Παντού σχεδόν στην Ευρώπη, όπου η Κεντροδεξιά επιλέγει το γήπεδο της ιδεολογικής έξαψης και των ταυτοτικών αποκλεισμών, καταλήγει σχεδόν πάντα να ηττάται. Η ιδεολογική πόλωση ευνοεί τα άκρα
Οι πρόσφατες εσωκομματικές εντάσεις στον ΔΗΣΥ κατά τη διαδικασία επιλογής προεδρικού υποψηφίου επανέφεραν στο δημόσιο διάλογο τα αντιακελικά αντανακλαστικά της παράταξης, με πολλά στελέχη να κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για το ενδεχόμενο επανόδου της Αριστεράς στην εξουσία. Υπό το φως αυτό διατυπώνονται τις τελευταίες βδομάδες προτάσεις για το πώς το ενδεχόμενο αυτό θα μπορούσε να αποτραπεί μέσω κάποιας προσυνεννόησης ανάμεσα στον ΔΗΣΥ και στον Νίκο Χριστοδουλίδη, για αλληλοϋποστήριξη στον δεύτερο γύρο των εκλογών.
Η ανάδειξη ενός τέτοιου πολιτικού προτάγματος δεν αποτελεί σίγουρα κεραυνό εν αιθρία. Άλλωστε, καθ’ όλο το προηγούμενο διάστημα — και ιδιαίτερα κατά την περίοδο των βουλευτικών εκλογών — ο ΔΗΣΥ διατήρησε ψηλότερα στην ατζέντα του την αντιακελική ρητορική, παρά την κριτική προς την κυβέρνηση. Στην πραγματικότητα, η ιδεολογική περιχαράκωση ανάμεσα σε Δεξιά και Αριστερά, αποτελεί δομικό στοιχείο της κουλτούρας και των δύο μεγάλων πολιτικών κομμάτων της Κύπρου. Ιστορικά, το διπολικό αυτό σχήμα λειτούργησε ως ένα εξαιρετικά ισχυρό εργαλείο πολιτικής οριοθέτησης και ιδεολογικής συσπείρωσης.
Το κρίσιμο ερώτημα βεβαίως για τον ΔΗΣΥ, σήμερα, είναι κατά πόσον η δοκιμασμένη αυτή συνταγή του αντιακελισμού παραμένει ικανή να αποτελέσει το κύριο στρατηγικό του όπλο ενόψει και των προεδρικών εκλογών του 2028. Η πρόκληση δεν έγκειται μόνο στο γεγονός ότι ο παραδοσιακός διπολισμός έχει ήδη υποχωρήσει σημαντικά μπροστά στην άνοδο της Ακροδεξιάς, καθώς και νεοπαγών κομματικών σχηματισμών. Έχει να κάνει, πρωτίστως, με ένα πρωτόγνωρο εσωτερικό ανταγωνισμό εντός του ίδιου του πολιτικού χώρου της Δεξιάς, το οποίο μεταβάλλει ουσιαστικά τους όρους του πολιτικού ανταγωνισμού.
Ένα κόμμα δεν απειλείται μόνο από όσους έχουν διαφορετικές ιδεολογικές θέσεις. Κατ’ ακρίβειαν, η μεγαλύτερη απειλή προέρχεται από όσους, προβάλλοντας παρόμοιες θέσεις, διεκδικούν το ίδιο ακριβώς ακροατήριο, αμφισβητώντας την πολιτική του ηγεμονία εκ των έσω και διασπώντας την εκλογική του βάση. Είναι υπ’ αυτό το πρίσμα που θα πρέπει να συνεκτιμηθεί, συνεπώς, σε ποιο βαθμό η παλιά συνταγή της αντιακελικής ρητορικής εξυπηρετεί τους πολιτικούς στόχους του Δημοκρατικού Συναγερμού ενόψει προεδρικών εκλογών.
