Η διαφωνία είναι θεμιτή. Αυτό που δεν είναι θεμιτό είναι η υποκατάσταση της στρατηγικής σκέψης από ιδεολογικά αντανακλαστικά μιας άλλης εποχής
Κάθε φορά που η συζήτηση για το Κυπριακό φτάνει στο κεφάλαιο της ασφάλειας, οι περισσότεροι αναζητούν απαντήσεις στο παρελθόν. Αυτό είναι ίσως και το μεγαλύτερο λάθος μας. Γιατί η Κύπρος του 2026 δεν καλείται να αντιμετωπίσει τις απειλές του 1960 ή του 1974. Καλείται να επιβιώσει σε έναν κόσμο πολύ πιο ασταθή και πολύ πιο επικίνδυνο. Η επαναφορά του ΝΑΤΟ στη δημόσια συζήτηση που σχετίζεται με τις προσπάθειες για επανέναρξη ενός ουσιαστικού διαλόγου για επίλυση του κυπριακού προβλήματος, αγγίζει τον σκληρότερο πυρήνα του κυπριακού όπως αποδείχθηκε και από την ιστορία των διαπραγματεύσεων μέχρι σήμερα.
Ένα από τα πιο κρίσιμα ερωτήματα, είναι ποιος και με ποιον τρόπο θα προστατεύσει ένα επανενωμένο κυπριακό κράτος την επόμενη ημέρα μιας λύσης.
Το ερώτημα είναι θεμελιώδες, επειδή μια συμφωνία χωρίς αξιόπιστη αρχιτεκτονική ασφάλειας δεν θα αποτελεί ολοκληρωμένη λύση. Θα αποτελεί μάλλον, μια νέα, εύθραυστη διευθέτηση, τρομερά εκτεθειμένη στην πρώτη μεγάλη κρίση.
Τα τελευταία χρόνια η προοπτική στενότερης σύνδεσης της Κυπριακής Δημοκρατίας με το ΝΑΤΟ έχει υποστηριχθεί δημόσια τόσο από τον Δημοκρατικό Συναγερμό όσο και από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Την ίδια ώρα, το ΑΚΕΛ δηλώνει κατηγορηματικά ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί λύση η οποία θα προβλέπει νατοϊκές εγγυήσεις ή παρουσία του ΝΑΤΟ στην Κύπρο.
Η διαφωνία είναι θεμιτή. Αυτό που δεν είναι θεμιτό είναι η υποκατάσταση της στρατηγικής σκέψης από ιδεολογικά αντανακλαστικά μιας άλλης εποχής.
Η αποτυχία του παλιού συστήματος
Αφετηρία κάθε σοβαρής συζήτησης πρέπει να είναι η παραδοχή ότι το σύστημα ασφάλειας και εγγυήσεων του 1960 δεν μπορεί να αποτελέσει το θεμέλιο στη μετά τη λύση εποχή. Ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος δεν μπορεί να λειτουργεί υπό την κηδεμονία τρίτων χωρών. Ούτε μπορεί να αποδέχεται μονομερή δικαιώματα επέμβασης, πραγματικά ή υποτιθέμενα, από δυνάμεις με δικά τους στρατηγικά συμφέροντα στο νησί. Αυτή άλλωστε ήταν και η επιχειρηματολογία της ε/κ πλευράς στον τελευταίο γύρο διαπραγματεύσεων ο οποίος τερματίστηκε τον Ιούλιο του 2017 στην Ελβετία.
Το υφιστάμενο σύστημα όχι μόνο απέτυχε να αποτρέψει την καταστροφή αλλά κατέστη επί της ουσίας μέρος του προβλήματος. Επομένως, η αντικατάσταση του αποτελεί προϋπόθεση για μια κυρίαρχη, λειτουργική και βιώσιμη Κύπρο.
Απ’ εκεί και πέρα, όμως, αρχίζει η δύσκολη συζήτηση. Διότι η κατάργηση των παλιών εγγυήσεων δεν καταργεί την ανάγκη για ασφάλεια. Δημιουργεί την υποχρέωση για αντικατάσταση τους με κάτι καλύτερο.
Η Κύπρος δεν είναι η Πέτρα του Ρωμιού
Η πρόταση για πλήρη αποστρατικοποίηση του νησιού μπορεί να ακούγεται στα αυτιά κάποιων ηθικά ανώτερη. Μια χώρα χωρίς στρατούς, όπλα και στρατιωτικές αντιπαραθέσεις είναι ασφαλώς μια εικόνα που δύσκολα απορρίπτει κανείς σε επίπεδο αρχών.
