Λόγω των ελλειμμάτων εκπροσώπησης και συμμετοχής που επανέρχεται στον δημόσιο διάλογο η συζήτηση για αλλαγές στο εκλογικό σύστημα
Τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών του 2026 θέτουν, εκ νέου, στο μικροσκόπιο το μεγάλο ζήτημα της πολιτικής συμμετοχής και της κρίσης εκπροσώπησης. Ένα θέμα, το οποίο, δυστυχώς, συζητείται πάντα μόνο προεκλογικά και για λίγες μέρες μετεκλογικά, αλλά μετά παραπέμπεται, όπως και πολλά άλλα, στις ελληνικές καλένδες. Ας δούμε πρώτα τα δεδομένα της συζήτησης.
Μετά από αρκετά χρόνια συνεχόμενης πτώσης του ποσοστού συμμετοχής στις βουλευτικές εκλογές, η φετινή εκλογική διαδικασία σηματοδότησε μια ανάσχεση του φαινομένου. Οριακή μεν, αλλά υπαρκτή. Η τελική προσέλευση έφτασε το 66.9% (380,851 ψηφοφόροι), έναντι 65.7% το 2021 (366,608). Για ορισμένους αυτό θεωρήθηκε ως ένα ενθαρρυντικό σημάδι που μπορεί να αποτελέσει αφετηρία σταδιακής επαναφοράς αποστασιοποιηθέντων ψηφοφόρων από την εκλογική διαδικασία και την πολιτική εν γένει. Αν και σίγουρα θετικό στοιχείο, η δική μου οπτική είναι αρκετά πιο σκεπτικιστική. Η μικρή αυτή αύξηση της συμμετοχής δείχνει μεν μια περιορισμένη επανακινητοποίηση, δεν συνιστά όμως επανασύνδεση της κοινωνίας με την πολιτική. Πρόκειται ασφαλώς για βελτίωση, έστω και με όρους ανάσχεσης της πτώσης της συμμετοχής, αλλά μικρή, η οποία δεν αρκεί για να ανατρέψει τη μεγαλύτερη εικόνα αποστασιοποίησης και απεμπλοκής μεγάλης μερίδας των πολιτών από την πολιτική διαδικασία.
Με όρους της σχετικής θεωρητικής συζήτησης, αυτό που αναδεικνύεται είναι μια κλασική όψη της κρίσης αντιπροσώπευσης: οι δημοκρατικοί θεσμοί λειτουργούν κανονικά, οι εκλογές διεξάγονται χωρίς πρόβλημα νομιμοποίησης και παρατράγουδα όπως σε αρκετές πλέον αναπτυγμένες δημοκρατίες τόσο της ΕΕ όσο και της Βόρειας Αμερικής, αλλά μεγάλα τμήματα της κυπριακής κοινωνίας είτε δεν συμμετέχουν, είτε δεν αναγνωρίζουν στις διαθέσιμες κομματικές επιλογές μια πειστική μορφή πολιτικής έκφρασης.
Το πρόβλημα μεγεθύνεται αν αναλογιστούμε ότι σε αυτές τις εκλογές είχαμε ρεκόρ συμμετοχής κομμάτων και υποψηφίων, κάτι που οδηγούσε σε μια λογική υπόθεση εργασίας ότι αυτό θα επέφερε μείωση της αποχής. Το γεγονός όμως ότι η αποχή παρέμεινε ουσιαστικά αναλλοίωτη δείχνει ότι παγιώνεται σε ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος μια στάση συνειδητής αποχής ανεξαρτήτως κινήτρων. Δείχνει επίσης ότι η αύξηση της πολιτικής προσφοράς, η αύξηση δηλαδή του αριθμού των κομματικών σχηματισμών και των υποψηφίων, δεν συνιστά από μόνη της επαρκή συνθήκη θεραπείας του προβλήματος της ελλειμματικής πολιτικής εκπροσώπησης.