Προτού, όμως, προχωρήσουμε στην ανάλυση αυτή, είναι χρήσιμο να εξετάσουμε σε μεγαλύτερο βάθος πώς ο αντιακελισμός λειτούργησε ως ιδεολογικό εργαλείο, αλλά και ως εργαλείο εκλογικής στρατηγικής στην εξέλιξη των χρόνων, προκειμένου να κατανοήσουμε καλύτερα πώς διαφοροποιούνται τα δεδομένα σήμερα.
Η αντιακελισμός ως ιδεολογικό εργαλείο
Για να κατανοήσουμε την μεγάλη απήχηση του αντιακελισμού στην κοινωνική βάση της Δεξιάς πρέπει να επιστρέψουμε στο ιστορικό περιβάλλον μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η αντιπαράθεση Δεξιάς και Αριστεράς δεν περιοριζόταν σε διαφωνίες για την οικονομική πολιτική ή τον ρόλο του κράτους. Εντασσόταν σε μια ευρύτερη σύγκρουση ανάμεσα σε ανταγωνιστικά πολιτικά και κοινωνικά συστήματα, συνδεόταν με γεωπολιτικές συμμαχίες και προσλάμβανε συχνά υπαρξιακές διαστάσεις.
Στη μεταπολεμική Ιταλία, η Χριστιανοδημοκρατία οικοδόμησε σημαντικό μέρος της πολιτικής της ταυτότητας μέσα από την αντιπαράθεση με ένα ισχυρό Κομμουνιστικό Κόμμα. Στην Ελλάδα, η εμπειρία του Εμφυλίου και η μετεμφυλιακή αντικομμουνιστική κουλτούρα διαμόρφωσαν βαθιά τις πολιτικές ταυτότητες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο μακαρθισμός, ως ακραία μορφή αντικομμουνισμού, κατέδειξε πώς η ιδεολογική αυτή ρητορική μπορούσε να μετατραπεί σε μηχανισμό πολιτικής κινητοποίησης και αποκλεισμού.
Στην Κύπρο, τα αντιαριστερά αντανακλαστικά έχουν βαθιές ιστορικές ρίζες, καθώς η αντιπαράθεση μεταξύ της Αριστεράς και της εθνικόφρονος Δεξιάς, ήδη πριν από την ανεξαρτησία, είχε συνδεθεί και με το ζήτημα της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Η ιστορική αυτή διαχωριστική γραμμή συνέβαλε έτσι στη διαμόρφωση συμπαγών πολιτικών ταυτοτήτων, που προσδιόρισαν το πλαίσιο της κομματικής αντιπαράθεσης στην Κύπρο για δεκαετίες.
Τα παραπάνω εξηγούν, προφανώς, γιατί η αντιακελική ρητορική εξακολουθεί να βρίσκει μέχρι σήμερα σημαντική απήχηση. Το ερώτημα, όμως, είναι κατά πόσον μια τέτοια ρητορική μπορεί να αναπαράγεται πια με τον ίδιο τρόπο που γινόταν στο παρελθόν και, κυρίως, ποιους στόχους εξυπηρετεί; Το ιδεολογικό περιβάλλον έχει μεταβληθεί άρδην, όπως και οι όροι του πολιτικού ανταγωνισμού. Τα κομμουνιστικά καθεστώτα έχουν προ πολλού καταρρεύσει στην Ευρώπη, ενώ η κυρία απειλή για τα δεξιά κόμματα σήμερα δεν προέρχεται από την Αριστερά, αλλά από την Ακροδεξιά. Όσο, λοιπόν, κι αν η εμπειρία της διακυβέρνησης του ΑΚΕΛ (2008-2013) — όχι αδικαιολόγητα — προκαλεί ακόμη ανησυχία σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας, η επίκληση ενός «αντιακελικού μπαμπούλα» φαντάζει σήμερα με αναβίωση ενός ψυχροπολεμικού φαντάσματος. Μήπως, δηλαδή, η υιοθέτηση μιας πολιτικής η οποία προκρίνει τη διαιώνιση του στάτους κβο — μέσα από τη εναντίωση στην μόνη εφικτή λύση της ομοσπονδίας — είναι με όρους ιδεολογικούς και πολιτικούς, λιγότερο απορριπτέα για τον ΔΗΣΥ;
Ο αντιακελισμός ως εκλογική στρατηγική
Ο ιδεολογικός ανταγωνισμός αποτελεί αναμφίβολα βασικό παράγοντα στη χάραξη εκλογικής στρατηγικής ενός κόμματος. Η στρατηγική αυτή, ωστόσο, δεν μπορεί να παραμένει ανεπηρέαστη από τις μεταβολές του πολιτικού περιβάλλοντος. Μια επιλογή που υπήρξε αποτελεσματική σε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες μπορεί να μην εξυπηρετεί τους ίδιους σκοπούς όταν αλλάζουν οι συσχετισμοί και η δομή του κομματικού ανταγωνισμού.