Ωστόσο, η εικόνα της Κύπρου δεν είναι η Πέτρα του Ρωμιού, ούτε το λιμανάκι της Κερύνειας. Η εικόνα της Κύπρου διαβάζεται πιο σωστά από τον χάρτη της περιοχής.
Η Κύπρος βρίσκεται στην Ανατολική Μεσόγειο, σε άμεση γειτνίαση με τη Μέση Ανατολή, σε μια ζώνη πολέμων, αστάθειας, τρομοκρατίας, πυραυλικών απειλών, ενεργειακών ανταγωνισμών, κυβερνοεπιθέσεων και υβριδικών επιχειρήσεων.
Αποτελεί το νοτιοανατολικό σύνορο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βρίσκεται κοντά σε κρίσιμες θαλάσσιες οδούς και διαθέτει υποδομές με ευρύτερη στρατηγική σημασία. Παράλληλα, χρησιμοποιείται ως κόμβος για ανθρωπιστικές επιχειρήσεις, εκκενώσεις πολιτών και ευρωπαϊκή παρουσία στην περιοχή.
Σε αυτή τη γεωγραφική θέση, η ιδέα ότι η Κύπρος μπορεί απλώς να κηρύξει τον εαυτό της αποστρατικοποιημένο και να απαλλαγεί από τις απειλές είναι επικίνδυνα αφελής.
Κανένα ψήφισμα, κανένα διεθνές δίκαιο, δεν μπορεί να αποτελεί «ασπίδα» ενός μικρού κράτους απέναντι στις απειλές της εποχής μας. Οι απειλές δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν επειδή ένα κράτος αποφάσισε ότι δεν επιθυμεί να τις αντιμετωπίσει στρατιωτικά.
Η αποστρατικοποίηση δεν είναι σύστημα ασφάλειας
Η αποστρατικοποίηση δεν αποτελεί από μόνη της πολιτική ασφάλειας. Περιγράφει τι δεν θα διαθέτει το κράτος. Δεν εξηγεί ποιος θα το προστατεύει, με ποια μέσα, σε ποιο χρονικό διάστημα και με ποια δεσμευτική υποχρέωση αντίδρασης.
Αν η επανενωμένη Κύπρος δεν διαθέτει ένοπλες δυνάμεις ή κάποια αξιόπιστη αμυντική ικανότητα, τότε η ευθύνη της προστασίας της μεταφέρεται σε κάποιον άλλο.
Σε ποιον;
Στον ΟΗΕ; Στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Σε μια πολυεθνική δύναμη; Σε ορισμένα ισχυρά κράτη; Σε μια νέα εκδοχή εγγυητριών δυνάμεων; Ή σε μια συλλογική αμυντική συμμαχία;
Όσοι απορρίπτουν τόσο την εθνική άμυνα όσο και τη νατοϊκή επιλογή οφείλουν να παρουσιάσουν μια συγκεκριμένη και επιχειρησιακά αξιόπιστη εναλλακτική. Δεν αρκεί η επίκληση του διεθνούς δικαίου, όσο αναγκαίο και αν είναι. Το διεθνές δίκαιο θέτει τους κανόνες. Δεν διαθέτει πάντοτε τα μέσα για να σταματήσει εκείνον που αποφασίζει να τους παραβιάσει.
Η ειρήνη χρειάζεται και νομιμότητα αλλά και αποτροπή.
Ακόμη και τα συχνά παραδείγματα κρατών χωρίς μόνιμο στρατό δεν ενισχύουν πραγματικά το επιχείρημα της άοπλης Κύπρου. Η Ισλανδία, για παράδειγμα, δεν διαθέτει συμβατικές ένοπλες δυνάμεις, αλλά είναι μέλος του ΝΑΤΟ. Δεν εγκατέλειψε την ασφάλειά της στην καλή θέληση της διεθνούς κοινότητας. Την ενέταξε σε ένα ισχυρό σύστημα συλλογικής άμυνας.
Αυτό ακριβώς αποδεικνύει ότι η απουσία εθνικού στρατού δεν σημαίνει απουσία στρατιωτικής προστασίας. Συνήθως σημαίνει ότι την προστασία αναλαμβάνουν άλλοι.
Γιατί το ΝΑΤΟ πρέπει να βρίσκεται στην εξίσωση
Για να βάζουμε τα πράγματα σε μια σειρά όμως, θα πρέπει να σημειώσουμε πως το ΝΑΤΟ δεν είναι αλάνθαστο ούτε ουδέτερο ανθρωπιστικό ίδρυμα. Είναι μια πολιτικοστρατιωτική συμμαχία, στην οποία τα κράτη συμμετέχουν επειδή θεωρούν ότι η συλλογική ισχύς προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια από την απομόνωση. Αυτό ακριβώς είναι και το βασικό του πλεονέκτημα.
