Το επιθετικό ύφος προς τους πολιτικούς αντιπάλους δεν διέφερε σε τίποτα από προεκλογικές διαδικασίες και περιόδους ισχυρής πόλωσης
Μετά το πέρας της ομιλίας για την Κατάσταση του Έθνους (State of the Union), ο Ντόναλντ Τραμπ επιβεβαίωσε τον τόνο που έχει λάβει η εκ των κορυφαίων θεσμική αυτή διαδικασία την τελευταία μιάμιση δεκαετία: Θύμισε περισσότερο μια προεκλογική ομιλία ενόψει των προσεχών ενδιάμεσων εκλογών και λιγότερο την κατεξοχήν ενωτική παρουσία του Προέδρου των ΗΠΑ στην αρχή της ημερολογιακής χρονιάς, δίνοντας την εντύπωση ότι απευθύνεται κυρίως στους πιστούς ή αμφινταλαντευόμενους δυνάμει ψηφοφόρους και όχι σε κάθε Αμερικανό, ανεξαρτήτως πεποιθήσεων.
Αιτία για την παραπάνω διαπίστωση δεν αποτελεί μόνο η όχι και τόσο συναινετική ρητορική του, όσο κυρίως η θεματολογία γύρω από την οποία επέλεξε να κινηθεί, εστιάζοντας, σε συντριπτικό ποσοστό, σε θέματα εσωτερικού της χώρας. Την ίδια στιγμή, δεν αναλώθηκε ιδιαίτερα στην εξωτερική πολιτική, την εθνική ασφάλεια και διεθνείς εξελίξεις, ενώ διανύουμε μια περίοδο κατά την οποία οι αποφάσεις του Λευκού Οίκου ενδέχεται να διαμορφώσουν νέες ισορροπίες, σε έναν πολύ πιο εύθραυστο κόσμο απ’ ότι κάποτε γνωρίζαμε.
Παράλληλα, η εκτίμηση του Αμερικανού προέδρου για την κατάσταση που επικρατεί στην χώρα, θύμιζε την επιχειρηματολογία που χρησιμοποιούσε και σε περιστάσεις που είχε πολιτικό αντίλογο, όπως οι προεκλογικές τηλεοπτικές αναμετρήσεις με αντιπάλους του: Τομείς όπως η οικονομία, η ενέργεια, η υγειονομική περίθαλψη και το κόστος ζωής εμφανίζονταν είτε σε τροχιά προόδου, είτε σε συνθήκες απόλυτης βελτίωσης. Οι αναφορές του Ντόναλντ Τραμπ, διανθισμένες μεν με μια ρητορική απολυτότητα αλλά σε πολλές περιπτώσεις χωρίς ασφαλή αριθμητικά στοιχεία, είχαν ως στόχο να στείλουν το μήνυμα στους ψηφοφόρους που διαμορφώνουν εκλογικά αποτελέσματα – στοχευμένες κοινωνικές ομάδες που συγκροτούν τις διεκδικούμενες βουλευτικές περιφέρειες – πως η παρουσιαζόμενη πρόοδος θα αρχίσει σύντομα να αποτυπώνεται στην καθημερινότητα, εάν αυτό δεν έχει συμβεί ήδη.
Στον αντίποδα, το επιθετικό ύφος προς τους πολιτικούς αντιπάλους δεν διέφερε σε τίποτα από προεκλογικές διαδικασίες και περιόδους ισχυρής πόλωσης: Η αποστροφή “Ντροπή σας” προς το σύνολο των εκλεγμένων του Δημοκρατικού Κόμματος, αλλά και οι συνήθεις απαξιωτικές αναφορές για συγκεκριμένα πρόσωπα με τα οποία ουδέποτε θα υπάρξει έστω κι ένα στοιχειώδες κανάλι επικοινωνίας – όπως η Βουλευτής Ιλχάν Ομάρ – πριν από 15 χρόνια θα ξένιζαν, πλέον όμως αποτελούν σύνηθες φαινόμενο.
Επιπροσθέτως, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν “στρογγύλεψε” στο ελάχιστο τις θέσεις του για ζητήματα όπως το μεταναστευτικό, παρά την κατακραυγή για την δράση του ICE ή τις δυο ζωές Αμερικανών πολιτών που, έστω και με πολιτικό αντίλογο για την δράση τους, χάθηκαν στην Μινεσσότα. Το γεγονός αυτό ενισχύει τα παραπάνω: Ο Αμερικανός πρόεδρος γνωρίζει πως οι σφοδροί επικριτές της κατασταλτικής δράσης των εξουσιοδοτημένων σωμάτων Εσωτερικής Ασφάλειας, ουδέποτε θα μεταβάλλουν την στάση τους προς την ατζέντα του ή θα στηρίξουν πολιτικούς που την υλοποιούν. Αντίθετα, η συνεχής αναφορά σε περιπτώσεις αλλοδαπών ποινικών που εισήλθαν στην χώρα επί διακυβέρνησης Μπάιντεν, έχει ως στόχο να υπενθυμίσει στους ψηφοφόρους που κάνουν δεύτερες σκέψεις το ζήτημα της ασφάλειας, ένα αντανακλαστικό που μπορεί να λειτουργήσει στην αμφιταλαντευόμενη μεσαία τάξη.
Στο θέμα της ασφάλειας, θα ήταν καλό να δοθεί έμφαση στην αναφορά του Ντόναλντ Τραμπ στον Δήμαρχο Νέας Υόρκης, Ζόραν Μαμντάνι, με αφορμή το περιστατικό με τον χιονοπόλεμο και την Αστυνομία στο Ουάσιγκτον Παρκ: Ο πρόεδρος των ΗΠΑ αναμένεται να προσπαθήσει κι άλλες φορές να αξιοποιήσει την πιο φιλελεύθερη στάση του κ. Μαμντάνι απέναντι στην αστυνόμευση, ταυτίζοντας το σύνολο του Δημοκρατικού Κόμματος με την ριζοπαστική του πτέρυγα, προκειμένου να ενεργοποιήσει συγκεκριμένα πολιτικά αντανακλαστικά του μέσου Αμερικανού, με τον ίδιο τρόπο που το έπραξε επιτυχώς το 2016 και το 2024.
Ασφαλώς, η ευθύνη για το κλίμα που διαμορφώθηκε δεν βαραίνει αποκλειστικά τον τόνο και την προσωπικότητα του Ντόναλντ Τραμπ: Η πολιτική συζήτηση, ένεκα και των κοινωνικών δικτύων, είναι πλέον πολύ πιο διευρυμένη και αρκετά πιο τεταμένη σε σχέση με το παρελθόν, ενώ η διαμόρφωση “ασφαλών” εκλογικών περιφερειών μέσω επαναχαράξεων με κομματικά κριτήρια, δεν υποχρεώνει, προεκλογικά, ένα μεγάλο ποσοστό των Βουλευτών να δείχνουν “μετριοπαθείς”. Ούτε, προφανώς, θα αλλάξει ιδιαίτερα το σκηνικό εάν το 2028 προεδρεύει π.χ. ο Δημοκρατικός Γκάβιν Νιούσομ, ο νυν αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς ή κάποιο άλλο πρόσωπο.
Οι στιγμές απόλυτης ομοψυχίας, όπως το καθολικό χειροκρότημα κατά την ομιλία του Τζορτζ Μπους του Νεότερου στην αντίστοιχη ομιλία λίγους μήνες μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 φαίνονται πολύ πιο μακρινές ακόμη και από την ούτως ή άλλως ευρεία χρονική παρέλευση της 25ετίας.