Η ίδρυση του ΔΗΣΥ το 1976 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο Γλαύκος Κληρίδης επιδίωξε να συνενώσει τότε εντός του νέου κόμματος μακαριακούς και γριβικούς, φιλελεύθερους αστούς, αλλά και εργάτες και αγρότες της Δεξιάς. Παρά τις διαφορετικές πολιτικές και κοινωνικές τους αφετηρίες, οι δυνάμεις αυτές συναντιούνταν στην αντίθεσή τους προς την Αριστερά. Η αντιακελική ρητορική λειτουργούσε, επομένως, ως κοινός παρονομαστής, διευκολύνοντας την πολιτική συσπείρωση του νέου κόμματος. Ταυτόχρονα, ο ΔΗΣΥ μέσα από μια τέτοια ρητορική απευθυνόταν και σε μια μερίδα ψηφοφόρων της μακαριακής Δεξιάς — η οποία δεν ακολούθησε τον Κληρίδη στον Συναγερμό αλλά εντάχθηκε στο ΔΗΚΟ ή και σε άλλα κομματίδια του κέντρου στη συνέχεια — καλώντας τους να συνταχθούν με την μεγάλη παράταξη της «μετριοπαθούς δημοκρατικής Δεξιάς», όπως έλεγε.
Σήμερα, όμως, οι συνθήκες έχουν αλλάξει ριζικά. Την εποχή της ίδρυσης του ΔΗΣΥ δεν υπήρχε άλλο κόμμα στα δεξιά του ΔΗΣΥ. Σήμερα το ΕΛΑΜ, το οποίο μετά τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές κατατάσσεται ως τρίτη πολιτική δύναμη, διεκδικεί όχι μόνο ψηφοφόρους που αυτοπροσδιορίζονται ως ακροδεξιοί, αλλά ένα ευρύτερο τμήμα της παραδοσιακής βάσης του Δημοκρατικού Συναγερμού. Ολοένα δε και προβάλλεται, περισσότερο ως συντηρητικό — παρά ως εθνικιστικό — κόμμα έχοντας επιλέξει τη συμμετοχή στην ευρωπαϊκή ομάδα των Συντηρητικών και Μεταρρυθμιστών (ECR).
Σε αυτό το νέο σκηνικό, η συντήρηση μιας έντονης αντιαριστερής ρητορικής υποβοηθά περισσότερο το ΕΛΑΜ παρά τον ΔΗΣΥ. Η ιδεολογική όξυνση, όπως είναι γνωστό, ευνοεί πάντα αυτούς που τοποθετούνται στα άκρα του πολιτικού φάσματος, ενώ την ίδια ώρα μετατοπίζει τον πολιτικό ανταγωνισμό από μια ορθολογική προγραμματική αντιπαράθεση, σε μια συμβολική σύγκρουση ταυτοτήτων.
