«Τα όρια της γλώσσας μου ορίζουν τα όρια του κόσμου μου» Λούντβιχ Βιτγκενστάϊν
Το πρόβλημα με το λεξιλόγιο που πρόσφατα χρησιμοποίησε ο ευρωβουλευτής Φειδίας Παναγιώτου, στη συζήτησή του με τον παρα-ολυμπιακό αθλητή κολύμβησης Λοΐζο Χρυσάνθου, δυνητικά υποψήφιο βουλευτή με το κόμμα του Φειδία «Άμεση Δημοκρατία», χαρακτηρίζοντας τους αθλητές με νοητικές αναπηρίες «πελλούς», δεν είναι μόνο ότι ήταν προσβλητικό. Αυτό είναι προφανές. Υπάρχουν, όμως, και άλλες, λιγότερο προφανείς πτυχές, τόσο στη συζήτηση με τον κ. Χρυσάνθου, όσο και με άλλους υποψήφιους, οι οποίες δεν προσέχθηκαν όσο θάπρεπε.
Πρώτον, παρατηρήσατε ότι όταν συζητά ο κ. Παναγιώτου ενώπιον της κάμερας, για τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, συχνά εμφανίζεται να γευματίζει; Τρώει και μιλά με τον συνομιλητή του. Είναι αλήθεια ότι ακόμα δεν έχουμε δει σκηνές, on camera, να ουρεί, να κάνει ντουζ, ή να περιπτύσσεται ερωτικά. Δεν αποκλείεται, όμως, η διαρκής αυτο-αποκάλυψή του βαθμιαία να κορυφωθεί, παρέχοντας στο φιλοπερίεργο διαδικτυακό κοινό του περισσότερες ιδιωτικές στιγμές του στο μέλλον. Άλλωστε, τα όρια μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού είναι εξόχως δυσδιάκριτα για τον ευρωβουλευτή μας. Δεν ξέρουμε που τραβάει τη γραμμή.
Δεύτερον, το σκηνικό στο οποίο ο Φειδίας τρώει και συνομιλεί, παραπέμπει σε ένα περιβάλλον χαλαρότητας τύπου καφεμπάρ. Ένα μιντιακό περιβάλλον χαλαρής και παρεϊστικης επικοινωνίας είναι μεν δημόσιο αλλά μιμείται την ατμόσφαιρα της ιδιωτικής συνάντησης. Είναι σαν να βλέπουμε από το παράθυρο στιγμές της ζωής του κ. Παναγιώτου, στις οποίες η δημόσια συμπεριφορά του (συζήτηση με υποψήφιους) συμφύρεται με την ιδιωτική ζωή του (γεύμα).
Μέρος αυτού του αυτοσκηνοθετημένου μιντιακού περιβάλλοντος είναι η επιτηδευμένη αυθορμησία: να αστειεύεσαι, να χαζογελάς και να σχολιάζεις, όπως κάνεις στο καθιστικό του σπιτιού σου ή στο μπαρ με φίλους. Αυτό σε καθιστά οικείο και προσιτό σε άγνωστους θεατές. Το «πελλός» είναι μια «αυθόρμητα» ειπωθείσα λέξη σε μια σκηνοθετημένα χαλαρή συνομιλία παρέας. Ο Φειδίας μιλά δημοσίως όπως μάλλον θα μιλούσε στο γήπεδο, στο μπαρ ή στην ταβέρνα. Μετατρέπει την ιδιωτική, ρέουσα και απείθαρχη ομιλία της παρέας, στην οποία αυθόρμητα εκφράζονται και αναπαράγονται εμπεδωμένες προκαταλήψεις, σε δημόσιο θέαμα.
Ο ίδιος λέει ότι το «πελλούς» του ξέφυγε. Ας το δεχτούμε. Αυτό που δεν μας λέει, όμως, είναι ότι το σκηνοθετημένο από αυτόν μιντιακό περιβάλλον έχει σχεδιασθεί ώστε να εκμαιεύει τέτοιου είδους «αυθόρμητες» εκφράσεις. Με απλά λόγια, όταν φέρνεις τη νοοτροπία του καφεμπάρ στον μιντιακό λόγο, είναι πολύ πιθανό να φέρεις και τη φρασεολογία του. Συνήθως, τα δύο πάνε μαζί.
