weather widget icon
9.8 °C
ΚΥΡΙΑΚΗ
05.04.2026 16:28
Powered by:
Μέλος του ομίλου
Alpha Cyprus
alpha-letter
ΓΙΑΝΝΟΣ ΚΑΤΣΟΥΡΙΔΗΣ

ΓΙΑΝΝΟΣ ΚΑΤΣΟΥΡΙΔΗΣ

Οι πολίτες αναζητούν προσανατολισμό, όχι απλώς αντίδραση

Το «φαινόμενο» Φειδίας, ως συμβολική έκφραση των συνολικών μετασχηματισμών που έχουν συντελεστεί στην κυπριακή πολιτική σκηνή, δεν αποτελεί μια ιστορική ανωμαλία ούτε ένα μεμονωμένο περιστατικό που μπορεί εύκολα να αποδοθεί σε ιδιαιτερότητες της κυπριακής κοινωνίας ή σε συγκυριακές δυναμικές. Αντιθέτως, συνιστά αφενός συμπύκνωση πολλαπλών ιστορικών, πολιτικών και κοινωνικών διεργασιών και αλλαγών που συντελέστηκαν και που εξακολουθούν να βρίσκονται σε εξέλιξη. Αφετέρου, αποτελεί λογικό επακόλουθο μιας μακρόχρονης και σε μεγάλο βαθμό συνειδητής διαδικασίας αποϊδεολογικοποίησης της πολιτικής, η οποία προωθήθηκε (με διαφορετικές εντάσεις και ευθύνες) από ευρύ φάσμα του πολιτικού, κομματικού, οικονομικού και μιντιακού συστήματος. Η εξέλιξη αυτή (αποϊδεολογικοποίηση) προφανώς δεν περιορίζεται στην Κύπρο. Αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης διεθνούς αναδόμησης της πολιτικής που εντάθηκε στην μεταψυχροπολεμική περίοδο και η οποία σε μικρότερες και λιγότερο αναπτυγμένες πολιτικά κοινωνίες, αποκτά, συχνά, πιο έντονα και παραμορφωτικά χαρακτηριστικά.

«Τέλος των ιδεολογιών», τεχνοκρατισμός, «ουδετερότητα» και «αχρωματοψία»

Για χρόνια, ο δημόσιος λόγος στην Κύπρο διαποτίστηκε από τη ρητορική περί του «τέλους των ιδεολογιών» και του «παρωχημένου» διαχωρισμού σε αριστερά και δεξιά. Πολιτικοί και άλλοι δρώντες από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες υιοθέτησαν συνθήματα όπως «ούτε αριστερά, ούτε δεξιά», επιχειρώντας να παρουσιάσουν την πολιτική ως έναν ουδέτερο χώρο διαχείρισης, απαλλαγμένο από συγκρούσεις κοινωνικών συμφερόντων, αξιών και οραμάτων. Προσεγγίσεις του τύπου «τα προβλήματα δεν έχουν χρώμα» που εκφράζουν αυτή την αντίληψη, λεν τη μισή αλήθεια και ενίοτε ούτε αυτή. Διότι τουλάχιστον η άλλη μισή αλήθεια είναι ότι ο τρόπος επίλυσης των προβλημάτων πάντα έχει «χρώμα». Αν η φορολογία, για παράδειγμα, είναι κλιμακωτή αναλόγως πλούτου και εισοδήματος, ή αν είναι καθολική και «τυφλή» (π.χ., ΦΠΑ) είναι εξ ορισμού «χρωματισμένη» επιλογή.

Advertisement

Η αντίληψη περί πολιτικής, καθώς και η πρακτική πολιτική μετατράπηκαν σταδιακά σε μια τεχνική διαδικασία επίλυσης προβλημάτων, όπου η αποτελεσματικότητα ως αυταξία αντικατέστησε τη σύγκρουση και τη διαλεκτική σύνθεση και η διαχείριση τη στρατηγική. Σε αυτό το πλαίσιο, η ιδεολογία παρουσιάστηκε είτε ως αναχρονιστικό κατάλοιπο, είτε ως επικίνδυνος μηχανισμός πόλωσης. Για να μην παρεξηγηθώ: δεν ισχυρίζομαι ότι η ιδεολογία δεν χρησιμοποιείται και εργαλειακά. Όμως αυτή είναι μια κακή εφαρμογή της ιδεολογικής λειτουργίας της πολιτικής που προφανώς δίνει απαντήσεις σε κενά και ελλείψεις της πολιτικής αυτών που την εργαλειοποιούν.

