weather widget icon
28.9 °C
ΚΥΡΙΑΚΗ
20.09.2026 7:40
Powered by:
Μέλος του ομίλου
Alpha Cyprus
alpha-letter
ΑΠΟ  ΜΑΡΙΟΣ ΡΟΥΣΣΟΣ

ΑΠΟ ΜΑΡΙΟΣ ΡΟΥΣΣΟΣ

Από την απλή δήλωση στον πραγματικό έλεγχο, τι άλλαξε και τι λείπει

Η υπόθεση πρώην υπουργού της κυβέρνησης Χριστοδουλίδη, στη δήλωση «Πόθεν Έσχες» του οποίου εντοπίστηκαν περιουσιακά στοιχεία που δεν είχαν δηλωθεί, επαναφέρει στο προσκήνιο το ερώτημα πόσο αυστηρό και αποτελεσματικό είναι τελικά το κυπριακό σύστημα ελέγχου της περιουσίας των πολιτειακών αξιωματούχων.

Ο πρώην Υπουργός

Σύμφωνα με όσα ανέφερε δημοσίως ο βουλευτής και μέλος της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για το «Πόθεν Έσχες» Δημήτρης Δημητρίου, πρόκειται για καταθέσεις ύψους περίπου €2,4 εκατ. στην Κύπρο και στο εξωτερικό, καθώς και ακίνητο στο εξωτερικό, τα οποία δεν είχαν περιληφθεί στις σχετικές δηλώσεις.

Δεν έχει μέχρι στιγμής προκύψει ζήτημα αθέμιτου πλουτισμού, καθώς τα περιουσιακά στοιχεία φέρονται να προϋπήρχαν της υπουργοποίησης. Το υπό εξέταση ζήτημα αφορά την ορθότητα και πληρότητα των δηλώσεων, ενώ η αρμόδια Επιτροπή έχει ζητήσει νομική γνωμάτευση για τις ενδεχόμενες συνέπειες.

Η υπόθεση έρχεται μετά τη ριζική αλλαγή του συστήματος το 2024. Ο Νόμος 112(I)/2024 καλύπτει Πρόεδρο της Δημοκρατίας, υπουργούς, υφυπουργούς, βουλευτές και ευρωβουλευτές, προβλέποντας δήλωση κατά την ανάληψη και αποχώρηση από το αξίωμα, καθώς και στοιχεία που εξηγούν τη μεταβολή της καθαρής περιουσίας.

Μιλώντας στο «Alpha της Κυριακής», ο Άδωνης Πηγασίου, Ακαδημαϊκός Διευθυντής του EIMF, επισημαίνει ότι, σε σύγκριση με ό,τι ίσχυε προηγουμένως, υπάρχει πλέον ένα σαφώς πιο ουσιαστικό σύστημα.

«Η μεγάλη αλλαγή δεν είναι απλώς ότι δηλώνονται τα περιουσιακά στοιχεία – αυτό γινόταν και προηγουμένως – αλλά ότι πλέον επιχειρείται συστηματικός έλεγχος της ακρίβειας των δηλώσεων και των μεταβολών της περιουσίας. Κεντρικό ρόλο σε αυτόν τον έλεγχο έχει πλέον ο Έφορος Φορολογίας», αναφέρει.

Σημειώνει, ωστόσο, ότι παρά τη σημαντική αναβάθμιση που αναγνωρίζει και η GRECO, εξακολουθούν να υπάρχουν αδυναμίες που πρέπει να αντιμετωπιστούν.

Πίσω από τη δήλωση

Η σημαντικότερη αλλαγή είναι ότι πλέον δεν αρκεί η απλή δημοσιοποίηση όσων δηλώνει ο αξιωματούχος. Οι καταστάσεις διαβιβάζονται στον Έφορο Φορολογίας, ο οποίος μπορεί να ελέγξει την ορθότητα των στοιχείων, να ζητήσει διευκρινίσεις και έγγραφα και να αποκτήσει πρόσβαση σε κρατικά αρχεία.

Εάν υπάρξουν ενδείξεις για αναληθή ή παραπλανητικά στοιχεία ή ανεξήγητη μεταβολή περιουσίας, μπορεί να διαταχθεί ειδική έρευνα, ακόμη και με άρση τραπεζικού, χρηματιστηριακού και φορολογικού απορρήτου. Εάν προκύψουν περιουσιακά στοιχεία των οποίων η προέλευση δεν δικαιολογείται, τα ευρήματα μπορούν να διαβιβαστούν στον Γενικό Εισαγγελέα.

Η GRECO αναγνώρισε το 2025 τη συγκεκριμένη αλλαγή ως σημαντική πρόοδο και έκρινε ότι ο ουσιαστικός έλεγχος των δηλώσεων είχε πλέον ενισχυθεί σημαντικά.