Μια ενδεχόμενη νατοϊκή διάσταση στη λύση θα μπορούσε να συμβάλει στην αντικατάσταση των μονομερών εγγυήσεων από ένα πολυμερές πλαίσιο. Θα μπορούσε να εντάξει την ασφάλεια της Κύπρου σε θεσμικούς μηχανισμούς σχεδιασμού, διαβούλευσης και διαλειτουργικότητας. Θα μπορούσε επίσης να μειώσει την εξάρτηση της μιας κοινότητας από την Ελλάδα και της άλλης από την Τουρκία, μεταφέροντας την ασφάλεια από το επίπεδο των εθνικών κηδεμονιών σε ένα ευρύτερο συλλογικό σύστημα.
Η Κύπρος επί της ουσίας, πρέπει να πάψει να χρειάζεται προστάτες.
Μια πολυμερής αρχιτεκτονική, με ισχυρή ευρωπαϊκή και ενδεχομένως νατοϊκή διάσταση, θα μπορούσε να υπηρετήσει ακριβώς αυτή την επιδίωξη: όχι την αντικατάσταση της τουρκικής ή της ελληνικής κηδεμονίας από μια νατοϊκή κηδεμονία, αλλά τη δημιουργία ενός συστήματος στο οποίο κανένα κράτος δεν θα έχει μονομερή δικαιώματα πάνω στην Κύπρο.
Παράλληλα, η Κύπρος θα μπορούσε να διατηρεί μια περιορισμένη, αμυντικά προσανατολισμένη και δικοινοτική δύναμη, προσαρμοσμένη στις ανάγκες ενός μικρού ευρωπαϊκού κράτους. Αποστολή της δεν θα ήταν η διεξαγωγή πολέμου εναντίον μιας περιφερειακής δύναμης, αλλά η επιτήρηση του εναέριου και θαλάσσιου χώρου, η προστασία κρίσιμων υποδομών, η κυβερνοάμυνα, η αντιμετώπιση ασύμμετρων απειλών και η ουσιαστική συμμετοχή σε συλλογικές επιχειρήσεις ασφάλειας.
Η επιλογή δεν είναι ανάμεσα σε μια υπερστρατιωτικοποιημένη Κύπρο και μια άοπλη ουτοπία. Υπάρχει και η λογική επιλογή ενός μικρού, σύγχρονου κράτους με δικές του βασικές δυνατότητες και ισχυρές διεθνείς συμμαχίες.
Οι δυσκολίες είναι πραγματικές
Έχοντας καταγράψει τα πιο πάνω, θα πρέπει να είναι απολύτως κατανοητό πως η προσέγγιση προς το ΝΑΤΟ δεν είναι απλή υπόθεση.
Το πρώτο και προφανέστερο εμπόδιο είναι η Τουρκία. Ως μέλος της Συμμαχίας μπορεί να εμποδίσει την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συνεπώς, καμία νατοϊκή προοπτική δεν μπορεί να υλοποιηθεί μηχανικά ή μονομερώς. Θα πρέπει να αποτελεί μέρος μιας συνολικής πολιτικής συμφωνίας.
Υπάρχει επίσης το πρόβλημα της αξιοπιστίας. Η Τουρκία είναι η χώρα από την οποία οι περισσότεροι Ελληνοκύπριοι θεωρούν ότι προέρχεται η βασική στρατιωτική απειλή. Είναι ταυτόχρονα μέλος του ΝΑΤΟ. Το ερώτημα πώς μια συμμαχία θα αντιμετωπίσει μια κρίση μεταξύ μελών της ή μια παραβίαση στην οποία εμπλέκεται ισχυρό κράτος-μέλος δεν είναι αβάσιμο. Το ίδιο το ΑΚΕΛ το θέτει ως βασικό επιχείρημα εναντίον της νατοϊκής προοπτικής.
Αυτή η ένσταση δεν πρέπει να απορρίπτεται με συνθήματα. Πρέπει να απαντηθεί με συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Μια λύση δεν θα μπορούσε απλώς να γράφει τη λέξη «ΝΑΤΟ» και να θεωρεί ότι το πρόβλημα της ασφάλειας επιλύθηκε. Θα χρειαζόταν σαφές σύστημα επιτήρησης της συμφωνίας, διαδικασίες αντιμετώπισης παραβιάσεων, διεθνής παρουσία κατά τη μεταβατική περίοδο, μηχανισμός επίλυσης διαφορών και ρητή απαγόρευση μονομερούς στρατιωτικής δράσης.