Η αποϊδεολογικοποίηση δεν περιορίστηκε σε επίπεδο ρητορικής. Εκφράστηκε (και στην Κύπρο) μέσα από συγκεκριμένες θεσμικές και πολιτικές προτάσεις. Η συζήτηση για την οριζόντια ψηφοφορία, η οποία υποστηρίχθηκε από ένα ευρύ φάσμα πολιτικών δρώντων, συμπεριλαμβανομένων κομματικών ηγεσιών μεγάλων κομμάτων, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πίσω από την επίφαση της «ενίσχυσης της δημοκρατίας», όμως, τέτοιες προσεγγίσεις αποδυναμώνουν τη σημασία των συλλογικών πολιτικών ταυτοτήτων και ενισχύουν την αντίληψη της πολιτικής ως αθροίσματος ατομικών επιλογών χωρίς συνεκτικό πλαίσιο.

Η ανάδειξη της τεχνοκρατίας ως προτιμητέου μοντέλου διακυβέρνησης ενίσχυσε περαιτέρω αυτή τη μετατόπιση. Η ιδέα ότι «οι ειδικοί» μπορούν να προσφέρουν «ουδέτερες», «αντικειμενικές» λύσεις σε πολιτικά προβλήματα υποδηλώνει ότι τα προβλήματα αυτά δεν είναι στην ουσία πολιτικά, αλλά τεχνικά. Ωστόσο, κάθε πολιτική απόφαση ενσωματώνει αξιακές επιλογές, προτεραιότητες και συγκεκριμένα κοινωνικά συμφέροντα. Η τεχνοκρατική προσέγγιση δεν εξαφανίζει αυτές τις διαστάσεις, απλώς τις αποκρύπτει.

Αν δεν είναι η ιδεολογία τι συνέχει ένα πολιτικό πρόγραμμα;

Advertisement

Το κρίσιμο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: ελλείψει ιδεολογίας, τι προσδίδει συνοχή σε ένα πολιτικό πρόγραμμα; Το ερώτημα παραμένει σε μεγάλο βαθμό αναπάντητο από εκείνους που προβάλλουν και υποστηρίζουν αυτή την αντίληψη. Διότι οι ιδεολογίες δεν αποτελούν απλώς σύνολα δογμάτων. Συνιστούν οργανωτικά πλαίσια που επιτρέπουν την κατανόηση της πραγματικότητας, τη διατύπωση προτεραιοτήτων και τη σύνδεση επιμέρους πολιτικών προτάσεων σε ένα συνεκτικό όλο. Χωρίς αυτές, η πολιτική κινδυνεύει να μετατραπεί σε αποσπασματική διαχείριση, όπου η κάθε θέση υπάρχει ανεξάρτητα από τις υπόλοιπες.

Σε αυτό το πλαίσιο, η εμφάνιση περιπτώσεων όπως ο Φειδίας ή η αναβίωση αναφορών στην άμεση δημοκρατία, η οποία δεν αποτελεί ιδεολογία αλλά μέθοδο λήψης αποφάσεων, με χαλαρή ή ανύπαρκτη προγραμματική συνοχή, δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη. Αντιθέτως, αποτελεί το αναμενόμενο αποτέλεσμα της διαδικασίας αποσύνδεσης της πολιτικής από τις ιδεολογικές της ρίζες. Όταν η πολιτική παρουσιάζεται ως πεδίο όπου «όλα μπορούν να συνυπάρχουν», χωρίς σαφείς ιεραρχήσεις και αξιακά θεμέλια, τότε η ασυνέπεια δεν είναι εξαίρεση αλλά κανόνας.

Advertisement

Οι επικρίσεις που διατυπώνονται σήμερα από πολιτικούς και δημοσιογράφους απέναντι σε τέτοια φαινόμενα περί «αχταρμά» θέσεων ή έλλειψης σοβαρότητας, ενέχουν μια έντονη δόση ειρωνείας. Διότι τα ίδια αυτά χαρακτηριστικά είναι σε μεγάλο βαθμό προϊόν των πρακτικών και των αντιλήψεων που οι ίδιοι καλλιέργησαν. Η συστηματική αποδυνάμωση των συλλογικών ταυτοτήτων, η έμφαση στην ατομική επιλογή ως υπέρτατη πολιτική αξία και η υποβάθμιση της ιδεολογικής αντιπαράθεσης δημιούργησαν το έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύχθηκαν τέτοιες μορφές πολιτικής έκφρασης.

Μέσα σε όλα αυτά, αξίζει να θυμηθούμε ότι τα κόμματα δεν ήταν πάντοτε απλοί εκλογικοί μηχανισμοί ή πλατφόρμες διαχείρισης. Υπήρξαν ιστορικά εργαστήρια επεξεργασίας πολιτικών προγραμμάτων και ταυτοτήτων. Συνέδεαν τις κοινωνικές διαιρέσεις με συγκεκριμένα πολιτικά σχέδια, μετέφραζαν κοινωνικά συμφέροντα σε πολιτικές θέσεις και ενσωμάτωναν αυτές τις θέσεις σε οργανωμένες μορφές εκπροσώπησης. Λειτουργούσαν, με άλλα λόγια, ως «αναγνώστες» και «επεξεργαστές» της εκάστοτε ιστορικής περιόδου. Αυτό το πλαίσιο το παρείχαν οι πολιτικές ιδεολογίες. Η σταδιακή αποδυνάμωση αυτής της λειτουργίας δεν είναι άσχετη με την αποϊδεολογικοποίηση που περιγράφηκε πιο πάνω. Αντίθετα, αποτελεί μία από τις βασικές της συνέπειες.