Έτσι παρατηρείται το παράδοξο, ενώ το ΕΛΑΜ στο κρίσιμο ζήτημα της οικονομίας, υιοθετεί παρόμοιες με το ΑΚΕΛ λαϊκίστικες προσεγγίσεις — ψηφίζοντας μάλιστα, ταυτόσημα με το ΑΚΕΛ στη Βουλή — εγκαλεί συχνά τον ΔΗΣΥ για «ιδεολογική παρέκκλιση», όταν ο τελευταίος επιδεικνύει πολιτική και θεσμική υπευθυνότητα, είτε πρόκειται για το συμφωνημένο πλαίσιο της λύσης του Κυπριακού, είτε για ζητήματα κράτους δικαίου.
Δεν είναι, πάντως, μόνο στην περίπτωση της Κύπρου που έχουμε δει να επαναλαμβάνεται το ίδιο πολιτικό μοτίβο. Παντού σχεδόν στην Ευρώπη, όπου η Κεντροδεξιά επιλέγει το γήπεδο της ιδεολογικής έξαψης και των ταυτοτικών αποκλεισμών, καταλήγει σχεδόν πάντα να ηττάται. Από τη Γαλλία, μέχρι την Ιταλία και πρόσφατα και τη Γερμανία, το πολιτικό μάθημα είναι κοινό. Η ιδεολογική πόλωση ευνοεί τα άκρα. Όταν η Αριστερά παρουσιάζεται ως «μπαμπούλας», ο ψηφοφόρος θα επιλέξει να τοποθετήσει απέναντι της εκείνον που εκφράζει τον πιο «σκληρό» αντιαριστερό λόγο και όχι τον πιο «μετριοπαθή».
Προσδιορίζοντας τον αντίπαλο ενόψει προεδρικών εκλογών
Το τελευταίο διάστημα λαμβάνει χώρα, όπως έχει προαναφερθεί, μια δημόσια συζήτηση ως προς το τι πρέπει να πράξει ο Δημοκρατικός Συναγερμός, σε περίπτωση που ο υποψήφιος του δεν περάσει στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών, προκειμένου να αποτραπεί η επάνοδος του ΑΚΕΛ στην εξουσία.
Στην ουσία ο ΔΗΣΥ καλείται να επιλέξει από τώρα ποια είναι η δεύτερη του καλύτερη επιλογή, προκειμένου να αποκλειστεί μια τρίτη. Πέραν του ότι μια τέτοια συζήτηση διαμορφώνει, όπως εύστοχα έχει υποστηριχθεί, κλίμα ηττοπάθειας ανάμεσα στον συναγερμικό κόσμο — πριν καν ξεκινήσει η προεκλογική εκστρατεία — αγγίζει ταυτόχρονα και ορισμένα κρίσιμα ζητήματα εκλογικής στρατηγικής.
ι) Το φαινόμενο της «τακτικής ψήφου» και της «κατασκευασμένης συναίνεσης»
Ένα κόμμα κατέρχεται στις εκλογές προκειμένου να αναδείξει τον υποψήφιο του στην εξουσία. Δεν καλείται να κατατάξει τους υποψήφιους προέδρους σε σειρά προτίμησης. Αυτό θα συνέβαινε, για παράδειγμα, αν είχαμε υιοθετήσει στην Κύπρο ένα σύστημα τύπου «Εναλλακτικής Ψήφου» (Alternative Vote), όπως αυτό που εφαρμόζεται, για παράδειγμα, στις εκλογές για ανάδειξη προέδρου στην κοινοβουλευτική δημοκρατία της Ιρλανδίας.