Η εξίσωση της πολιτικής εκπροσώπησης είναι αρκετά πιο σύνθετη και εξαρτάται και από πιο ποιοτικές μεταβλητές. Μια σημαντική τέτοια παράμετρος είναι ύπαρξη ουσιαστικού πολιτικού διακυβεύματος και κατά πόσο οι πολίτες-ψηφοφόροι το αντιλαμβάνονται ως τέτοιο. Αν δηλαδή η εκλογική αναμέτρηση αφορά πραγματικές και διακριτές επιλογές με συνέπειες για τη διακυβέρνηση, τη δημόσια πολιτική και την καθημερινότητα τους. Όταν αυτό απουσιάζει, η απλή αριθμητική δεν μεταφράζεται κατ’ ανάγκην σε αυξημένη κινητοποίηση. Οι σχετικές προσεγγίσεις για τη λειτουργία των σύγχρονων δημοκρατιών επισημαίνουν ακριβώς αυτό: η εκλογική συμμετοχή δεν εξαρτάται μόνο από το πλήθος των προσφερόμενων επιλογών, αλλά από το κατά πόσο οι πολίτες πιστεύουν ότι η ψήφος τους έχει νόημα, αποτελεσματικότητα και πραγματικό θεσμικό αντίκρισμα.
Δύο ξεχωριστοί κόσμοι
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική αν δούμε τους απόλυτους αριθμούς. Η αποχή ήταν και πάλι το πρώτο κόμμα: 188,331 άτομα. Αν στους απέχοντες προστεθούν και οι περίπου 160,000 δικαιούχοι ψήφου που δεν εγγράφηκαν στους εκλογικούς καταλόγους, τότε ο αριθμός των πολιτών που δεν συμμετέχουν στην εκλογική διαδικασία ανέρχεται στους 348,331 έναντι 380,851 που συμμετείχαν. Πρόκειται ουσιαστικά για δύο σχεδόν αριθμητικά ισοδύναμους κόσμους. Από τη μια πλευρά βρίσκονται όσοι παραμένουν εντός της συμβατικής πολιτικής διαδικασίας. Από την άλλη, όσοι βρίσκονται εκτός αυτής, είτε από απογοήτευση, είτε από αδιαφορία, είτε από αίσθηση ματαιότητας, είτε από ευρύτερη δυσπιστία προς το πολιτικό σύστημα.
Αν σε αυτό προσθέσουμε και το σημαντικό ποσοστό πολιτών που ψήφισε κόμματα που έμειναν εκτός Βουλής (16.7% έναντι 14.58% το 2021), τότε κατανοούμε ότι η κρίση πολιτικής εκπροσώπησης όχι μόνο δεν έχει ξεπεραστεί, αλλά αντίθετα παραμένει ένα από τα πιο ουσιώδη χαρακτηριστικά και του νέου πολιτικού τοπίου. Ας κάνουμε μια απλή αριθμητική πράξη για να κατανοήσουμε το μέγεθος της κρίσης εκπροσώπησης. Στο συνολικό δυνητικό αριθμό δικαιούχων ψήφου που είναι περίπου 729,182 άτομα, το πρώτο κόμμα, ο ΔΗΣΥ, πήρε 101,015 ψήφους. Αυτό αντιστοιχεί σε μόλις 13.85%. Ακόμα και αν αφαιρέσουμε ένα αριθμό μερικών δεκάδων χιλιάδων ψηφοφόρων από την αποχή που είναι κάτοικοι εξωτερικού ή αποβιώσαντες, ο αριθμός αυτός δεν διαφοροποιείται ουσιωδώς, κάτι που αναδεικνύει ακόμα μια όψη της κρίσης αντιπροσώπευσης: το επίπεδο νομιμοποίησης των πολιτικών κομμάτων.