Για τον Άδωνη Πηγασίου, πάντως, ένα ευρύτερο πρόβλημα της κυπριακής αρχιτεκτονικής λογοδοσίας παραμένει ο κατακερματισμός των αρμοδιοτήτων μεταξύ πολλών θεσμών, με διαφορετικές διαδικασίες και όχι πάντοτε σαφή κατανομή ευθύνης.

«Αυτό εμφανίζεται και στο Πόθεν Έσχες, όπου δεν υπόκεινται όλοι οι αξιωματούχοι στην ίδια διαδικασία, περιοδικότητα και κυρώσεις», σημειώνει, προσθέτοντας ότι το ζητούμενο πλέον «δεν είναι η συνεχής προσθήκη νέων κανόνων, αλλά ένα συνεκτικό και λειτουργικό σύστημα εφαρμογής των υφιστάμενων».

Έως και φυλάκιση

Η υποβολή ψευδών στοιχείων μπορεί να επιφέρει χρηματική ποινή μέχρι €5.000, φυλάκιση μέχρι ένα έτος ή και τις δύο ποινές. Ο νόμος εξαιρεί, ωστόσο, την «καλόπιστη μη ουσιώδη παράλειψη».

Αντίθετα, όποιος υποβάλει εν γνώσει του ψευδή ή παραπλανητική καταγγελία εναντίον αξιωματούχου μπορεί να αντιμετωπίσει πρόστιμο μέχρι €50.000 ή φυλάκιση μέχρι τρία χρόνια.

Λιγότερο σαφές είναι το πλαίσιο για τη μη υποβολή δήλωσης. Για υπουργό ή υφυπουργό οι συνέπειες αποφασίζονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ενώ για τους βουλευτές εφαρμόζεται ο Κανονισμός της Βουλής. Η GRECO έχει επισημάνει τόσο την έλλειψη συγκεκριμένων κυρώσεων σε αυτές τις περιπτώσεις όσο και την απουσία αντίστοιχης σαφούς πρόβλεψης για τον ίδιο τον Πρόεδρο.

Ο Άδωνης Πηγασίου σημειώνει ότι οι κυρώσεις δεν είναι εξίσου σαφείς και προβλέψιμες για όλους.

«Για αρκετές κατηγορίες προβλέπονται συγκεκριμένα διοικητικά πρόστιμα, ενώ η υποβολή ψευδών στοιχείων μπορεί να επιφέρει και ποινικές συνέπειες. Στην περίπτωση όμως Υπουργού ή Υφυπουργού, ο νόμος αφήνει στον Πρόεδρο να αποφασίσει τις συνέπειες της μη υποβολής. Η GRECO επισημαίνει ακριβώς αυτή την αδυναμία, όπως και την απουσία αντίστοιχης σαφούς πρόβλεψης για τον ίδιο τον Πρόεδρο», αναφέρει.

Κατά τον ίδιο, «μια κύρωση λειτουργεί περισσότερο αποτρεπτικά όταν είναι εκ των προτέρων σαφής, προβλέψιμη και εφαρμόζεται με συνέπεια».

Θέτει παράλληλα ζήτημα διαχωρισμού της πολιτικής από τη νομική ευθύνη. Όπως εξηγεί, είναι θεμιτό ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να αποφασίζει εάν εξακολουθεί να έχει πολιτική εμπιστοσύνη σε έναν υπουργό. «Είναι όμως διαφορετικό ζήτημα η διαπίστωση μιας νομικής παράβασης και η επιβολή της προβλεπόμενης κύρωσης», υπογραμμίζει.

Σύμφωνα με τον κ. Πηγασίου, θα μπορούσε για αυτό τον λόγο να εξεταστεί η μεταφορά της σχετικής εξουσίας σε έναν ανεξάρτητο μηχανισμό επιβολής κυρώσεων, θέση που συνδέεται και με τις σχετικές επισημάνσεις της GRECO.

Το κενό

Ένα ακόμη ζήτημα αφορά τη συχνότητα των δηλώσεων. Ο Πρόεδρος και τα μέλη της κυβέρνησης υποβάλλουν δήλωση κατά την ανάληψη και την αποχώρησή τους, ενώ νέα υποβολή κατά τη διάρκεια της θητείας απαιτείται μετά την παρέλευση πέντε χρόνων.

Η GRECO έχει ζητήσει συχνότερη επικαιροποίηση, θεωρώντας υπερβολικά μεγάλο το διάστημα μεταξύ των δηλώσεων. Το 2025 έκρινε ότι η σχετική σύστασή της δεν είχε εφαρμοστεί.

