Οι σύμμαχοι, η επικοινωνιακή διαχείριση και το ζήτημα της ασφάλειας
Η είδηση ότι η βρετανική βάση στο Ακρωτήρι κοντά στην Λεμεσό δέχτηκε επίθεση από drones του στρατού του Ιράν, τα μεσάνυχτα της περασμένης Κυριακής, επιβεβαίωσε αναμφίβολα την κρίσιμη γεωγραφικά θέση στην οποία βρίσκεται η Κύπρος. Την ίδια όμως στιγμή επανέφερε στο προσκήνιο το εξής ερώτημα: Γνωρίζοντας το πόσο εύθραυστη είναι η κατάσταση στην περιοχή και με δεδομένο ότι η χώρα έχει κάνει επιλογή στρατοπέδου, πόσο προετοιμασμένο ήταν τελικά το κράτος να εγγυηθεί μέσω σχεδιασμού την ασφάλεια των πολιτών του; Η κρίση έφερε στο προσκήνιο διαχρονικά και νέα προβλήματα στον τομέα της ασφάλειας των πολιτών, έλλειψη συντονισμού, επαγγελματισμού, ψυχραιμίας και επικοινωνιακά λάθη. Όμως την ίδια στιγμή επιβεβαίωσε ποιοι τελικά είναι οι σύμμαχοι της Κύπρου και σε ποιους τελικά μπορεί να στηρίζεται.
Η ξεκάθαρη στροφή
Με την εκλογή του στην Προεδρία και παρά τις αμφιβολίες πολλών για την στάση που θα τηρούσε στην εξωτερική πολιτική, ο Νίκος Χριστοδουλίδης πήρε μία ξεκάθαρη θέση για την δυτική κατεύθυνση της χώρας. Έστω κι αν σε αυτή την «ξεκάθαρη θέση» βοήθησε και η απομόνωση της Ρωσίας, ο ίδιος συνεργάστηκε πλήρως με τις ΗΠΑ όταν προέκυψε η λίστα κυρώσεων. Έκτισε μία στενή σχέση με την τότε πρέσβειρα Τζούλι Ντέιβις, την οποία αξιοποίησε ακόμη και σήμερα και η οποία Ντέιβις έπαιξε καίριο ρόλο για να δημιουργηθεί ένας δίαυλος επικοινωνίας με τις ΗΠΑ. Σε τέτοιο σημείο που να οδηγήσει τελικά στην πρόσκληση στον Λευκό Οίκο από τον Τζο Μπάιντεν προς τον Νίκο Χριστοδουλίδη λίγο πριν τις αμερικανικές εκλογές. Μία κίνηση που είχε μεγάλη σημασία για την κυβέρνηση, αν ληφθεί υπόψη πως ήταν η πρώτη συνάντηση Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας με Αμερικανό Πρόεδρο, μετά την διακυβέρνηση Γλαύκου Κληρίδη.
Αυτή η συνάντηση αξιοποιήθηκε πλήρως επικοινωνιακά από έναν Πρόεδρο ο οποίος είχε πρόβλημα τότε στο εσωτερικό. Μέσα σε αυτό το πανηγυρικό κλίμα λοιπόν, δεν αποφεύχθηκαν επικοινωνιακές υπερβολές και μία μάχη των εντυπώσεων. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι για παράδειγμα που είδαν σκωπτικά την ζέση του Προέδρου Χριστοδουλίδη να αποκαλύψει κρυφή συνάντηση στο Προεδρικό με στενό συνεργάτη του Τραμπ –χωρίς να τον κατονομάζει- λίγο πριν τις εκλογές για να διαβεβαιώσει ότι οι ισχυρές σχέσεις που κτίστηκαν θα συνεχιστούν και με την εκλογή Τραμπ. Ενώ ερωτήματα προκάλεσε και η χρονική συγκυρία της διαρροής του Προεδρικού για πρόθεση της κυβέρνησης να αιτηθεί αίτηση ένταξης στο ΝΑΤΟ μετά τη λύση του κυπριακού. Μία πρόθεση που προφανώς καλωσόρισαν οι ΗΠΑ χωρίς ωστόσο να σημαίνει –όπως λανθασμένα ερμηνεύτηκε- πως δεσμεύονται να βοηθήσουν την χώρα προς αυτή την κατεύθυνση.
Το απρόβλεπτο του Τραμπ
Ηγέρθηκαν αναπόφευκτα δύο ερωτήματα: Πόσο στέρεη μπορεί να είναι τελικά αυτή η σχέση και πόσο μπορεί η Λευκωσία να ποντάρει στον απρόβλεπτο Τραμπ που καταστρατηγεί το διεθνές δίκαιο και υποσκάπτει ανοικτά τον ΟΗΕ. Υπήρξαν προφανώς κάποιες στρατηγικές συμφωνίες, το «σαφάρι» του Προέδρου στις ΗΠΑ για επενδύσεις, υπήρξαν όμως και σημαντικά ζητήματα που έμειναν στον πάγο, όπως η πολύ σημαντική για την Κύπρο, απαλλαγή από βίζα (Visa Waiver). Η οποία ενώ παρουσιαζόταν πως θα ολοκληρωνόταν το 2025, ακόμα εκκρεμεί από πλευράς Ουάσινγκτον.
