Ο πόλεμος – τεστ αντοχής για τη Δύση κι η άφαντη ειρήνη
1.466 μέρες ενός πολέμου αιματοβαμμένου, που όμοιό του η Ευρώπη είχε να δει από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. 262 βδομάδες μαχών, θανάτου, θηριωδιών και ολέθρου. Τέσσερα χρόνια οδύνης, κατά τα οποία κι η διπλωματία αποδεικνύεται άκαρπη.
Οι σειρήνες που ακόμη ηχούν, κραυγάζουν πως η ανθρωπότητα απέτυχε. Μια αποτυχία, που μεταφράζεται σε τουλάχιστον 2 εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές. Τόσοι είναι, βάσει εκτιμήσεων, οι νεκροί, οι τραυματίες και οι αγνοούμενοι στρατιώτες σε Ρωσία και Ουκρανία. Στα 6 εκατομμύρια ανέρχεται ο αριθμός των Ουκρανών προσφύγων στο εξωτερικό.
Μια τραγωδία αδιανόητη.
Οι «τρείς μέρες» έγιναν 4 χρόνια
Όταν στις 24 Φεβρουαρίου 2022, ο Βλαντιμίρ Πούτιν εισέβαλλε στην Ουκρανία, θεωρούσε πως η στρατιωτική του επιχείρηση θα διαρκούσε μόλις τρεις μέρες. Και όταν ο Ντόναλντ Τραμπ, περνούσε ξανά τον Ιανουάριο του 2025 την πόρτα του Λευκού Οίκου, διαμήνυε πως ήθελε μόνο 24 ώρες για να λήξει τη σύρραξη.
Τα γεγονότα, ωστόσο, διέψευσαν και τους δυο πανηγυρικά, καθώς ο πόλεμος στην Ουκρανία μετατράπηκε σε μια ατέρμονη σύγκρουση φθοράς, με ευρύτερες γεωπολιτικές προεκτάσεις, που αναδιαμόρφωσε όχι μόνο την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας, αλλά και τις παγκόσμιες ισορροπίες.
Φθορά στο μέτωπο – Αδιέξοδο στη διπλωματία
«Ο Πούτιν δεν έχει πετύχει τους στόχους του. Δεν έχει συντρίψει τους Ουκρανούς. Δεν έχει κερδίσει αυτό τον πόλεμο», υπέδειξε την Τρίτη – ανήμερα της μαύρης επετείου – ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, για τον επιβεβαιώσει λίγο αργότερα το ίδιο το Κρεμλίνο, ανακοινώνοντας πως οι στόχοι του παραμένουν ακόμη ανεκπλήρωτοι, γι’ αυτό και τα όπλα δεν κατεβαίνουν.
Μεγάλο ζητούμενο για τη Μόσχα και ταυτόχρονα o μεγαλύτερος σκόπελος για την ειρήνη είναι το εδαφικό, για το οποίο τα τελευταία 2 χρόνια, ουδεμία ιδιαίτερη αλλαγή προέκυψε. Παρά μόνο μάχες για τη διατήρηση των κατεχόμενων ουκρανικών εδαφών από τον κόκκινο στρατό.
Όπως αποτυπώνεται στον χάρτη, το Ντονμπάς έχει εξελιχθεί στον πιο δύσκολο παράγοντα της εξίσωσης. Είναι η επαρχία, την οποίαν ο Πούτιν επιδιώκει να του παραχωρηθεί μονομερώς και να αναγνωριστεί παγκοσμίως ως ρωσικό έδαφος, μολονότι περίπου το 10% αυτής παραμένει ακόμη υπό ουκρανικό έλεγχο.
Τις αξιώσεις της Μόσχας απορρίπτει ξεκάθαρα το Κίεβο, για το οποίο η “δωρεά” γης είναι εκ των ων ουκ άνευ.
Με τις κόκκινες γραμμές των δυο εχθρών να συγκρούονται μετωπικά, σε μύλο μετατρέπονται κι οι διαπραγματεύσεις, καθώς αναζητείται μάταια η χρυσή τομή σε ένα τσιμεντωμένο αδιέξοδο, που το Κρεμλίνο δεν βιάζεται καθόλου να σπάσει.
Και πάλι οι πρόσφατες δηλώσεις του Ουκρανού Προέδρου είναι καθόλα ενδεικτικές: “Το πρόβλημα είναι αφενός η πολιτική βούληση να σταματήσει αυτός ο πόλεμος και αφετέρου το ζήτημα των εδαφών. Είναι δύσκολο και δεν υπάρχει τίποτα νέο.”
ΗΠΑ – Ε.Ε.: Στη «ζυγαριά» του Ουκρανικού
Πρωταγωνιστικό ρόλο στις εξελίξεις διαδραματίζει ομολογουμένως ο Αμερικανός Πρόεδρος, ο οποίος έχει πολλάκις υποδείξει πως για να οδηγηθούμε στην ειρήνη, η Ουκρανία θα πρέπει να κάνει οδυνηρούς συμβιβασμούς, να συναινέσει σε παραχωρήσεις εδαφών και να ξεχάσει την ένταξή της στο ΝΑΤΟ.
