weather widget icon
9.8 °C
ΚΥΡΙΑΚΗ
12.04.2026 10:18
Powered by:
Μέλος του ομίλου
Alpha Cyprus
alpha-letter
ΝΙΚΟΛΑΣ ΖΑΝΝΕΤΤΟΣ

ΝΙΚΟΛΑΣ ΖΑΝΝΕΤΤΟΣ

Η καταγγελία γίνεται πολιτική πρόταση. Η αγανάκτηση μετατρέπεται σε πολιτικό αφήγημα

«Οι εκλογές κρίνονται στα Social Media». «Ποια εφημερίδα και ποια κανάλια; Τα Social Media». «Τα Social Media καθορίζουν το παιχνίδι». Αυτές είναι μερικές στερεότυπες κουβέντες που ακούγονται τα τελευταία χρόνια και που ενόψει των Βουλευτικών Εκλογών του ερχόμενου Μαΐου, γίνονται και πάλι επίκαιρες. Είναι έτσι όμως τα πράγματα; Ποια είναι τελικά η επιρροή τους και σε ποιο βαθμό αφορούν τον κάθε υποψήφιο αλλά και τους ψηφοφόρους;

Τι λένε τα δεδομένα

Τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης έχουν μπει στο πεδίο της πολιτικής επικοινωνίας εδώ και αρκετά χρόνια. Οι βουλευτικές εκλογές στην Κύπρο, συνέπεσαν με την απαγόρευση της πολιτικής διαφήμισης στα Social Media. Με απλά λόγια, δεν μπορείς πλέον να πληρώσεις για να προωθήσεις το πολιτικό περιεχόμενο που παράγεις. Για να το αντιμετωπίσουν αυτό, υποψήφιοι καταλήγουν στο φαινόμενο της υπερπαραγωγής περιεχομένου, με πολλά βίντεο, reels και posts σε μια προσπάθεια να κινητοποιήσουν τον αλγόριθμο υπέρ τους.

Advertisement

Η διεθνής βιβλιογραφία δεν στηρίζει τον ισχυρισμό ότι τα social media από μόνα τους κερδίζουν εκλογές. Στηρίζει όμως ξεκάθαρα ότι επηρεάζουν την ατζέντα, την ορατότητα, την κινητοποίηση και το ύφος του δημόσιου διαλόγου και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούν να επηρεάσουν και εκλογικά αποτελέσματα. Οι έρευνες δείχνουν ότι το βασικό τους αποτύπωμα, δεν είναι τόσο στην άμεση αλλαγή ψήφου, αλλά στο ποιος ακούγεται, ποιο θέμα κυριαρχεί, ποιος κινητοποιείται και ποιος θυμώνει.

Το χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το γνωστό πείραμα των 61 εκατομμυρίων χρηστών στο Facebook στις ΗΠΑ όπου ένα απλό “get out the vote” μήνυμα επηρέασε την πραγματική προσέλευση στην κάλπη. Αντίθετα, σε άλλες περιπτώσεις όπως η αφαίρεση πολιτικών διαφημίσεων πριν τις εκλογές του 2020 δεν καταγράφηκε ουσιαστική επίδραση στην επιλογή υποψηφίων.

Καθόλα τυχαία ο Φειδίας Παναγιώτου, τόσο στις Ευρωεκλογές του 2025, όσο και στην εν εξελίξει εκστρατεία για τις Βουλευτικές εκλογές, έκανε ολόκληρη εκστρατεία ζωντανά στα Social Media για να εγγράψει νέους ψηφοφόρους στους εκλογικούς καταλόγους. Το πέτυχε όπως φαίνεται σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ότι τα παραδοσιακά κόμματα τα προηγούμενα χρόνια.

Advertisement

Στην Κύπρο σήμερα, η δυναμική που απέκτησαν νεοσυσταθέντα κινήματα, δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με όρους Social Media. Αντικατοπτρίζει μια βαθύτερη κοινωνική δυναμική: κόπωση, δυσπιστία, ανάγκη για κάτι διαφορετικό.

Τα social media, όμως, λειτουργούν ως επιταχυντής. Δίνουν τη δυνατότητα σε αυτά τα σχήματα και σε μεμονωμένες προσωπικότητες να παρακάμψουν τα φίλτρα, να μιλήσουν απευθείας στον πολίτη και να χτίσουν γρήγορα κοινό. Και το κάνουν, σε μεγάλο βαθμό, επενδύοντας σε τρία πράγματα: απλότητα, συναίσθημα και σύγκρουση.

Advertisement

Εκεί ακριβώς εντοπίζεται και η στρέβλωση. Το περιεχόμενο που ανταμείβεται περισσότερο στα Social Media, δεν είναι αυτό που αναλύει ή προτείνει λύσεις, αλλά αυτό που καταγγέλλει και εξοργίζει.

Έτσι, βλέπουμε ολοένα και περισσότερες προσωπικότητες να παράγουν καθημερινά βίντεο, να υπόσχονται εύκολες λύσεις και να καταγγέλλουν φαινόμενα «διαφθοράς», χωρίς να μπαίνουν στην ίδια ένταση και στην ίδια συχνότητα στη συζήτηση για το πώς αλλάζει αυτό στην πράξη. Η καταγγελία γίνεται πολιτική πρόταση. Η αγανάκτηση μετατρέπεται σε πολιτικό αφήγημα. Αυτό βρίσκει ανταπόκριση, γιατί πατά πάνω σε υπαρκτές εμπειρίες των ψηφοφόρων και συνδέεται με προωθούμενες απλοϊκές αναλύσεις όπως:

