weather widget icon
28.9 °C
ΚΥΡΙΑΚΗ
04.10.2026 7:44
Powered by:
Μέλος του ομίλου
Alpha Cyprus
alpha-letter
ΑΠΟ  ΝΙΚΟΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ

ΑΠΟ ΝΙΚΟΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ

Η βόμβα της Σίτι ταράζει συθέμελα το ποδόσφαιρο

Η υπόθεση της Μάντσεστερ Σίτι δεν αφορά πλέον μόνο την ίδια. Αφορά το ίδιο το μοντέλο πάνω στο οποίο χτίστηκε το σύγχρονο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο. Η ανεξάρτητη επιτροπή της Premier League έκρινε τη Σίτι ένοχη για 114 από τις 115 παραβάσεις που είχαν παραπεμφθεί προς εξέταση, με την υπόθεση να αφορά μεταξύ άλλων την παροχή ανακριβών οικονομικών στοιχείων και παραβάσεις των κανόνων οικονομικής βιωσιμότητας. Η απόφαση δεν αποτελεί ακόμη το τέλος της διαδικασίας, καθώς αναμένεται η προσφυγή των Citizens. Όμως η εξέλιξη αυτή κάνει κάτι πολύ σημαντικό: στρέφει τους προβολείς πάνω από ολόκληρο το ποδόσφαιρο.

Γιατί η Σίτι δεν είναι η μοναδική μεγάλη ομάδα που έχει βρεθεί αντιμέτωπη με παράβαση οικονομικών κανονισμών. Η UEFA έχει τιμωρήσει ή έχει θέσει υπό αυστηρή επιτήρηση κορυφαίους συλλόγους. Η Γιουβέντους αποκλείστηκε από τις ευρωπαϊκές διοργανώσεις της σεζόν 2023/24 και επιβαρύνθηκε με οικονομική εισφορά 20 εκατομμύρια ευρώ, για παραβιάσεις του κανονιστικού πλαισίου και της συμφωνίας διακανονισμού της. Η Τσέλσι συμφώνησε σε οικονομική εισφορά 10 εκατομμυρίων ευρώ, μετά την υποβολή ελλιπών οικονομικών στοιχείων σχετικά με ιστορικές συναλλαγές της προηγούμενης ιδιοκτησίας.

Η λίστα είναι μεγαλύτερη. Παρί Σεν Ζερμέν, Ίντερ, Ρόμα, Μίλαν, Μονακό, Μπεσίκτας και άλλοι σύλλογοι έχουν βρεθεί σε καθεστώτα διακανονισμού και οικονομικής επιτήρησης. Μόνο στους σχετικούς διακανονισμούς του 2022, η UEFA ανακοίνωσε συνολικές οικονομικές εισφορές 172 εκατομμύρια ευρώ. Και δεν είναι μόνο η UEFA. Στην Αγγλία η Έβερτον έχασε αρχικά 10 βαθμούς για παραβίαση των Profitability and Sustainability Rules (κανόνες κερδοφορίας και βιωσιμότητας), ποινή που μειώθηκε στους έξι μετά την έφεση. Η Νότιγχαμ Φόρεστ τιμωρήθηκε με αφαίρεση τεσσάρων βαθμών, έχοντας παραδεχθεί υπέρβαση του σχετικού ορίου κατά 34,5 εκατομμύρια λίρες. Άρα το πρόβλημα είναι υπαρκτό και δεν περιορίζεται σε μία ομάδα.

Το πραγματικά δύσκολο ερώτημα, όμως, βρίσκεται αλλού: ποιο είναι το χρήμα που μπαίνει στο ποδόσφαιρο και τι αγοράζει μαζί του; Το ποδόσφαιρο έχει πάψει εδώ και χρόνια να είναι απλώς ένα αθλητικό προϊόν. Είναι τηλεοπτικά δικαιώματα, διαφήμιση, τουρισμός, real estate, επενδύσεις, κρατική προβολή, γεωπολιτική επιρροή και soft power. Ένας ποδοσφαιρικός σύλλογος μπορεί να λειτουργήσει ως εμπορική επιχείρηση, ως διεθνές brand, αλλά και ως εργαλείο προβολής ενός κράτους ή ενός ισχυρού οικονομικού κέντρου. Και εδώ υπάρχει μια ακόμη πιο άβολη πραγματικότητα: δεν εξαρτώνται μόνο οι ομάδες από τους πανίσχυρους ιδιοκτήτες τους. Σε έναν βαθμό, εξαρτώνται και ολόκληρα κράτη από αυτούς.

Η σχέση Βρετανίας και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια η βρετανική κυβέρνηση έχει συνδέσει δημόσια την επένδυση του Αμπού Ντάμπι με τη Μάντσεστερ Σίτι και την ευρύτερη οικονομική σχέση με το Μάντσεστερ. Αυτό δείχνει όμως κάτι βαθύτερο: όταν το ποδόσφαιρο συνδέεται με κεφάλαια κρατών που αποτελούν σημαντικούς επενδυτικούς και στρατηγικούς εταίρους, η τύχη ενός συλλόγου δεν είναι πλέον απολύτως απομονωμένη από τη διεθνή οικονομία και πολιτική. Και κάπου εδώ μπαίνει η έννοια του sportswashing: η αξιοποίηση του αθλητισμού για τη βελτίωση της διεθνούς εικόνας ενός κράτους, οργανισμού ή οικονομικού παράγοντα. Δεν πρόκειται από μόνο του για ποινικό αδίκημα. Είναι όμως ένα φαινόμενο που πρέπει να συζητείται ανοιχτά.

