Στις 20 Μαΐου 1931 γεννιέται στην Αμμόχωστο ο πρωτότοκος γιος του Βάσου και της Φωφώς Βασιλείου. Ο μικρός Γιώργος, που έμελλε αργότερα να αναλάβει το πηδάλιο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σε ηλικία μόλις δύο ετών, η οικογένεια μετακομίζει στην Ελλάδα, όπου θα έρθει αντιμέτωπος με τις συνέπειες της γερμανικής κατοχής. Σε ηλικία δέκα ετών γίνεται πρόσφυγας και αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη Μυτιλήνη.
Τα νεανικά χρόνια
Με αριστερές καταβολές –πατέρας γιατρός που υπηρέτησε στον Εμφύλιο της Ελλάδας και μητέρα με έντονη κοινωνική δράση– καλλιεργείται μέσα του από νωρίς η ανάγκη για προσφορά στα κοινά και στον συνάνθρωπο.
Ξεκινά τις σπουδές του στην Ιατρική στη Γενεύη, συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση. Στα 19 του χρόνια εργάζεται παράλληλα ως τορναδόρος. Σύντομα, ωστόσο, αλλάζει πορεία: από γιατρός γίνεται οικονομολόγος και στη συνέχεια διδάκτωρ Οικονομικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης. Στο Λονδίνο ειδικεύεται στο μάρκετινγκ και στην έρευνα αγοράς.
«Η Αντρούλα και εγώ»
Στη συνέχεια γνωρίζει τη γυναίκα της ζωής του, την Αντρούλα Βασιλείου, δικηγόρο στο επάγγελμα και κόρη στενού φίλου του πατέρα του. Στα τέλη Αυγούστου της κάνει πρόταση γάμου και τον Οκτώβριο παντρεύονται. Δεν είναι τυχαίο ότι, μετά την αποχώρησή του από την προεδρία, δήλωνε πως όλες τις αποφάσεις του τις έπαιρνε σε συνεργασία μαζί της, με τη φράση «η Αντρούλα κι εγώ» να μένει στην ιστορία και να προκαλεί έκπληξη στην συντηρητική κυπριακή κοινωνία.
Ο οικονομολόγος και επιχειρηματίας
Με την επιστροφή του στην Κύπρο, ο Γιώργος Βασιλείου συγκαταλέγεται στους πρώτους οικονομικούς συντάκτες του νησιού, συνεργαζόμενος με το ΡΙΚ και παίρνοντας συνεντεύξεις από υπουργούς αλλά και σημαντικά πρόσωπα της οικονομικής ζωής του τόπου.
Παρά την υψηλή θέση που κατείχε σε γνωστή εργοληπτική εταιρεία, αισθανόταν ότι δεν τον εξέφραζε πλήρως. Έτσι, αποφασίζει να ανοίξει τα επαγγελματικά του φτερά και ιδρύει το ΚΕΜΑ, το οποίο θα αναπτύξει παραρτήματα σε περισσότερες από 30 χώρες.
Ο «αλεξιπτωτιστής»
Σε μια εποχή όπου η κομματοκρατία βρισκόταν στο απόγειό της και απογοητευμένος από την πολιτική του προκατόχου του, Σπύρου Κυπριανού, στο Κυπριακό, αποφασίζει να διεκδικήσει την προεδρία. Για τους περισσότερους ήταν τότε άγνωστος. Με τη στήριξη κυρίως του ΑΚΕΛ, ο «αλεξιπτωτιστής», όπως τον αποκαλούσαν, εκλέγεται τρίτος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας με ποσοστό 51,63%.
Η ανακήρυξή του γίνεται επιτόπου στο γραφείο του στο ΚΕΜΑ, υπό τον φόβο επεισοδίων και παρουσίας της αστυνομίας και της ΚΥΠ. Οι πόρτες της επιχείρησής του ανοίγουν για να υποδεχθούν τους υποστηρικτές του.
Το Κυπριακό
Θέτει το Κυπριακό ψηλά στις προτεραιότητές του, παρά τα συνεχή βέτο της Τουρκίας και του Ραούφ Ντενκτάς. Οργώνει την Ευρώπη, ζητά τη στήριξη των Ηνωμένων Εθνών και προσπαθεί να πείσει διεθνείς προσωπικότητες για την ανάγκη επίλυσης του εθνικού προβλήματος. Φτάνει μέχρι τον Λευκό Οίκο και την Ντάουνινγκ Στριτ.
Επικοινωνιακός, με άσους στο μανίκι, είχε το ταλέντο να κρατά τον συνομιλητή του μέχρι τέλους. Μιλούσε με σοβαρότητα, χωρίς πλατειασμούς, δίνοντας την εντύπωση ανθρώπου που γνώριζε τι ήθελε και τι ζητούσε. Έμεινε στην ιστορία για τις χαρακτηριστικές «καπακωτές» χειραψίες, που εισήγαγε ως νέο τρόπο επικοινωνίας, περιβάλλοντας τον συνομιλητή του με θέρμη.
Συναντήθηκε με κορυφαίες προσωπικότητες της εποχής, όπως οι Τζορτζ Μπους, Ρόναλντ Ρίγκαν, Φρανσουά Μιτεράν και Μάργκαρετ Θάτσερ.
Λογικός και πρακτικός
Θεωρούσε ότι η ξύλινη γλώσσα των πολιτικών δεν ταίριαζε στον χαρακτήρα του. Επιδίωκε γρήγορες και πρακτικές λύσεις. Στα σημαντικότερα έργα του συγκαταλέγονται οι μεταρρυθμίσεις στο φορολογικό σύστημα και στη δημόσια υπηρεσία, καθώς και η ίδρυση του Πανεπιστημίου Κύπρου. Υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάνοντας το πρώτο βήμα για τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Κύπρου.
Μετά από πέντε χρόνια στην προεδρία, χάνει τις εκλογές του Φεβρουαρίου 1993 από τον ανθυποψήφιό του, Γλαύκο Κληρίδη.
Η συνέχεια
Η πολιτική του διαδρομή, δεν σταματά το 1993. Ιδρύει το Κίνημα Ελευθέρων και αργότερα τους Ενωμένους Δημοκράτες, στην προεδρία των οποίων παραμένει μέχρι το 2005. Διετέλεσε βουλευτής και επικεφαλής της Διαπραγματευτικής Αντιπροσωπείας για την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Συνέχισε μέχρι πρόσφατα να συμμετέχει ενεργά στις συνεδρίες του Εθνικού Συμβουλίου. Η τελευταία του δημόσια εμφάνιση πραγματοποιήθηκε στις προεδρικές εκλογές του 2023, έξω από εκλογικό κέντρο.
Σοσιαλιστής, οραματιστής, δημοκράτης, δίπλα στον άνθρωπο: αυτό ήταν το τρίπτυχο στο οποίο βασίστηκε η ζωή του, την οποία συχνά χαρακτήριζε ως μια σύγχρονη Οδύσσεια.