Θα χρειαζόταν επίσης να διασφαλιστεί ότι τόσο οι Ελληνοκύπριοι, όσο και οι Τουρκοκύπριοι δεν θα αισθανθούν ότι χάνουν την ασφάλεια που θεωρούν ότι σήμερα τους προσφέρει από τη μια η Εθνική Φρουρά και η Ελλάδα και από την άλλη η Τουρκία.
Τέλος, πρέπει να αναγνωριστεί ότι μια λύση του Κυπριακού θα περάσει μέσα από το πλαίσιο του ΟΗΕ. Η συμμετοχή του ΝΑΤΟ δεν μπορεί να εμφανίζεται ως αντικατάσταση της νομιμοποιητικής και διαμεσολαβητικής λειτουργίας των Ηνωμένων Εθνών. Ο ΟΗΕ, η Ευρωπαϊκή Ένωση και μια πιθανή νατοϊκή διάσταση θα μπορούσαν να έχουν διαφορετικούς και συμπληρωματικούς ρόλους.
Ο ρεαλισμός δεν είναι μιλιταρισμός
Το βασικό πολιτικό τέχνασμα των αντιπάλων της συζήτησης είναι να παρουσιάζουν κάθε αναφορά στο ΝΑΤΟ ή στην ανάγκη αμυντικών δυνατοτήτων ως μιλιταρισμό. Πρόκειται για εύκολο αλλά παραπλανητικό δίλημμα. Η διατήρηση ενόπλων δυνάμεων, δεν συνεπάγεται με επιθυμία για πόλεμο, με τον ίδιο τρόπο που η διατήρηση πυροσβεστικών δυνάμεων δεν συνεπάγεται με επιθυμία για πυρκαγιές. Σημαίνει αναγνώριση του γεγονότος ότι οι κίνδυνοι υπάρχουν και ότι το κράτος οφείλει να διαθέτει μηχανισμούς αντιμετώπισής τους.
Συνεπώς η Κύπρος πρέπει να σταματήσει να συγχέει την ειρηνική πρόθεση με την αμυντική αδυναμία. Η ιστορία δεν διδάσκει ότι οι άοπλοι είναι πάντοτε ασφαλείς. Διδάσκει ότι η ασφάλεια των μικρών κρατών εξαρτάται από έναν συνδυασμό νομιμότητας, διπλωματίας, εσωτερικής ανθεκτικότητας, εθνικών δυνατοτήτων και αξιόπιστων συμμαχιών.
Η συζήτηση πρέπει να γίνει χωρίς ταμπού
Το ΝΑΤΟ δεν μπορεί να επιλύσει τις πολιτικές διαφορές ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους, ούτε να εξουδετερώσει τις συνέπειες δεκαετιών δυσπιστίας.
Μπορεί, όμως, να αποτελέσει μέρος της απάντησης στο πιο δύσκολο ερώτημα της επόμενης ημέρας.
Γι’ αυτό και η εκ προοιμίου απόρριψή του δεν αποτελεί σοβαρή πολιτική. Αποτελεί ιδεολογική απαγόρευση της συζήτησης.
Το κρίσιμο ερώτημα προς όσους απορρίπτουν ταυτόχρονα τον στρατό, το ΝΑΤΟ και κάθε μορφή ισχυρής εξωτερικής εγγύησης παραμένει αμείλικτο:
Ποιος ακριβώς θα προστατεύσει μια αποστρατικοποιημένη Κύπρο όταν η διπλωματία αποτύχει, όταν οι συμφωνίες παραβιαστούν ή όταν μια εξωτερική κρίση φτάσει στις ακτές της;
Μέχρι να δοθεί συγκεκριμένη απάντηση, η αποστρατικοποίηση δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως ολοκληρωμένη στρατηγική.
Η Κύπρος έχει κάθε λόγο να επιδιώκει την ειρήνη. Δεν έχει, όμως, την πολυτέλεια να είναι απροστάτευτη. Μια επανενωμένη Κύπρος χρειάζεται κατάργηση των μονομερών εγγυήσεων, αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων, ισχυρή ευρωπαϊκή παρουσία, ουσιαστικό ρόλο του ΟΗΕ, περιορισμένες αλλά αξιόπιστες δικές της αμυντικές δυνατότητες και ένταξη σε μια αποτελεσματική αρχιτεκτονική συλλογικής ασφάλειας.
Σε αυτή την αρχιτεκτονική, το ΝΑΤΟ δεν πρέπει να θεωρείται ούτε σωτήρας ούτε δαίμονας. Αλλά πρέπει να αξιολογηθεί ως εργαλείο.
Νικόλας Ζαννέττος / Διευθυντής Redwolf: The PR