Το ποδόσφαιρο έχει επίσης τη δική του σκοτεινή ιστορία διαφθοράς. Η έρευνα των αμερικανικών αρχών για τη FIFA οδήγησε σε κατηγορίες εναντίον περισσότερων από 50 προσώπων και εταιρειών από περισσότερες από 20 χώρες, με υποθέσεις που αφορούσαν δωροδοκίες και μίζες για τηλεοπτικά και εμπορικά δικαιώματα. Δε μιλάμε, λοιπόν, για θεωρίες συνωμοσίας. Μιλάμε για υποθέσεις που έφτασαν στις δικαστικές αίθουσες. Και στο επίπεδο της ίδιας της FIFA, η εποχή του Ζεπ Μπλάτερ άφησε πίσω της ένα τεράστιο θεσμικό τραύμα. Το 2021 η Επιτροπή Δεοντολογίας της FIFA επέβαλε στον Μπλάτερ και στον πρώην γενικό γραμματέα Ζερόμ Βάλκε πολυετείς αποκλεισμούς και πρόστιμα για παραβιάσεις του Κώδικα Δεοντολογίας, μεταξύ άλλων σχετικά με μπόνους, συμβάσεις, συγκρούσεις συμφερόντων και κατάχρηση θέσης.

Σήμερα, επί Τζιάνι Ινφαντίνο, η FIFA είναι οικονομικά πολύ ισχυρότερη, όμως τα ερωτήματα για τη διακυβέρνηση δεν έχουν εξαφανιστεί. Η εξουσία έχει συγκεντρωθεί σε οργανισμούς που διαχειρίζονται δισεκατομμύρια και έχουν τεράστια γεωπολιτική εμβέλεια. Γι’ αυτό και η διαφάνεια δεν μπορεί να αφορά μόνο τους συλλόγους. Πρέπει να αφορά και τις ίδιες τις ομοσπονδίες. Και εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα του σύγχρονου ποδοσφαίρου: οι κανόνες υπάρχουν, αλλά η εφαρμογή τους πρέπει να είναι απολύτως ανεξάρτητη, διαφανής και ίδια για όλους.

Δεν αρκεί να τιμωρείται ένας σύλλογος με πρόστιμο. Αν μια ομάδα αποκτά αγωνιστικό πλεονέκτημα επί μία δεκαετία και η διαδικασία ελέγχου ολοκληρώνεται πολλά χρόνια αργότερα, η τιμωρία χάνει μέρος της αποτρεπτικής της δύναμης.Χρειάζεται ανεξάρτητος ευρωπαϊκός οικονομικός έλεγχος, υποχρεωτική πλήρης δημοσιοποίηση της πραγματικής ιδιοκτησίας των συλλόγων, έλεγχος των συνδεδεμένων εταιρειών και των χορηγών, διαφάνεια στις αποτιμήσεις των εμπορικών συμφωνιών και πραγματικές κυρώσεις που να επηρεάζουν και το αγωνιστικό αποτέλεσμα όταν αποδεικνύεται ότι υπήρξε σοβαρή παραβίαση. Και κυρίως, χρειάζεται ένας κανόνας πάνω από όλους: κανένα όνομα, κανένα πρωτάθλημα και κανένα ποσό δεν μπορεί να βρίσκεται πάνω από τον έλεγχο. Γιατί το οικονομικό fair play δε δημιουργήθηκε για να εμποδίσει τους πλούσιους να επενδύουν. Δημιουργήθηκε για να μην μπορεί ο πλούτος να μετατρέπεται σε ανεξέλεγκτο αγωνιστικό πλεονέκτημα.

Η Σίτι, η Γιουβέντους, η Παρί, η Μίλαν, η Έβερτον, η Νότιγχαμ Φόρεστ και τόσες άλλες υποθέσεις δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι μεμονωμένο. Είναι συστημικό. Και όταν το ποδόσφαιρο γίνεται η βιτρίνα τεράστιων κεφαλαίων, τότε το ερώτημα δεν μπορεί να είναι μόνο «πόσα χρήματα ξοδεύτηκαν;» Το πραγματικό ερώτημα είναι: Από πού ήρθαν; Ποιος τα ελέγχει; Ποιος ωφελείται; Και ποιος ελέγχει αυτούς που ελέγχουν το παιχνίδι; Αν το ποδόσφαιρο δεν απαντήσει πειστικά σε αυτά τα ερωτήματα, κινδυνεύει να χάσει την εμπιστοσύνη του κόσμου. Αυτά ισχύουν μέχρι κεραίας και για την Κύπρο και ο νοών νοείτω…