Στο δικό μας εκλογικό σύστημα, ωστόσο, η στρεβλή υιοθέτηση μιας τέτοιας λογικής — ιεράρχησης των υποψηφίων — το μόνο βέβαιο είναι ότι θα οδηγήσει σε φαινόμενα μαζικής «τακτικής ψήφου» (tactical voting), καθώς ο ψηφοφόρος που καλείται να σκεφτεί με όρους 1ης και 2ης καλύτερης επιλογής για να αποφύγει μια 3η κακή επιλογή, σταματά να ψηφίζει με βάση το τι επιθυμεί πραγματικά και αρχίζει να ψηφίζει με βάση το πώς θα επηρεάσει το τελικό εκλογικό αποτέλεσμα, για να αποφευχθεί η τελευταία απορριπτέα του επιλογή. Αν για παράδειγμα, ένας συναγερμικός ψηφοφόρος θεωρεί ότι ο υποψήφιος του ΔΗΣΥ έχει λιγότερες πιθανότητες να κερδίσει τον υποψήφιο που στηρίζει το ΑΚΕΛ, τότε ενδέχεται να ψηφίσει τελικά Χριστοδουλίδη. Ή ακόμη μπορεί να ψηφίσει Χριστοδουλίδη στον πρώτο γύρο, θεωρώντας ότι ο υποψήφιος του ΔΗΣΥ θα περάσει σίγουρα στον δεύτερο γύρο, έτσι ώστε να διασφαλίσει ότι θα προκριθούν τόσο η 1η όσο και η 2η καλύτερη του επιλογή — και σίγουρα όχι ο υποψήφιος που στηρίζεται από το ΑΚΕΛ.
Έπειτα, όταν διαμορφώνεται ένα κλίμα προσυμφωνίας ανάμεσα σε δύο υποψήφιους για να αποκλειστεί ένας τρίτος, η «κατασκευασμένη αυτή συναίνεση» (manufactured consensus) προσδιορίζει, εκ των πραγμάτων, τους όρους και την ατζέντα της προεκλογικής εκστρατείας. Την ίδια ώρα η συνθήκη αυτή λειτουργεί ως πολιτικός ιμάντας νομιμοποίησης του πολιτικού αντιπάλου που προσδιορίζεται ως 2η καλύτερη επιλογή. Έτσι, αν για παράδειγμα, ο ΔΗΣΥ παρουσιάσει εσωτερικά προβλήματα ή αν ο υποψήφιος του δεν φαίνεται αρκετά «εκλέξιμος», ο ψηφοφόρος έχει προετοιμαστεί ψυχολογικά για τη μετάβαση. Ο ιμάντας τον τραβάει με ασφάλεια και ευκολία: η παλιά 2η επιλογή μετατρέπεται πλέον σε 1η.
ιι) Πώς η αντιακελική ρητορική του ΔΗΣΥ ευνοεί τη στρατηγική Χριστοδουλίδη
Ας δούμε, όμως, και πώς η πρόταξη μιας αντιακελικής ιδεολογικής ατζέντας μπορεί τελικά να υπονομεύσει την εκλογική στρατηγική του ΔΗΣΥ. Μια τέτοια ανάλυση δεν μπορεί παρά να εδράζεται στη νέα αρχιτεκτονική του πολιτικού ανταγωνισμού, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά 2023. Ως γνωστό, ο Νίκος Χριστοδουλίδης έτυχε τότε υποστήριξης από δύο κόμματα της κεντροδεξίας (ΔΗΚΟ, ΔΗΠΑ), ενώ στο δεύτερο γύρο ψηφίστηκε μαζικά από τους ψηφοφόρους του ΕΛΑΜ και την πλειοψηφία των ψηφοφόρων του ΔΗΣΥ. Το πλέον σημαντικό, όμως, είναι ότι ο Νίκος Χριστοδουλίδης σχημάτισε κυβέρνηση, η οποία αυτοπροσδιορίζεται ως κεντροδεξιά, υιοθετώντας μάλιστα ως ιδεολογικό πρόταγμα τον κοινωνικό φιλελευθερισμό (είχε υιοθετηθεί, ας σημειωθεί, από τον ΔΗΣΥ σε Ιδεολογικό Συνέδριο το 1998). Περαιτέρω δε, πλείστα εκ των στελεχών που υπηρέτησαν ή υπηρετούν στην κυβέρνηση Χριστοδουλίδη προέρχονται από τον Δημοκρατικό Συναγερμό και ο ίδιος o πρόεδρος συμμετέχει στις Συνόδους Αρχηγών του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος.