Όμως το πιο κρίσιμο ερώτημα ήταν πόσο μπορεί η Λευκωσία να κτίσει σε αυτή την σχέση. Το μπούλινγκ που έκανε για παράδειγμα στον Πρόεδρο της Ουκρανίας σε ζωντανή μετάδοση, οι δηλώσεις του για ανοικοδόμηση της Γάζας, η επίθεση στην Βενεζουέλα έστειλαν το μήνυμα πως ο Πρόεδρος των ΗΠΑ μπορεί να φερθεί με τον ίδιο τρόπο για ζητήματα που αφορούν την Κύπρο. Την ίδια στιγμή ενισχύθηκε η αίσθηση πως καταστρατηγεί το διεθνές δίκαιο και έφερε πολλές φορές σε δύσκολη θέση εξαιτίας αυτού την Λευκωσία. Όταν για παράδειγμα οι αποφάσεις του – τις οποίες δεν επέκρινε η κυβέρνηση- έρχονταν σε πλήρη αντίφαση με την εξωτερική πολιτική της Κύπρου που βασίστηκε στο διεθνές δίκαιο. Δύσκολη θεωρήθηκε και η απόφαση συμμετοχής στο περιβόητο Συμβούλιο Ειρήνης του Τραμπ -έστω και με καθεστώς παρατηρητή- καθώς αυτό αποτελούσε στην ουσία προπομπό της υπόσκαψης των Ηνωμένων Εθνών.
Ποντάροντας στο Ισραήλ
Η Κύπρος αρχικά επιχείρησε να κρατήσει πολιτική κάτω από το ραντάρ, ποντάροντας στην ισχυρή σχέση που είχε κτίσει με το Ισραήλ που αποτελεί τον μεγάλο σύμμαχο των ΗΠΑ. Θεώρησε πως αυτό μπορεί επηρεάσει θετικά την στάση που θα τηρήσει η Ουάσινγκτον με την Κύπρο, ασχέτως αν ο Αμερικανός Πρόεδρος μιλούσε πάντα με θαυμασμό για τον Τούρκο Πρόεδρο. Και εδώ ακριβώς ανοίγει το κεφάλαιο της σχέσης της Λευκωσίας με το Τελ Αβιβ. Μία σχέση που συζητήθηκε αρκετά το τελευταίο διάστημα για το ποιόν τελικά ωφελεί και σε ποιόν θα προκαλέσει μακροπρόθεσμα πρόβλημα.
Οι σχέσεις αυτές κτίστηκαν εδώ και χρόνια βεβαίως με την συνεργασία σε κρίσιμα ζητήματα ασφάλειας όμως ενισχύθηκαν κυρίως επί διακυβέρνησης Νίκου Χριστοδουλίδη. Σε αυτό το πλαίσιο η κυβέρνηση πήρε την απόφαση να στηρίξει πλήρως το Ισραήλ, όταν οι καταγγελίες για γενοκτονία στη Γάζα εντείνονταν. Μάλιστα ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης επισκέφθηκε τον Βενιαμίν Νετανιάχου σε μία δύσκολη χρονική συγκυρία για τον τελευταίο όταν ήταν πολιτικά απομονωμένος και είχε ήδη κατηγορηθεί από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για εγκλήματα πολέμου. Μία κίνηση που θεωρήθηκε πως θα εκτιμηθεί από το Ισραήλ και θα έχει ωφελήματα σε βάθος χρόνου.
Σε όλη αυτή την εύφλεκτη κατάσταση που επικρατούσε στην περιοχή, η κυβέρνηση επιχείρησε με διάφορους τρόπους να στείλει το μήνυμα στο εσωτερικό πως η Κύπρος αποτελεί τον σταθεροποιητικό παράγοντα στην περιοχή. Δεν αποφεύχθηκαν βεβαίως οι υπερβολές για τον ρόλο που μπορούσε να παίξει η Κύπρος. Όταν για παράδειγμα το προηγούμενο καλοκαίρι ο Πρόεδρος δημοσιοποιούσε έκκληση του Ιράν προς τον ίδιο για να μεταφέρει «ορισμένα μηνύματα» στο Ισραήλ καθώς θα μιλούσε την ίδια μέρα με τον Βενιαμίν Νετανιάχου. Μία κίνηση που διαψεύστηκε αμέσως με το Ιράν και προκάλεσε σοβαρές συζητήσεις για το κατά πόσο η εξωτερική πολιτική της Κύπρου έγινε προϊόν επικοινωνίας για εσωτερική κατανάλωση. Υπήρξε την ίδια στιγμή μία εμφανής προσπάθεια υπερπροβολής της συμμαχίας με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ που σύμφωνα με πολιτικούς αναλυτές κατέστησαν την Κύπρο μέρος του προβλήματος.
