάτες, αφού μια τέτοια κατάσταση μειώνει τη δυνατότητα αναζήτησης καλύτερων όρων συναλλαγών.
Αυτό αντανακλάται, σύμφωνα με τον κ. Αγησιλάου, στα επιτοκιακά περιθώρια, τα οποία παραμένουν σημαντικά υψηλότερα σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ οι αποδόσεις στις καταθέσεις παραμένουν ιδιαίτερα χαμηλές. Παράλληλα, το επίπεδο των τραπεζικών προμηθειών και λοιπών χρεώσεων παραμένει αυξημένο, ενώ οι αποδόσεις επί των απασχολούμενων κεφαλαίων των τραπεζών διατηρούνται σε σχετικά υψηλά επίπεδα.
Ενώ, για τις επιχειρήσεις το ζήτημα είναι ακόμη πιο έντονο. Σε μια οικονομία όπου η χρηματοδότηση εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από τις τράπεζες, λόγω έλλειψης αξιόπιστων εναλλακτικών πηγών και εργαλείων, οι όροι και το κόστος δανεισμού επηρεάζουν άμεσα την ανταγωνιστικότητα και τη βιωσιμότητά τους.
Πώς βελτιώνεται η κατάσταση;
Όπως έχει διαμορφωθεί η δομή του τραπεζικού τομέα της Κύπρου, απαιτείται ενίσχυση των εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης και διευκόλυνση της αλλαγής τράπεζας από νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ώστε να ενεργοποιηθούν ανταγωνιστικές πιέσεις από την πλευρά της ζήτησης, όπως επισημαίνει. Παράλληλα, μπορούν, όπως αναφέρει ο κ. Αγησιλάου, να εξεταστούν κίνητρα για τη δραστηριοποίηση μιας μεγάλης διεθνούς τράπεζας στην κυπριακή αγορά, ενισχύοντας τον ανταγωνισμό και από την πλευρά της προσφοράς.
Την ίδια στιγμή, είναι αναγκαία η στενή εποπτεία της κεφαλαιακής επάρκειας των συστημικών τραπεζών, καθώς τυχόν αστοχίες σε μία από αυτές μπορούν να έχουν ευρύτερες επιπτώσεις στο σύνολο της οικονομίας. Περαιτέρω, απαιτείται στενή παρακολούθηση από την Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού για τον εντοπισμό τυχόν αντιανταγωνιστικών πρακτικών.
Συνεπώς, διευκρινίζει, το ζητούμενο είναι η ενίσχυση του ανταγωνισμού, με δεδομένη τη δομή της αγοράς, χωρίς να υπονομεύεται η χρηματοπιστωτική σταθερότητα.