Με βάση τα πιο πάνω, και με δεδομένο ότι δημοσκοπήσεις που έχουν δει το φως της δημοσιότητας το τελευταίο διάστημα, επιβεβαιώνουν ότι το ένα τρίτο περίπου της εκλογικής βάσης του ΔΗΣΥ δηλώνουν πρόθεση να ψηφίσουν εκ νέου τον Νίκο Χριστοδουλίδη στις επόμενες προεδρικές εκλογές, γίνεται κατανοητό ότι ο χώρος της Δεξιάς δεν τυγχάνει διεκδίκησης σήμερα μόνο από τον Δημοκρατικό Συναγερμό. Πολλώ δε μάλλον που το ΕΛΑΜ, όπως έχουμε επισημάνει ήδη, εμφανίζεται πλέον ως ένα κατά βάση συντηρητικό κόμμα το οποίο διεκδικεί παραδοσιακούς ψηφοφόρους του Δημοκρατικού Συναγερμού, έχοντας ήδη αποσπάσει αριθμό πρώην στελεχών του ΔΗΣΥ — κάποιοι μάλιστα έχουν εκλεγεί και στη Βουλή.
Θα μπορούσε δε να λεχθεί, ότι αν το ΕΛΑΜ διεκδικεί επί του πεδίου την εκλογική βάση του Δημοκρατικού Συναγερμού, η πολιτική στρατηγική Χριστοδουλίδη απονομιμοποιεί συστηματικά τον ΔΗΣΥ ως τον αποκλειστικό φορέα εκπροσώπησης της Δεξιάς. Σε κάθε περίπτωση, η καταγεγραμμένη απευθυγράμμιση ενός σημαντικού μέρους των ψηφοφόρων που αυτοτοποθετούνται στον χώρο της ευρύτερης Δεξιάς από τις επιλογές του ΔΗΣΥ, παρά το υψηλό ποσοστό που εξασφάλισε το κόμμα στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές, ανατρέπει τα κλασικά σχήματα συσπείρωσης και καθιστά το ευρύτερο εκλογικό σώμα της Δεξιάς εξαιρετικά ρευστό ενόψει του 2028.
Σε ένα τέτοιο πολιτικό περιβάλλον, εύλογα προκύπτει το ερώτημα: Εάν η πολιτική αντιπαράθεση εγκλωβιστεί σε ένα απλουστευτικό πολωτικό σχήμα της μορφής «πρέπει να εκλεγεί ένας δεξιός υποψήφιος (εκείνος που θα επιλέξει ο ΔΗΣΥ ή ο Χριστοδουλίδης), φτάνει να μην είναι έρθει στην εξουσία το ΑΚΕΛ», ποιου η στρατηγική ευνοείται περισσότερο;
ιιι) Ιδεολογικός Vs στρατηγικός αντίπαλος
Ο Δημοκρατικός Συναγερμό θα πρέπει σήμερα να κάνει σαφή διάκριση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές διαστάσεις του πολιτικού παιγνιδιού: την ιδεολογική αντιπαράθεση και τον στρατηγικό ανταγωνισμό. Η πρώτη αφορά τις διαφορές σε αρχές, αξίες και πολιτικές θέσεις, ενώ ο δεύτερος αφορά τη διεκδίκηση του ίδιου εκλογικού ακροατηρίου και την επικράτηση στον ίδιο πολιτικό χώρο. Ένα κόμμα μπορεί να κερδίζει στην πολιτική αντιπαράθεση με τον ιδεολογικό του αντίπαλο και, την ίδια στιγμή, να χάνει εκλογικά από έναν στρατηγικό ανταγωνιστή που διεκδικεί τους ίδιους ψηφοφόρους.
Αυτή ακριβώς είναι η παγίδα που πρέπει να αποφύγει ο ΔΗΣΥ. Εάν η πολιτική αντιπαράθεση οργανωθεί πρωτίστως γύρω από την αποτροπή της επιστροφής του ΑΚΕΛ στην εξουσία, το κόμμα κινδυνεύει να συμβάλει στη συσπείρωση της ευρύτερης Δεξιάς, με το ρίσκο, όμως, να μην είναι αυτό που θα αποτελέσει, εν τέλει, τον κύριο εκφραστή της στις προεδρικές εκλογές. Και σε μια τέτοια περίπτωση, είναι ορατός μάλιστα ο κίνδυνος ο κατακερματισμός της εκπροσώπησης της Δεξιάς να αποκτήσει πλέον δομικά χαρακτηριστικά — και δεν αναφέρομαι εδώ στο ΕΛΑΜ.
