Το ποτήρι δεν είναι εντελώς άδειο. Υπάρχει κινητικότητα. Παραμένει, όμως, μισοάδειο, καθώς δεν διακρίνεται ακόμη το στοιχείο που θα μπορούσε να μετατρέψει την κινητικότητα σε πρόοδο
Η επίσκεψη του Αντόνιο Γκουτέρες στην Κύπρο επανέφερε το Κυπριακό στο προσκήνιο, χωρίς ωστόσο να δημιουργήσει τη δυναμική που θα επέτρεπε την επανέναρξη ουσιαστικών διαπραγματεύσεων. Το ποτήρι δεν είναι εντελώς άδειο. Υπάρχει κινητικότητα, προσωπική εμπλοκή του Γενικού Γραμματέα και συνέχιση της προσπάθειας υπό τη Μαρία Άνχελα Ολγκίν. Παραμένει, όμως, μισοάδειο, καθώς δεν διακρίνεται ακόμη το στοιχείο που θα μπορούσε να μετατρέψει την κινητικότητα σε πρόοδο. Εξ ου και δεν κατέστη εφικτή ούτε μια συμφωνία για το άνοιγμα νέου οδοφράγματος.
Η σύγκριση του τότε με το σήμερα
Η σύγκριση με τη συγκυρία μέσα στην οποία άρχισε ο προηγούμενος γύρος, που κατέληξε στο Κραν Μοντανά το 2017, αναδεικνύει μια βασική διαφορά: τότε υπήρχαν συγκεκριμένα στοιχεία που μπορούσαν να λειτουργήσουν ως κίνητρα. Σήμερα ο αντίστοιχος καταλύτης δεν έχει ακόμη εντοπιστεί. Τον Φεβρουάριο του 2014, Αναστασιάδης και Έρογλου συμφώνησαν την Κοινή Δήλωση που καθόριζε τη βάση της λύσης: διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα, μία κυριαρχία, μία διεθνή προσωπικότητα και μία ιθαγένεια. Υπήρχε, δηλαδή, ένα κοινά αποδεκτό σημείο εκκίνησης. Τρεις μήνες αργότερα, η επίσκεψη του τότε Αντιπροέδρου των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν σηματοδότησε την ισχυρή επαναδραστηριοποίηση της Ουάσιγκτον. Ο Μπάιντεν χαρακτήρισε τη σχέση ΗΠΑ–Κύπρου «γνήσια στρατηγική εταιρική σχέση» και δήλωσε ότι η Κύπρος μπορούσε να εξελιχθεί σε βασικό παίκτη και ενεργειακό κόμβο της Ανατολικής Μεσογείου.
Το φυσικό αέριο παρουσιαζόταν ως μια win-win ευκαιρία. Μια λύση θα επέτρεπε την αξιοποίηση των αποθεμάτων προς όφελος και των δύο κοινοτήτων, θα ενίσχυε την περιφερειακή συνεργασία και θα συνέβαλλε στη διαφοροποίηση του ενεργειακού εφοδιασμού της Ευρώπης. Ο Μπάιντεν περιέγραφε την ενέργεια ως εργαλείο συνεργασίας, σταθερότητας, ασφάλειας και ευημερίας, με δυνητικά οφέλη για ολόκληρη την περιοχή.
Σήμερα το φυσικό αέριο δεν διαθέτει την ίδια δυναμική. Οι καθυστερήσεις στην ανάπτυξη των κοιτασμάτων, το κόστος των υποδομών και η πράσινη μετάβαση έχουν αποδυναμώσει την προοπτική μιας άμεσης ενεργειακής ευκαιρίας.
Οι γεωπολιτικές εντάσεις δεν αρκούν
Σε αντίθεση με όσα λέγονται για τη σημερινή συγκυρία, γεωπολιτικές εντάσεις υπήρχαν και τότε. Η Ρωσία είχε μόλις προσαρτήσει παράνομα την Κριμαία, η κρίση στην Ουκρανία είχε ανοίξει τη συζήτηση για την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης, ενώ ο πόλεμος στη Συρία βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη. Η Κύπρος προσπαθούσε, παράλληλα, να εξέλθει από την οικονομική κρίση του 2013. Οι διεθνείς εντάσεις μπορούν να αναδείξουν τη χρησιμότητα μιας λύσης, αλλά δεν δημιουργούν από μόνες τους την πολιτική βούληση που απαιτείται για να επιτευχθεί. Η αστάθεια στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, όπως και η αντιπαράθεση Τουρκίας–Ισραήλ, εξηγούν γιατί μια επανενωμένη Κύπρος θα ήταν χρήσιμη για την περιοχή. Δεν απαντούν, όμως, στο ερώτημα γιατί οι εμπλεκόμενοι θα πρέπει να αναλάβουν τώρα το πολιτικό κόστος ενός συμβιβασμού.