Το νέο κεφάλαιο
Σήμερα, Ισραήλ και ΗΠΑ βρίσκονται σε σύγκρουση με το Ιράν. Μία σύγκρουση που αναμένετο και που η Κύπρος δεχόταν συνεχώς μηνύματα ότι δέχεται απειλές, όσο κι αν σε κάποιους στο κυβερνητικό σχήμα προκάλεσε έκπληξη. Σε αυτό το περιβάλλον εμπεδώθηκε η εύθραυστη θέση στην οποία βρίσκεται η Κύπρος ενώ ενισχύθηκε η εκτίμηση πως ρόλο σε αυτό έπαιξε και η στάση που αποφάσισε να κρατήσει η χώρα. Και αυτή η κατάσταση ήταν αρκετή για να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στις σχέσεις της Κύπρου με χώρες συμμάχους.
Θέμα βάσεων
Η σχέση της Κύπρου με το Ηνωμένο Βασίλειο αυτή τη στιγμή έχει διασαλευθεί. Ο Πρόεδρος δεν έχει κρύψει την δυσφορία του για την στάση του Βρετανού Πρωθυπουργού, διαρρέοντας μάλιστα ότι απέφευγε να απαντήσει κλήσεις του μετά το διάγγελμα για το γεγονός ότι -όπως είπε- δεν ενημερώθηκε για τις κινήσεις του που επηρέαζαν τις Βρετανικές Βάσεις. Φρόντισε να δείξει την ενόχλησή του με το να μην συναντήσει τον Βρετανό υπουργό Άμυνας όταν ήρθε στην Κύπρο, ενώ την ίδια στιγμή διέρρευσε την συνάντηση με την Διοικήτρια της MI6 προκαλώντας την ενόχληση για την εν λόγω διαρροή. Το πιο σοβαρό ωστόσο είναι ότι πλέον μιλά ανοικτά τόσο ο ίδιος όσο και ο υπουργός Εξωτερικών για την ανάγκη να θέσει θέμα παρουσίας των Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο. Και λέμε σοβαρό δεδομένου ότι δεν έχει ξεκαθαρίσει αν είναι απόρροια της ενόχλησης, αν είναι επικοινωνιακή τακτική σε μία συγκυρία που η κοινή γνώμη απαιτεί κάτι τέτοιο ή αν όντως είναι έτοιμη η Κυπριακή Δημοκρατία να θέσει κάτι τέτοιο.
Το σίγουρο είναι πως από την συγκεκριμένη κρίση διαφάνηκαν ή επαναβεβαιώθηκαν οι στενοί δεσμοί της Κύπρου με την Ελλάδα. Οι σχέσεις Χριστοδουλίδη-Μητσοτάκη ήταν εξαρχής ψυχρές, όμως οι δεσμοί διασαλεύτηκαν σοβαρά μετά την κρίση του GSI. Υπήρξαν παράλληλα διαρροές από κυβερνητικούς κύκλους, που ήθελαν την Κύπρο να μπαίνει σε ένα παιχνίδι ανταγωνιστικό παρουσιάζοντας να έχει έναν πιο σημαντικό ρόλο στην περιοχή από αυτόν της Ελλάδας. Η παρουσία της Ελλάδας μέσω δύο φρεγατών, αλλά και η επίσκεψη Δένδια, ήταν σημαντική για λόγους συμβολικούς αλλά κυρίως ουσίας.
Μαζί με την Ελλάδα, την στήριξή τους στην Κύπρο έδωσαν οι Γαλλία, Ισπανία, Ολλανδία, Ιταλία αλλά και η Γερμανία με τον δικό της τρόπο. Μία κίνηση που άνοιξε εκ νέου την συζήτηση για το ποιοι είναι οι φυσικοί σύμμαχοι της Κύπρου. Ποια δηλαδή είναι η Δύση στην οποία ανήκει η Κύπρος. Κράτη μέλη της Ε.Ε που τα πλείστα σέβονται το διεθνές δίκαιο, είναι συνεπή σε θέσεις αρχών. Η Κύπρος, μία ευρωπαϊκή χώρα δέχτηκε απειλή από μία χώρα που θεωρείται απειλή και για την Ε.Ε και για το ΝΑΤΟ. Η κατάσταση στην περιοχή όπως εξελίσσεται ίσως είναι μια ευκαιρία να ανοίξει επίσημα την συζήτηση για τον ρόλο της Ε.Ε για κοινή άμυνα και κοινή εξωτερική πολιτική. Η εν λόγω κρίση κατέδειξε ποιοι στην κρίσιμη στιγμή είναι οι φυσιολογικοί σύμμαχοι της Κύπρου. Και κυρίως ποιες χώρες μπορούν να σταθούν ασπίδα εγγυούμενες την ασφάλειά της.