Μια εκλογική στρατηγική δομημένη γύρω από το ιδεολογικό δίπολο Αριστεράς-Δεξιάς θα εξυπηρετούσε οπωσδήποτε τον Νίκο Χριστοδουλίδη, ο οποίος θα μπορούσε να διεκδικήσει τον ρόλο του ενοποιητικού πόλου της Δεξιάς και της Κεντροδεξιάς, ικανού να συσπειρώσει ψηφοφόρους και πολιτικές δυνάμεις πέρα από τα στενά κομματικά όρια του ΔΗΣΥ. Η στρατηγική αυτή ενισχύεται στο βαθμό που η αντιακελική ρητορική υιοθετείται, όχι μόνο από το ΕΛΑΜ, αλλά συχνά και από το ΔΗΚΟ. Ένα τέτοιο εκλογικό δίλημμα «Δεξιά ή Αριστερά» — όταν μάλιστα του προσδίδεται σχεδόν υπαρξιακή διάσταση — μαζί με την αναπαραγωγή μιας αντιακελικής ρητορικής, δημιουργεί ταυτόχρονα και το υπόβαθρο για την πολιτική νομιμοποίηση της συνεργασίας με το ΕΛΑΜ, είτε από τον πρώτο, είτε στον δεύτερο γύρο των εκλογών.
Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να διασαφηνιστεί ότι δεν υποστηρίζεται εδώ ότι ο ΔΗΣΥ θα πρέπει να άρει την ιδεολογική αντιπαράθεση με το ΑΚΕΛ επί συγκεκριμένων πολιτικών, εκεί μάλιστα όπου υπάρχουν μεγάλες διάφορές — και όντως υπάρχουν πολλές. Εκείνο που δεν πρέπει να κάνει είναι να αναγάγει την ιδεολογική αυτή αντιπαράθεση σε στρατηγικό διακύβευμα των εκλογών, γιατί σε μια τέτοια περίπτωση ο κίνδυνος είναι σαφής. Μια στρατηγική που πρωτίστως εδράζεται στην αντιπαράθεση με το ΑΚΕΛ, μπορεί να συσπειρώνει μεγάλο μέρος της εκλογικής βάσης του ΔΗΣΥ, υπηρετεί όμως πρωτίστως τους εκλογικούς σχεδιασμούς του Νίκου Χριστοδουλίδη.
Ακόμη και στο σενάριο που στον δεύτερο γύρο περάσει ο υποψήφιος του ΔΗΣΥ και ο Νίκος Χριστοδουλίδης, ο ΔΗΣΥ ως ο συγκροτημένος πολιτικός φορέας που εκφράζει και εκπροσωπεί το αντίπαλο δέος απέναντι στον «μπαμπούλα» της Αριστεράς — έτσι, όπως αναπαράγεται διαχρονικά — θα έχει πολύ μεγαλύτερη δυσκολία να απευθυνθεί στον κόσμο της Αριστεράς, προκειμένου να ζητήσει τη ψήφο του. Γιατί, όσο εύκολα δημιουργείς συσπειρώσεις ανάμεσα σε δεξιούς ψηφοφόρους, προσφεύγοντας σε βαθιά ριζωμένα αντανακλαστικά του εκλογικού σώματος, το ίδιο εύκολα απωθείς αριστερούς ψηφοφόρους.
* Ο Χριστόφορος Φωκαΐδης είναι διδάκτωρ Συγκριτικής Πολιτικής και Διακυβέρνησης, πρόεδρος του Ινστιτούτου Μελετών Πολιτικής και Δημοκρατίας και πρώην υπουργός Άμυνας.