Ο παράγοντας των ευρωτουρκικών
Ανάλογη είναι η εικόνα στα ευρωτουρκικά. Πληροφορίες αναφέρουν ότι διεξάγονται παρασκηνιακές διαβουλεύσεις ώστε η ευρωπαϊκή προοπτική και τα συμφέροντα της Τουρκίας να αξιοποιηθούν ως κίνητρο για μια πιο εποικοδομητική στάση.
Η προσέγγιση έχει λογική, αλλά δεν αρκεί. Η Τουρκία ήδη συνομιλεί με την ΕΕ για το εμπόριο, την τελωνειακή ένωση, την ασφάλεια και το μεταναστευτικό. Χωρίς σαφή σύνδεση συγκεκριμένων ευρωπαϊκών ανταλλαγμάτων με συγκεκριμένες κινήσεις στο Κυπριακό, η Άγκυρα δεν έχει επαρκή λόγο να μεταβάλει τις θέσεις της.
Τι απουσιάζει τελικά;
Στην άτυπη πενταμερή της Γενεύης, τον Απρίλιο του 2021, ο Ερσίν Τατάρ κατέθεσε πρόταση έξι σημείων που προέβλεπε την αναγνώριση της «κυριαρχικής ισότητας» και του «ίσου διεθνούς καθεστώτος» των Τουρκοκυπρίων, ως προϋπόθεση για τη διαπραγμάτευση μιας σχέσης συνεργασίας μεταξύ δύο κρατών. Η πρόταση σηματοδότησε επίσημα την απομάκρυνση της τουρκικής πλευράς από τη συμφωνημένη βάση της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας.
Έκτοτε, η Τουρκία επιμένει στον ίδιο στόχο. Η ανάδειξη του Τουφάν Έρχιουρμαν στην ηγεσία των Τουρκοκυπρίων διαφοροποίησε κάπως τη ρητορική της τουρκοκυπριακής πλευράς, δεν έχει οδηγήσει όμως μέχρι στιγμής σε ουσιαστική μεταβολή της τουρκικής στάσης ούτε σε άρση των προϋποθέσεων που εμποδίζουν την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων. Αντίθετα, ο Ερχιουρμάν, εισήγαγε νέα προβληματικά στοιχεία.
Υπάρχει, λοιπόν, ένα περιορισμένο χρονικό παράθυρο μέχρι τη λήξη της θητείας του Γκουτέρες. Δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί, όμως, το πλέγμα κινήτρων, πιέσεων και αμοιβαίων ωφελημάτων που θα μπορούσε να μεταβάλει τους πολιτικούς υπολογισμούς της Τουρκίας. Χωρίς αυτό, η γεωπολιτική αστάθεια και τα ευρωτουρκικά μπορούν να συντηρήσουν την κινητικότητα, όχι όμως να εγγυηθούν ουσιαστική πρόοδο.
Ακόμη και αν τα εξωτερικά δεδομένα διαφοροποιηθούν, θα αναδειχθεί ένας δεύτερος κρίσιμος παράγοντας. Η ίδια η κοινωνία. Πιστεύει σήμερα ο μέσος Κύπριος στην προοπτική επίλυσης του Κυπριακού; Μπορεί να φανταστεί πρακτικά τη ζωή του σε μια επανενωμένη Κύπρο, στη βάση του συμφωνημένου πλαισίου; Μπορεί να βγει από το comfort zone που δημιούργησαν 52 χρόνια διαίρεσης;
Η απάντηση δεν είναι αυτονόητα θετική. Η κοινωνία δεν γνωρίζει πώς θα μοιάζει η επόμενη ημέρα, ποιες αλλαγές θα επιφέρει η λύση και ποια είναι τα πιθανά οφέλη και οι κίνδυνοι. Ένα σημαντικό μέρος της έχει πάψει να ελπίζει, ενώ ένα άλλο έχει συμβιβαστεί με τη μονιμοποίηση της σημερινής κατάστασης.
Γι’ αυτό έχουν ευθύνη και οι ελληνοκυπριακές πολιτικές ηγεσίες. Όχι για την κατοχή, τα τετελεσμένα ή την απομάκρυνση της Τουρκίας από τη συμφωνημένη βάση, αλλά γιατί απέφυγαν να εξηγήσουν με ειλικρίνεια τι σημαίνει η επιδιωκόμενη λύση. Περιορίστηκαν στους τίτλους και στους κομματικούς τύπους, αποφεύγοντας τη δύσκολη συζήτηση για το περιεχόμενο και την επόμενη ημέρα.
Συνεπώς τα στοιχεία που απουσιάζουν από την εξίσωση είναι ένα πλέγμα κινήτρων και πιέσεων ικανό να μεταβάλει τους υπολογισμούς της Τουρκίας κι ένα πειστικό όραμα επανένωσης που να μπορεί να κινητοποιήσει ξανά την κυπριακή κοινωνία.
Χωρίς το πρώτο, δεν αρχίζει ουσιαστική διαπραγμάτευση. Χωρίς το δεύτερο, ακόμη και μια συμφωνία δύσκολα θα αποκτήσει κοινωνική νομιμοποίηση.