Ζήτημα, που ο Πλανητάρχης συνδέει – ως άλλος επιχειρηματίας – με την οικονομική βοήθεια προς το Κίεβο, προειδοποιώντας συχνά πυκνά (εν είδει εκβιασμού) είτε με πάγωμα, είτε με επανεξέταση της στρατιωτικής του στήριξης.
Το άκρως αντίθετο, δηλαδή, με όσα πρεσβεύει ο άλλος μεγάλος εταίρος της Ουκρανίας, η Ευρωπαϊκή Ένωση που δεν αποδέχεται παράνομες αλλαγές συνόρων δια της βίας, πιέζει το Κίεβο για μεταρρυθμίσεις ώστε να πετύχει ένταξη στην ευρωπαϊκή οικογένεια και επενδύει δισεκατομμύρια ευρώ για την υποστήριξη των ουκρανικών δυνάμεων.
Παρόλα αυτά, η Ένωση της Γηραιάς Ηπείρου, όπως υποδεικνύουν αναλυτές, αποδείχθηκε κατώτερη των περιστάσεων. Με εξαίρεση τα πακέτα κυρώσεων, που επιβάλλει στη Ρωσία, φαίνεται να απέτυχε να κινηθεί δυναμικά ως προς την παράδοση στρατιωτικού εξοπλισμού στην Ουκρανία. Επίσης, τα κενά και οι αδυναμίες ως προς τη διαμόρφωση μιας ενιαίας και ισχυρής στρατηγικής ασφαλείας, αλλά και ο εσωτερικός διχασμός, είναι ο λόγος που δεν κατάφεραν οι 27 να μειώσουν την εξάρτηση της Ουκρανίας απ’ τις ΗΠΑ.
Και έτσι, έγινε ο Τραμπ ο παίκτης – κλειδί, ο βασικός ενορχηστρωτής της όποιας ειρηνευτικής προσπάθειας, αφήνοντας τους Ευρωπαίους στο περιθώριο, να απαιτούν ακόμη και συμμετοχή τους στη διαδικασία. Εξελίξεις, που εντείνουν τους τριγμούς στις διατλαντικές σχέσεις, οι οποίες τους τελευταίους μήνες δοκιμάζονται σκληρά.
Στο μόνο που Ευρώπη – ΗΠΑ βρίσκονται στην ίδια σελίδα, είναι η πρόθεση να παράσχουν εγγυήσεις ασφαλείας στο Κίεβο, σε περίπτωση που υπάρξει κατάπαυση του πυρός και ειρήνευση.
Στο αντίπαλο στρατόπεδο, αυτό της Ρωσίας, οι σύμμαχοι κινούνται στον ρυθμό που δίνει ο Πούτιν, ο οποίος ροκανίζει τον χρόνο και συνεχίζει απτόητος τα χτυπήματα σε πολιτικές υποδομές και τις ενεργειακές εγκαταστάσεις της Ουκρανίας. Στο πλευρό του, η σχεδόν δουλοπρεπής Λευκορωσία, η Βόρεια Κορέα και το Ιράν που παραδίδουν πυρομαχικά, drones και πυραύλους, αλλά και η Κίνα που φέρεται να τον διευκολύνει ως προς την παράκαμψη των κυρώσεων.
Ο πόλεμος, που αλλάζει τον κόσμο
Τέσσερα χρόνια μετά, το μόνο σίγουρο είναι πως ο πόλεμος αποδεικνύεται ανοιχτού τέλους και μετατρέπεται σε δοκιμασία για τη Δύση, η οποία αναγκάστηκε να προχωρήσει σε δραστικές, γεωπολιτικές και στρατηγικές αλλαγές.
Υπό τη ρωσική απειλή, η Φινλανδία και η Σουηδία εγκατέλειψαν το καθεστώς ουδετερότητας και εντάχθηκαν στο ΝΑΤΟ, αλλάζοντας τις ισορροπίες στη Βαλτική. Οι ενεργειακές ροές προς την Ευρώπη αναδιαμορφώθηκαν και η Ρωσία ισχυροποίησε τους δεσμού της με μη δυτικές δυνάμεις. Κι αυτά, όσο οι Ηνωμένες Πολιτείες δρουν ως παντοκράτορας, αδιαφορώντας περίπου για τους μέχρι πρότινος στρατηγικούς τους συμμάχους, θέλοντας να πετύχουν σιγή των όπλων για να προσθέσει ο Τραμπ άλλη μια επιτυχία στην αμφιλεγόμενη λίστα με τους οκτώ πολέμους, που ισχυρίζεται ότι τελείωσε και να λάβει το πολυπόθητο Νόμπελ Ειρήνης.
Ως εκ τούτου, ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος δεν είναι πλέον μόνο περιφερειακή σύγκρουση· είναι πεδίο αναμέτρησης για το ποιο μοντέλο διεθνούς τάξης θα επικρατήσει. Και το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πότε θα τελειώσει η φρίκη, αλλά με ποιους όρους και σε ποιόν κόσμο θα ξυπνήσει τελικά η Ευρώπη, την επόμενη μέρα… όποτε κι αν είναι αυτή.