weather widget icon
28.9 °C
ΚΥΡΙΑΚΗ
09.08.2026 8:32
Powered by:
Μέλος του ομίλου
Alpha Cyprus
alpha-letter
ΓΙΑΝΝΟΣ ΚΑΤΣΟΥΡΙΔΗΣ

ΓΙΑΝΝΟΣ ΚΑΤΣΟΥΡΙΔΗΣ

Η είσοδος του ΑΛΜΑ και της Άμεσης Δημοκρατίας στη Βουλή, όπως και η αξιοσημείωτη παρουσία του Βολτ, δείχνουν ότι το κυπριακό κομματικό σύστημα δεν είναι αμετάβλητο

Τα δύο προηγούμενα κείμενα επικεντρώθηκαν στα ταυτοτικά διλήμματα κομμάτων με μακρά, ή τουλάχιστον μία κοινοβουλευτική παρουσία στο κυπριακό κομματικό σύστημα, είτε αυτά τοποθετούνται στον ευρύτερο χώρο της κεντροδεξιάς, είτε σε αυτόν της κεντροαριστεράς. Η περίπτωση των νέων πολιτικών σχηματισμών είναι de facto διαφορετική, αφού τα ερωτήματα που έχουν να αντιμετωπίσουν είναι διαφορετικά ως προς τη φύση τους, αλλά και πιο πιεστικά, που επιτείνονται από το γεγονός ότι και τα ίδια συνήθως αρνούνται να αυτοτοποθετηθούν στον ιδεολογικό άξονα αριστεράς-δεξιάς θεωρώντας κάτι τέτοιο ως μειονέκτημα.  

Τα παλαιότερα ηλικιακά κόμματα έχουν ήδη εγκαθιδρύσει παρουσία και ταυτότητα, έστω και αν η σύγχρονη εποχή επαναφέρει διλήμματα και προκλήσεις. Αυτό που συνήθως καλούνται να κάνουν -λόγω κυρίως των αλλαγών στις ευρύτερες συνθήκες μέσα στις οποίες δραστηριοποιούνται- είναι να επαναπροσδιορίσουν, να εκσυγχρονίσουν ή να ξεκαθαρίσουν πτυχές μιας ήδη διαμορφωμένης ιστορικής ταυτότητας. Ενίοτε βέβαια αυτός ο επαναπροσδιορισμός μπορεί να είναι τόσο εκτεταμένος που να αφορά ουσιαστικά σε κάτι εντελώς καινούριο, αλλά αυτό είναι κάτι διαφορετικό. Αντίθετα, οι νεότεροι κομματικοί σχηματισμοί καλούνται να δημιουργήσουν από την αρχή μια πολιτική φυσιογνωμία που να είναι διακριτή, συνεκτική και ανθεκτική στον χρόνο. Κάτι που ήταν ανέκαθεν δύσκολο και που στη σύγχρονη εποχή καθίσταται ακόμα δυσκολότερο. Ευκολότερο να λέγεται παρά να γίνεται (easier said than done).  

Η βιβλιογραφία και η εκλογική ιστορία τόσο στην Κύπρο όσο και διεθνώς, έχουν δείξει ότι είναι πολύ δυσκολότερο για νέους κομματικούς σχηματισμούς να τοποθετηθούν σε μια αναγνωρίσιμη κοινωνική διαιρετική τομή, να εκφράσουν, δηλαδή, ένα διακριτό, σταθερό και υπαρκτό κοινωνικό ρεύμα που δεν το εκπροσωπεί κάποιος άλλος κομματικός σχηματισμός ήδη. Κάτι δηλαδή που θα τους τοποθετήσει στον κομματικό χάρτη με όρους βιωσιμότητας και διάρκειας. Η απογοήτευση από το πολιτικό σύστημα, η καταγγελία της διαφθοράς, η ανάγκη θεσμικής ανανέωσης, η επιθυμία για διαφορετικό πολιτικό ύφος, και μια ισχυρή προσωπική ηγεσία μπορούν να εξηγήσουν μια πρώτη εκλογική επιτυχία. Δεν αρκούν όμως για να δημιουργήσουν ταυτότητα και κομματική διάρκεια. Όπως δεν αρκεί ούτε η απλή παράθεση θέσεων εν είδει εγχειριδίου ή γενικών αναφορών για μια σειρά από ζητήματα συνήθως διαχειριστικής λογικής στην οποία παραπέμπουν όσα κόμματα μπήκαν στον κόπο να έχουν έστω και αυτό (διότι ορισμένα δεν έχουν ούτε αυτό). 

Στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές στην Κύπρο, δύο εκ των τριών βασικών νεοσύστατων πολιτικών σχηματισμών, το ΑΛΜΑ και η Άμεση Δημοκρατία Κύπρου πέτυχαν την είσοδο τους στην βουλή, ενώ το Βολτ Κύπρος δεν κατάφερε να υπερβεί το εκλογικό όριο. Η εμφάνιση και η σχετικά καλή παρουσία και των τριών νέων σχηματισμών επιβεβαιώνει ότι υπάρχει εκλογική ζήτηση για νέες πολιτικές εκφράσεις, πέραν των παραδοσιακών κομματικών σχηματισμών. Από αυτό, όμως, στο να μπορέσουν να αποδείξουν διάρκεια και βιωσιμότητα, η απόσταση είναι αρκετά μεγάλη και η διαδρομή δύσβατη. Η ύπαρξη συγκεκριμένης και συνεκτικής πολιτικής ταυτότητας είναι ένα σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. 

Το ΑΛΜΑ και η μετάβαση από την καταγγελία στην πολιτική φυσιογνωμία 

Το ΑΛΜΑ, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής δυναμικής που δημιουργήθηκε γύρω από τα θέματα έλλειψης εμπιστοσύνης στους πολιτικούς θεσμούς και το πολιτικό προσωπικό και της προσωπικότητας του ιδρυτή/ηγέτη του κόμματος. Το ΑΛΜΑ εισήλθε στη Βουλή με ένα σαφές αρχικό πολιτικό κεφάλαιο που περιστρεφόταν γύρω από τον ιδρυτή του και το βασικό πολιτικό του «προϊόν»: τις αναφορές στη διαφάνεια, στην αξιοκρατία, στην αποτελεσματικότητα του κράτους και στην υπεράσπιση του δημόσιου συμφέροντος απέναντι σε πελατειακές πρακτικές και οργανωμένες εξαρτήσεις. Μια πρακτική λόγου οριζόντιου χαρακτήρα που δεν απευθύνεται σε κάποιο ιδιαίτερο κοινωνικό ακροατήριο, αλλά στον «λαό» ευρύτερα. 

Αυτή η αρχική στρατηγική ήταν πολιτικά αναγνωρίσιμη και εκλογικά επικερδής και εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την αρχική δυναμική του κόμματος και την σχετική εκλογική του επιτυχία. Αναφέρομαι σε «σχετική» διότι οι αρχικές ενδείξεις και μετρήσεις, αλλά και οι στόχοι και εκτιμήσεις του ίδιου του κόμματος παρέπεμπαν σε αρκετά υψηλότερες επιδόσεις. Σε κάθε περίπτωση, το ΑΛΜΑ κατόρθωσε να εκφράσει πολίτες που θεωρούν ότι το βασικό πρόβλημα της χώρας είναι η ποιότητα των θεσμών, η ατιμωρησία, η αδιαφάνεια και η αδυναμία του κράτους να λειτουργήσει με συνέπεια.  