Στο ίδιο ζήτημα στέκεται και ο Άδωνης Πηγασίου, σημειώνοντας ότι η GRECO θεωρεί υπερβολικά μεγάλα τα χρονικά διαστήματα μεταξύ των δηλώσεων και ζητά συχνότερη επικαιροποίησή τους.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επανέφερε το θέμα και στην Έκθεση για το Κράτος Δικαίου του 2026, καταγράφοντας αδυναμίες τόσο στην περιοδικότητα όσο και στις κυρώσεις. Ήδη έχει ζητηθεί από την Επίτροπο Νομοθεσίας η ετοιμασία νέου νομοσχεδίου για αντιμετώπισή τους.

Σύγκρουση συμφέροντος

Το «Πόθεν Έσχες» αποτελεί μόνο ένα μέρος του ευρύτερου συστήματος πρόληψης της διαφθοράς.

Όπως εξηγεί ο Άδωνης Πηγασίου, το «Πόθεν Έσχες» και η σύγκρουση συμφέροντος αποτελούν δύο διαφορετικά, αλλά αλληλένδετα ζητήματα.

«Το Πόθεν Έσχες δείχνει τι περιουσιακά στοιχεία και οικονομικά συμφέροντα έχει ένας αξιωματούχος. Η σύγκρουση συμφέροντος εξετάζει εάν αυτά – ή άλλες προσωπικές και επαγγελματικές σχέσεις – επηρεάζουν ή μπορούν να επηρεάσουν την άσκηση των καθηκόντων του», αναφέρει.

Εδώ, σύμφωνα με τον ίδιο, εξακολουθεί να υπάρχει σημαντική αδυναμία. Η δήλωση μιας σύγκρουσης συμφέροντος βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στον ίδιο τον επηρεαζόμενο, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος συστηματικός μηχανισμός επαλήθευσης όπως αυτός που υπάρχει πλέον στο «Πόθεν Έσχες» μέσω του Εφόρου Φορολογίας.

«Συνεπώς, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή ώστε οι διαθέσιμες πληροφορίες να αξιοποιούνται για την πρόληψη και διαχείριση πραγματικών ή δυνητικών συγκρούσεων συμφέροντος», σημειώνει.

Κρατάει χρόνια η κουβέντα

Η συζήτηση για τις αδυναμίες του συστήματος κρατά περισσότερο από μία δεκαετία. Νομοθεσία για το «Πόθεν Έσχες» υπάρχει από το 2004, ενώ ήδη από το 2014 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητούσε πραγματική δυνατότητα επαλήθευσης των δηλώσεων και αποτρεπτικές κυρώσεις.

Το 2016 η GRECO ζήτησε περαιτέρω ανάπτυξη του συστήματος και αποτελεσματικότερο μηχανισμό εποπτείας. Επτά χρόνια αργότερα, η σχετική σύσταση παρέμενε μόνο μερικώς εφαρμοσμένη, με ερωτήματα για τη συχνότητα των ελέγχων και το κατά πόσο τα ευρήματα οδηγούσαν πράγματι σε κυρώσεις.

Ενδεικτική της παλαιότερης εικόνας ήταν και η πρώτη μαζική δημοσιοποίηση δηλώσεων το 2017, η οποία συνοδεύτηκε από επικρίσεις για χειρόγραφες καταχωρίσεις και διαφορετικό τρόπο συμπλήρωσης των στοιχείων.

Η μεταρρύθμιση της μεταρρύθμισης

Είκοσι και πλέον χρόνια μετά την πρώτη νομοθεσία, το κυπριακό «Πόθεν Έσχες» διαθέτει πλέον ουσιαστικότερα εργαλεία ελέγχου, από την κατάσταση συμφιλίωσης περιουσίας μέχρι την πρόσβαση σε κρατικά δεδομένα και την άρση απορρήτου.

Ο Άδωνης Πηγασίου συνοψίζει τις αλλαγές που, κατά τον ίδιο, θα μπορούσαν να ενισχύσουν περαιτέρω το σύστημα σε τέσσερις βασικούς άξονες: συχνότερες δηλώσεις, σαφείς και ομοιόμορφες κυρώσεις, μεγαλύτερη ανεξαρτησία στην επιβολή τους και καλύτερο συντονισμό των ελεγκτικών σωμάτων.

Όπως επισημαίνει, σήμερα υπάρχουν διαφορετικοί φορείς για το «Πόθεν Έσχες», το ασυμβίβαστο, τις λεγόμενες «περιστρεφόμενες πόρτες» και τη διαφθορά, κάτι που δημιουργεί κίνδυνο τόσο επικαλύψεων όσο και κενών.

«Η βασική πρόκληση, συνεπώς, είναι η μετάβαση από την τυπική συμμόρφωση στην ουσιαστική και συνεπή εφαρμογή», καταλήγει.