Οι ρυθμίσεις του εκλογικού συστήματος
Είναι μέσα σε αυτό το πλαίσιο που αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι ρυθμίσεις του εκλογικού συστήματος. Οι θεωρίες της εκλογικής μηχανικής και της θεσμικής αντιπροσώπευσης επισημαίνουν ότι τα εκλογικά συστήματα δεν μεταφράζουν ουδέτερα τις κοινωνικές προτιμήσεις σε έδρες. Αντιθέτως, θέτουν φίλτρα, κατώφλια και περιορισμούς, οι οποίοι επηρεάζουν καθοριστικά το ποιοι εκπροσωπούνται και ποιοι αποκλείονται. Το κυπριακό σύστημα παραμένει αναλογικό, αλλά ενισχυμένα αναλογικό, όπως καθορίστηκε από την αύξηση του ορίου εισδοχής από το 1.8% στο 3.6% το 2016. Η λογική της αλλαγής και της αύξησης των εμποδίων εισόδου είχε δύο κίνητρα: αφενός, να δημιουργηθούν συνθήκες λιγότερου κατακερματισμού, πιο εύρυθμης κοινοβουλευτικής λειτουργίας και μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας. Αφετέρου, ο φόβος των δύο μεγάλων κομμάτων για απώλεια ψήφων προς μικρότερους και νεότερους σχηματισμούς που δικαιολογήθηκε δημόσια, τότε, με την πιθανότητα εκλογής για πρώτη φορά ακροδεξιών βουλευτών. Κάτι που τελικά δεν αποφεύχθηκε, όπως όλοι πλέον γνωρίζουμε. Όμως, κάθε τέτοια επιλογή έχει και κόστος. Η αύξηση του ορίου εισδοχής αύξησε και την πιθανότητα ψήφων χωρίς κοινοβουλευτικό αντίκρισμα όπως και έγινε. Δημιουργεί λογικές χαμένης ψήφου. Άρα, ένα μέρος του ελλείμματος εκπροσώπησης δεν είναι μόνο κοινωνικό ή κομματικό, αλλά και θεσμικό.
Είναι ακριβώς λόγω αυτών των ελλειμμάτων εκπροσώπησης και συμμετοχής που επανέρχεται στον δημόσιο διάλογο η συζήτηση για αλλαγές στο εκλογικό σύστημα. Οι πλείστες εξ’ αυτών κινούνται στο πλαίσιο αναζήτησης διορθωτικών παρεμβάσεων που θα μπορούσαν να κάνουν το εκλογικό μας σύστημα πιο αντιπροσωπευτικό δεδομένου ότι το πολιτειακό μας σύστημα είναι προεδρευόμενη δημοκρατία και άρα δεν δημιουργούνται συνθήκες αποσταθεροποίησης. Σε αυτή τη συζήτηση εντάσσεται, για παράδειγμα, η ιδέα μείωσης του υφιστάμενου ορίου εισδοχής (ακούστηκαν απόψεις για 2% ή 3%), ώστε να μειωθεί ο θεσμικός αποκλεισμός πολιτικών σχημάτων που πετυχαίνουν ικανοποιητική εκλογική επιρροή, χωρίς να ενισχυθεί υπερβολικά ο κατακερματισμός. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και οι σκέψεις που έχουν κατατεθεί στη δημόσια σφαίρα για επανεξέταση ορισμένων τεχνικών πτυχών της κατανομής των εδρών, ώστε να περιοριστεί η απώλεια ψήφων που σήμερα μένουν χωρίς εκπροσώπηση ή να γίνει δικαιότερη η κατανομή. Με αυτή την έννοια, οι σχετικές αυτές προτάσεις πρέπει να συζητηθούν και δημόσια και στο κοινοβούλιο ώστε να βρεθούν απαντήσεις σε υπαρκτά και μετρήσιμα ελλείμματα του σημερινού συστήματος.
Σε κάθε περίπτωση, το βασικό συμπέρασμα είναι σαφές: η κρίση πολιτικής εκπροσώπησης στην Κύπρο παραμένει ένα από τα πιο ουσιώδη ζητήματα στα οποία πρέπει να ενσκήψουν τα πολιτικά κόμματα και το κοινοβούλιο ως θεσμός. Διότι όταν ένα αρκετά μεγάλο τμήμα της κοινωνίας είτε μένει εκτός κάλπης, είτε μένει εκτός κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης επαναλαμβανόμενα, το πρόβλημα δεν μπορεί να θεωρείται συγκυριακό, αλλά δομικό.