Η επόμενη κρίση ενδέχεται να ξεκινήσει από το δυσβάσταχτο ενεργειακό κόστος και να καταλήξει απευθείας στις τσέπες μας
Έχουμε παγιδευτεί ανάμεσα στις πανάκριβες υποδομές που καθυστερούν και στην πραγματικότητα του ντίζελ στα δύο ευρώ το λίτρο. Η πολιτική ηγεσία οφείλει να αναζητήσει διέξοδο τώρα, αν δεν θέλει να δει την ενεργειακή κρίση να τινάζει στον αέρα την κοινωνία και την οικονομία. Για να το πετύχει, πρέπει πρώτα να εγκαταλείψει την αντίληψη ότι περνάμε μια προσωρινή περίοδο δυσκολιών και να αντιμετωπίσει την κατάσταση ως μια νέα, μόνιμη πραγματικότητα. Μόνο έτσι θα μπορέσει να προχωρήσει σε άμεσες και ορθολογικές αποφάσεις, ακόμη κι αν αυτές έχουν πολιτικό κόστος.
Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση και οι αρμόδιοι φορείς οφείλουν να λάβουν σοβαρά υπόψη τις προειδοποιήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και να συντονιστούν εγκαίρως με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε να αποφευχθούν νέες καθυστερήσεις. Τα δεδομένα δείχνουν ότι υπάρχει ακόμη ένα περιορισμένο χρονικό περιθώριο για να αποτραπούν τα χειρότερα. Αν η πολιτική ηγεσία αφήσει αυτή την ευκαιρία να χαθεί, θα περιμένουμε και πάλι τις εξεταστικές επιτροπές να μας εξηγήσουν εκ των υστέρων γιατί όλα ήταν αναπόφευκτα.
Από το ’13 στο σήμερα
Αναπόφευκτη θεωρήθηκε και η κρίση της περιόδου 2007-2013, η οποία ξεκίνησε από την αγορά ακινήτων και μεταφέρθηκε στις τράπεζες και στα δημόσια οικονομικά. Ωστόσο, η επόμενη κρίση ενδέχεται να ξεκινήσει από το δυσβάσταχτο ενεργειακό κόστος και να καταλήξει απευθείας στις τσέπες μας. Το μοτίβο, πάντως, παρουσιάζει ανησυχητικές ομοιότητες: ένα δύσκολο και απρόβλεπτο διεθνές περιβάλλον, επαναλαμβανόμενες εγχώριες αστοχίες και ένας εφησυχασμός που καθυστερεί τη λήψη των αναγκαίων αποφάσεων.
Και όμως, από το 2022 ζούμε αυτή τη νέα πραγματικότητα του υψηλού πληθωρισμού και της πανάκριβης ενέργειας, παρά τα διαλείμματα αποκλιμάκωσης. Την ίδια ώρα, εδώ και δεκαετίες, οι αρμόδιοι προσπαθούν να εξασφαλίσουν επαρκείς προμήθειες φυσικού αερίου και να δημιουργήσουν σύγχρονες ενεργειακές υποδομές, χωρίς να έχουν εξασφαλίσει όσα απαιτούνται. Το αποτέλεσμα είναι έργα να βρίσκονται σε διαιτησία, το κόστος να αυξάνεται και να ανταλλάσσουμε δηλητηριώδεις ματιές με την Ελλάδα στην περίπτωση του Great Sea Interconnector (GSI), ενώ το πλοίο-πλατφόρμα «Προμηθέας» βρίσκεται στον κόλπο της Μαλάκα. Στις «επιτυχίες» συγκαταλέγεται και το γεγονός ότι επιστρέψαμε 67 εκατ. ευρώ στην ΕΕ λόγω παρατυπιών στη σύμβαση για το τερματικό στο Βασιλικό, ενώ το έργο βρίσκεται υπό διερεύνηση από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για ενδεχόμενη απάτη, κατάχρηση και διαφθορά.
Αυτά πληρώνουμε σήμερα και, πλέον, ο λογαριασμός δεν περιορίζεται στην ενέργεια. Μεταφέρεται σε όλο και περισσότερα προϊόντα και υπηρεσίες, διαβρώνοντας την αγοραστική δύναμη των πολιτών και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Ο πληθωρισμός του 5,2% για τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο αποτελεί ακόμη μία προειδοποίηση που η κυβέρνηση δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοήσει.
Ωστόσο, όσο η οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται, θα υπάρχει κάποιο περιθώριο αντίδρασης. Τουλάχιστον για φέτος και τον επόμενο χρόνο, αναμένεται να διατηρηθεί η ανάπτυξη. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΔΝΤ, ο ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ εκτιμάται στο 2,9% φέτος και στο 3,2% το επόμενο έτος, ενώ η ανεργία προβλέπεται να υποχωρήσει στο 4%. Στα θετικά συγκαταλέγονται και τα υψηλά δημοσιονομικά πλεονάσματα, τα οποία προσφέρουν περιθώρια για την ολοκλήρωση κρίσιμων έργων υποδομής, την αποπληρωμή των υποχρεώσεων που συνδέονται με την πανδημία και το Μνημόνιο, αλλά και τη στήριξη των ευάλωτων ομάδων μέσω μόνιμων και στοχευμένων μηχανισμών. Η κυβέρνηση οφείλει να αξιοποιήσει αυτά τα περιθώρια με συγκεκριμένες προτεραιότητες και όχι να τα αντιμετωπίζει ως ανεξάντλητη πηγή χρηματοδότησης.