  • «Το ρεύμα είναι ακριβό γιατί κάποιοι εξυπηρετούν συμφέροντα»
  • «Τα επιτόκια είναι στα ύψη, γιατί κάποιοι δίνουν όπλα στην Ουκρανία»
  • «Δεν τα βγάζεις οικονομικά πέρα, διότι υπάρχει υπερσυγκέντρωση του πλούτου»
  • «Δεν μπορείς να χτίσεις σπίτι, επειδή εκείνοι που έδιναν διαβατήρια και πωλούσαν ακριβά ακίνητα έσπρωξαν τις τιμές προς τα πάνω»
  • «Όλοι είναι διεφθαρμένοι, κλέφτες και ψεύτες»

Το αποτέλεσμα είναι η υπερδιόγκωση των αρνητικών συναισθημάτων στην κοινωνία και η δημιουργία προδιάθεσης για τιμωρητική ψήφο, χωρίς απαραίτητα αυτή να μεταφράζεται σε ψήφο ή να κατευθύνεται προς συγκεκριμένους υποψηφίους.

Advertisement

Στην περίπτωση της Κύπρου, εκείνο που μπορεί να διαπιστωθεί, είναι η αξιοποίηση των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, για συναισθηματική ταύτιση και αντισυστημική κινητοποίηση. Ιδιαίτερα σήμερα που συγκεκριμένα κοινά, δεν παρακολουθούν τηλεόραση, δεν διαβάζουν εφημερίδα και δεν ακολουθούν τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης γενικότερα. Ενημερώνονται, από βίντεο, reels, δηλώσεις, αντιδράσεις, σχόλια…το δηλώνουν άλλωστε και σε έρευνες κοινής γνώμης.

Η εποχή των εντυπώσεων

Τα προηγούμενα χρόνια, αν κάτι σχολιαζόταν, ήταν ότι περάσαμε από την εποχή της ουσίας, στην εποχή των εντυπώσεων. Υπάρχουν υποψήφιοι, που δεν θα τους δούμε σχεδόν ποτέ να συζητούν σε πάνελ ή να δίνουν συνέντευξη σε δημοσιογράφο που θα τους βάλει πίεση για να δώσουν απαντήσεις. Κι αυτό δεν είναι τυχαίο. Ο μονόλογος αποτελεί ασφαλέστερη επιλογή για να περάσει κανείς τα μηνύματα που θέλει.

Ο κίνδυνος γελοιοποίησης

Έχοντας παγιωθεί πλέον η αντίληψη ότι τα social media αποτελούν ένα ισχυρό εργαλείο πολιτικής επιρροής, ολοένα και περισσότεροι υποψήφιοι επιχειρούν να προσαρμοστούν σε αυτά. Όχι πάντα με επιτυχία. Αντιθέτως, σε αρκετές περιπτώσεις, το αποτέλεσμα είναι το αντίθετο από το επιδιωκόμενο.

Advertisement

Υποψήφιοι που δεν κατανοούν τη λογική αυτών των μέσων, καταλήγουν να αναπαράγουν περιεχόμενο που δεν ταιριάζει ούτε στο μέσο ούτε στην προσωπικότητά τους. Φωτογραφίες και βίντεο που μοιάζουν επιτηδευμένα, “αυθόρμητες” στιγμές που είναι εμφανώς σκηνοθετημένες. Στην προσπάθειά τους να φανούν πιο προσιτοί, καταλήγουν να αποδυναμώνουν την αξιοπιστία τους.

Η διεθνής βιβλιογραφία γύρω από την πολιτική επικοινωνία είναι αρκετά σαφής σε αυτό το σημείο. H αποτελεσματικότητα στα social media δεν προκύπτει από τη μίμηση, αλλά από τη συνέπεια μεταξύ ταυτότητας και περιεχομένου. Οι ψηφοφόροι μπορούν να ανεχθούν ακόμη και ατέλειες ή απλοποιήσεις, αλλά αντιλαμβάνονται πολύ εύκολα την κατασκευή και την ασυνέπεια. Όταν υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ του ποιος είναι ένας πολιτικός και του πώς προσπαθεί να παρουσιαστεί, η αξιοπιστία του πλήττεται.

Στην κυπριακή προεκλογική πραγματικότητα, αυτό μεταφράζεται σε ένα φαινόμενο που γίνεται ολοένα και πιο ορατό: πολιτικοί που, στην προσπάθειά τους να προσαρμοστούν σε ένα ψηφιακό περιβάλλον που δεν τους είναι οικείο, εκτίθενται. Και αντί να ενισχύσουν την εικόνα τους, προκαλούν το αντίθετο αποτέλεσμα.

Τελευταίο ερώτημα

Ο καθένας από εμάς μπορεί να αναλογιστεί, σε προσωπικό επίπεδο, αν και σε ποιο βαθμό η απόφασή του επηρεάζεται από όσα βλέπει και διαβάζει στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Κατά πόσο η τελική του επιλογή στην κάλπη, ποιον θα εμπιστευτεί, ποιον θα σταυρώσει,  διαμορφώνεται μέσα από αυτό το περιβάλλον.

Μπορεί επίσης να αναρωτηθεί σε ποιο βαθμό έχει επηρεαστεί η ψυχολογία του τους τελευταίους μήνες. Πόσος θυμός, πόση απογοήτευση, πόση καχυποψία έχουν περάσει, σχεδόν αθόρυβα, μέσα από την καθημερινή έκθεση σε αρνητικό περιεχόμενο.

Αλήθεια τώρα: πότε ήταν η τελευταία φορά που είδατε κάτι που να σας δημιουργεί αισιοδοξία για το αύριο;

Η απάντηση είναι, πιθανότατα, κοινή για τους περισσότερους. Κι αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο από όλα. Γιατί αν ο δημόσιος λόγος δεν αφήνει χώρο ούτε για ελπίδα, τότε το πρόβλημα είναι βαθιά πολιτικό.