Η εξέλιξη αυτή συνδέεται, με τη σειρά της, με τις βαθύτερες μεταβολές των κοινωνικών διαιρέσεων. Κάποτε τα κόμματα είχαν σχετικά σταθερές κοινωνικές αναφορές, με την ταξική διαιρετική τομή να παρέχει σαφείς ιδεολογικές κατευθύνσεις. Σήμερα, οι γραμμές αυτές δεν έχουν εξαφανιστεί, αλλά δεν επαρκούν για να οργανώσουν από μόνες τους την πολιτική συμπεριφορά. Η εκπαίδευση, η επαγγελματική θέση, η γεωγραφία, η πολιτισμική ανασφάλεια και η αίσθηση αποκλεισμού σε έναν ταχέως μεταβαλλόμενο κόσμο συνδιαμορφώνουν πλέον τις πολιτικές στάσεις, συμπεριφορές και επιλογές. Με πιο απλά λόγια, η οικονομική δυσχέρεια δεν μεταφράζεται αυτόματα σε συγκεκριμένη πολιτική επιλογή. Μπορεί να οδηγήσει σε αιτήματα δικαιοσύνης, αλλά εξίσου εύκολα μπορεί να μετατραπεί σε αναζήτηση προστασίας, ταυτότητας ή ακόμη και σε αντιδραστικές στάσεις. Οι σύγχρονες συγκρούσεις είναι ταυτόχρονα υλικές, κοινωνικές και πολιτισμικές, κάτι που δυσκολεύει την ξεκάθαρη αποκρυστάλλωση τους και που καθιστά τις πολιτικές επιλογές πολύ πιο πολύπλοκες.

Advertisement

Ακόμη πιο κρίσιμο είναι το γεγονός ότι πολλά κόμματα δυσκολεύονται πλέον να παράξουν συνεκτικά πολιτικά προγράμματα. Δεν πρόκειται για απόλυτη απουσία θέσεων. Επιμέρους προτάσεις υπάρχουν, και σε ορισμένες περιπτώσεις πολύ αξιόλογες. Αυτό που λείπει, όμως, είναι η συνοχή: κατευθύνσεις με αρχή, μέση και τέλος, με σαφή στόχο και εσωτερική λογική. Αυτή η απουσία συνοχής συνυπάρχει με ένα εξίσου προβληματικό στοιχείο. Τον πληθωρισμό αρνήσεων και εναντιώσεων. Η πολιτική, όμως, δεν μπορεί να συγκροτείται αποκλειστικά γύρω από αρνήσεις ή «κόκκινες γραμμές». Ένα κόμμα που επιδιώκει να επηρεάσει τη δημόσια πολιτική οφείλει να διατυπώνει θετικό σχέδιο, να απαντά όχι μόνο στο τι απορρίπτει, αλλά κυρίως στο τι προτείνει. Οι πολίτες αναζητούν προσανατολισμό, όχι απλώς αντίδραση.

Το παράδοξο και το ζητούμενο

Το παράδοξο της εποχής μας είναι ότι ενώ για χρόνια επιδιώχθηκε η αποσύνδεση της ιδεολογίας από την πολιτική, σήμερα οι συνέπειες αυτής της επιλογής προκαλούν αμηχανία και ανησυχία. Η έλλειψη συνοχής, η ασυνέπεια και ο κατακερματισμός που παρατηρούνται δεν έρχονται από το υπερπέραν, αλλά αποτελούν σε σημαντικό βαθμό παράγωγα αυτής της πορείας. Υπό αυτή την έννοια, ζούμε πράγματι στον αστερισμό μιας επιθυμίας (της αποιδεολογικοποίησης) που διατυπώθηκε ρητά ή άρρητα από σημαντικά τμήματα του πολιτικού συστήματος. Ή για να το θέσω ακόμα πιο εμφατικά, ζούμε την εκδίκηση της αποιδεολογικοποίησης.

Το ζητούμενο πλέον δεν είναι απλώς η κριτική αυτών των φαινομένων, αλλά η επαναθεμελίωση της πολιτικής ως πεδίου ιδεών, κοινωνικών συγκρούσεων και συλλογικών οραμάτων. Χωρίς αυτή την επανασύνδεση, κάθε προσπάθεια αποκατάστασης της συνοχής θα παραμένει επιφανειακή, και φαινόμενα όπως αυτά που συζητούμε θα συνεχίσουν να εμφανίζονται όχι ως παρεκκλίσεις, αλλά ως ο καθρέφτης της ίδιας της πολιτικής μας πραγματικότητας.

Advertisement