Δεύτερον, όταν ο κ. Παναγιώτου εκστόμισε τη λέξη «πελλούς», ο κ. Χρυσάνθου αμέσως κατάλαβε το ατόπημα του Φειδία και αντέδρασε ενστικτωδώς. Ακολουθώντας την αρχή της επιείκειας, θεώρησε ότι πρόκειται περί παρανόησης εκ μέρους του Φειδία και ότι, ενδεχομένως, είχε ο ίδιος συνεισφέρει σε αυτή την παρανόηση, μη έχοντας περιγράψει σωστά την κατηγορία ατόμων με νοητικά προβλήματα («οϊ ρε φίλε, σόρρυ, εν ξέρω αν το είπα λάθος… Έχουν σχέση με τον εγκέφαλο, έχουν νοητικά προβλήματα»).
Πρόκειται για αυθόρμητη αντίδραση, εκ μέρους του κ. Χρυσάνθου, με ηθικό έρεισμα. Αφενός αντελήφθη αμέσως το ατόπημα του Φειδία, αφετέρου έψεξε τον εαυτό του, όχι τον Φειδία, ο οποίος ευθυνόταν για την απαράδεκτη έκφραση. Προσέξτε πώς ο «αθώος» αναλαμβάνει οικειοθελώς την ηθική ευθύνη για το ατόπημα του «ενόχου». Είναι ένα καθημερινό παράδειγμα ηθικού αλτρουϊσμού.
Ποια ήταν η αντίδραση του κ. Παναγιώτου; Χαζογέλασε αμήχανα, χωρίς να ζητήσει συγγνώμη. Δεν αντελήφθη το λάθος του. Όταν, μια στιγμή αργότερα, είδε τα επικριτικά σχόλια θεατών στην οθόνη του υπολογιστή του, η εξήγηση που έδωσε ήταν η επίκληση της άγνοιας («με περιπαίζουν…δεν τόχα καταλάβει ρε παιδιά… αφού είπε μου με διανοητικά πράγματα…δεν τόχα καταλάβει»). Η αντίδραση αυτή βρίσκεται στον αντίποδα της αντίδρασης του συνομιλητή του: δείχνει μειωμένα ηθικά ανακλαστικά, εφόσον το σφάλμα δεν αναγνωρίζεται άμεσα.
Τρίτον, η αντίδραση του κ. Παναγιώτου δείχνει και κάτι άλλο: περιορισμένη ικανότητα κατανόησης φαινομένων με τα οποία δεν είναι ιδιαίτερα εξοικειωμένος. Η επίκληση της άγνοιας, προσποιητή ή μη, είναι σταθερό μοτίβο συμπεριφοράς του ευρωβουλευτή για να εξηγήσει ατοπήματά του.
Πέραν των εκφράσεων της καθημερινής ζωής, το γλωσσικό σύμπαν του κ. Παναγιώτου δεν φημίζεται για τον εννοιολογικό πλούτο του. Εύκολα αντιλαμβάνεσαι ότι δύσκολα θα κάνεις μια απαιτητική συνομιλία μαζί του, η οποία να εμπεριέχει σύνθετες έννοιες. Με άλλο συνομιλητή του, επίσης υποψήφιο, ο κ. Παναγιώτου εξέλαβε τη φράση «επισιτιστικές τέχνες» ως σχετιζόμενη με σεισμούς, ενώ, σε μια παρόμοια περίπτωση, είχε δυσκολία να αντιληφθεί τι σημαίνει η λέξη «υγειονομική»!
Το ισχνό λεξιλόγιο του ευρωβουλευτή δεν θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, πέραν του ότι αποκαλύπτει τα στενά όρια του γνωσιακού του κόσμου. Το πρόβλημα, όμως, είναι ο κ. Παναγιώτου εκπροσωπεί τους πολίτες στην ευρωβουλή και καλείται να μετέχει στη λήψη δύσκολων αποφάσεων, οι οποίες απαιτούν ένα υψηλό επίπεδο κατανόησης. Πώς κάποιος που δεν καταλαβαίνει τα «νοητικά προβλήματα», τις «επισιτιστικές τέχνες» και την «υγειονομική πολιτική» θα πάρει αποφάσεις για θέματα διεθνών εμπορικών συμφωνιών, τεχνολογικών ρυθμίσεων και γεωστρατηγικής; Βέβαια, πάντα υπάρχει η έτοιμη λύση που προτιμά ο ευρωβουλευτής: η βοήθεια του κοινού. Πείτε μου παιθκιά τι να κάνω. Υποδείξτε μου τι να ψηφίσω! Σκεφτείτε εσείς για μένα. Εγώ απλά είμαι η φωνή σας (ή, μάλλον, η κάμερά σας).
Μαντεύω τον αντίλογο. Ναι αλλά μήπως οι άλλοι πολιτικοί, οι δήθεν σοβαροί με τα πτυχία και το πλουσιότερο λεξιλόγιο, είναι καλύτεροι; Καλό ερώτημα. Θα απαντήσω σε επόμενο άρθρο.