Το κρατικό μισθολόγιο
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι υπάρχουν χρήματα για όλα. Η κυβέρνηση, αλλά και η Βουλή, πρέπει να αποκλείσουν τη διόγκωση του κρατικού μισθολογίου χωρίς ουσιαστική αιτιολόγηση, να αξιολογήσουν αυστηρά τα έργα αμφίβολης προστιθέμενης αξίας και να αποφύγουν οριζόντια μέτρα για την αντιμετώπιση της ακρίβειας. Η πολιτική ηγεσία οφείλει, επίσης, να αντισταθεί στις πιέσεις κάθε οργανωμένης ομάδας που διεκδικεί πρόσθετους πόρους χωρίς να λαμβάνει υπόψη το δημοσιονομικό κόστος. Και τέτοιες ομάδες υπάρχουν πολλές.
Από τους κουρεμένους κατόχους αξιογράφων μέχρι τους υψηλόμισθους αξιωματούχους και τεχνοκράτες που λαμβάνουν ΑΤΑ, ακόμη και για αποστολές ενημέρωσης Αφρικανών σχετικά με το Κυπριακό. Αυτού του είδους τις σπατάλες πρέπει να ελέγξει η κυβέρνηση, ακόμη κι αν πρόκειται για προεκλογική χρονιά. Πρέπει να καταστεί σαφές ότι η πολιτική ηγεσία δεν μπορεί να αποφεύγει τις δύσκολες αποφάσεις ούτε να καλλιεργεί προσδοκίες που δεν στηρίζονται στις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες της χώρας.
Αν, σε αυτό το περιβάλλον, η οικονομία περάσει σε ύφεση, η σημερινή δύσκολη κατάσταση μπορεί να γίνει πραγματικά αβίωτη. Τα περιθώρια στήριξης θα περιοριστούν ακριβώς τη στιγμή που οι ανάγκες θα αυξάνονται. Γι’ αυτό η κυβέρνηση πρέπει να ενεργήσει όσο η οικονομία εξακολουθεί να διαθέτει αντοχές, αντί να περιμένει μέχρι να περιοριστούν τα διαθέσιμα μέσα παρέμβασης.
Εκτός, βέβαια, αν η πολιτική ηγεσία πιστεύει ότι η κρίση θα μας προσπεράσει. Αν θεωρεί ότι η τιμή των 100 δολαρίων το βαρέλι για το πετρέλαιο Brent είναι προσωρινή και ότι σύντομα θα επιστρέψουμε στα 50 ή στα 60 δολάρια, οφείλει να εξηγήσει σε ποια δεδομένα στηρίζει αυτή την εκτίμηση. Μια τέτοια προσδοκία προϋποθέτει όχι μόνο ότι οι πολεμικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και στην Ευρώπη θα τερματιστούν σύντομα, αλλά και ότι οι διεθνείς αγορές ενέργειας, οι μεταφορές και οι εφοδιαστικές αλυσίδες θα επιστρέψουν γρήγορα στις συνθήκες του 2022.
Αναθεώρηση της ενεργειακής στρατηγικής
Η πολιτική ηγεσία πρέπει, επίσης, να αναθεωρήσει τη στρατηγική της για την ενεργειακή μετάβαση, λαμβάνοντας υπόψη την πραγματικότητα της κλιματικής αλλαγής και όχι αντιμετωπίζοντάς την ως κάτι αφηρημένο. Στην πράξη, όμως, οι καθυστερήσεις, η απουσία αίσθησης του κατεπείγοντος και η επιμονή σε μέτρα «παυσίπονα» δημιουργούν την εντύπωση ότι οι αρμόδιοι εξακολουθούν να ποντάρουν στην επιστροφή μιας πραγματικότητας που ενδέχεται να μην υπάρξει ξανά με τους ίδιους όρους.
Η κυβέρνηση πρέπει, επομένως, να αναλάβει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες και να διαπραγματευτεί εγκαίρως με την Ευρωπαϊκή Ένωση το πλαίσιο που θα επιτρέψει την αποτελεσματική αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης. Η δημοσιονομική ευελιξία που ζητά η Κύπρος έχει νόημα μόνο εφόσον συνοδεύεται από σαφείς προτεραιότητες και αντίστοιχη ανακατανομή πόρων. Πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η ΕΕ δεν θα επιτρέψει πρόσθετο δανεισμό, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους χρηματοδότησης και υψηλού δημόσιου χρέους στην Ευρωζώνη.
Η Κύπρος χρειάζεται, επομένως, ένα συγκεκριμένο δημοσιονομικό σχέδιο για την ενέργεια. Η κυβέρνηση οφείλει να καθορίσει σαφείς στόχους και χρονοδιαγράμματα, να κοστολογήσει τις παρεμβάσεις της και να θέσει μετρήσιμα κριτήρια αξιολόγησης. Χρειάζονται έργα ουσίας για την οικονομία, μακριά από γεωπολιτικές εξισώσεις. Η κυβέρνηση πρέπει, δηλαδή, να ιεραρχήσει τις αναγκαίες ενεργειακές υποδομές, να επιταχύνει όσα έργα μπορούν πράγματι να μειώσουν το κόστος, να στηρίξει στοχευμένα όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη και να διασφαλίσει ότι κάθε ευρώ δημόσιου χρήματος αποδίδει πραγματική αξία.
Ο χρόνος υπάρχει ακόμη, αλλά δεν είναι απεριόριστος. Και το χειρότερο σενάριο δεν είναι να ληφθούν σήμερα δύσκολες αποφάσεις. Είναι να αναγκαστεί η χώρα αύριο να πάρει πολύ δυσκολότερες, επειδή θα έχουν εξαντληθεί οι διαθέσιμες επιλογές.