Το ερώτημα είναι αν αυτή η θεματική (της μάχης κατά της διαφθοράς) αρκεί από μόνη της για να οικοδομήσει ένα συνεκτικό και ολοκληρωμένο πολιτικό αφήγημα και ταυτότητα. Αν μπορεί να αποτελέσει το πρίσμα, τον φακό και το νήμα που θα διαπερνά όλα τα επιμέρους, από τα οποία θα συγκροτηθεί σταδιακά ένα συνεκτικό πολιτικό σύνολο θέσεων λόγου. Συνήθως, δεν αρκεί διότι δεν αποτελεί ιδιαίτερο στοιχείο πολιτικής ταυτότητας με διάρκεια, ή, με όρους διοίκησης επιχειρήσεων, κάτι που θα δώσει σταθερό και διαρκές συγκριτικό πλεονέκτημα. Είναι ένα θέμα που εύκολα μπορεί να το επικαλεστεί ο οποιοσδήποτε εκάστοτε νεοεισερχόμενος και ενδεχομένως πιο πειστικά στο βαθμό που το ΑΛΜΑ θα ενσωματώνεται στο πολιτικό σύστημα. Και τότε το συγκριτικό πλεονέκτημα θα χαθεί. Το ίδιο ισχύει και για παλαιότερους σχηματισμούς οι οποίοι θεωρούν ότι είναι και γι’ αυτούς πολιτικό πλεονέκτημα. Ας αναλογιστούμε ότι και οι Οικολόγοι χρησιμοποίησαν το θέμα της διαφθοράς ως προμετωπίδα στην παρελθούσα προεκλογική, αλλά σε αυτή τη συγκυρία έχασαν τη «μάχη» στο συγκεκριμένο πεδίο από ένα νεοσύστατο κίνημα που ήταν πιο πειστικό στα μάτια του εκλογικού σώματος στη θεματική αυτή. 

Όπως έδειξε η αρχική δυναμική, αλλά κυρίως το τελικό αποτέλεσμα, η αντισυστημική διάθεση, η κεφαλαιοποίηση των προσπαθειών κατά της διαφθοράς και η κριτική απέναντι στο παλιό πολιτικό σύστημα μπορούν να δημιουργήσουν μια αρχική δυναμική, δεν συνθέτουν, όμως, ολοκληρωμένη πολιτική ταυτότητα. Η έμφαση στον καταγγελτικό λόγο, οδήγησε στην εξάντληση της δυναμικής αυτής όταν η πολιτική συζήτηση μετακινήθηκε από τα πρόσωπα και τα σκάνδαλα σε (δύσκολες) επιλογές πολιτικής. 

Η Άμεση Δημοκρατία και το ζήτημα της πολιτικής εκπροσώπησης 

Η Άμεση Δημοκρατία Κύπρου (ΑΔ) του Φειδία Παναγιώτου αποτελεί ίσως την πιο ιδιότυπη νέα περίπτωση. Ένα κόμμα που διεξήλθε ολόκληρη την προεκλογική αποφεύγοντας να τοποθετηθεί στον ιδεολογικό άξονα αριστεράς και δεξιάς (μια άλλη συζήτηση αυτή αν είναι όντως κάτι που μπορεί να γίνει) και που απέφυγε να παρουσιάσει θέσεις για όλα σχεδόν τα πολιτικά επίδικα. Ενδεικτικό της ανομοιογένειας τόσο του ακροατηρίου στόχου του κόμματος όσο και των βασικών του στελεχών. Η ΑΔ στηρίχθηκε στην υπόσχεση μιας διαφορετικής σχέσης ανάμεσα στους πολίτες και την πολιτική, με κυριότερα στοιχεία την  μεγαλύτερη συμμετοχή, την αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων, την άμεση διαβούλευση και τον περιορισμό της απόστασης μεταξύ ψηφοφόρου και εκλεγμένου αντιπροσώπου. 

Το ίδιο το όνομα του κόμματος παραπέμπει σε τρόπο λήψης αποφάσεων ως το βασικό στοιχείο της διαφοροποίησης του και όχι οι θέσεις, ή η κοινωνική του γείωση (ποιους δηλαδή εκπροσωπεί πολιτικά). Η άμεση δημοκρατία, όμως, ως εργαλείο δεν απαντά στα πολιτικά ερωτήματα, αλλά μας λέει μεθοδολογικά πως θα λαμβάνεται μια απόφαση. Είναι, δηλαδή, μέθοδος συμμετοχής και νομιμοποίησης αποφάσεων και η οποία μπορεί να αποδίδει ασύμβατες και αντιφατικές μεταξύ τους θέσεις και αποφάσεις, διότι η πλειοψηφία αλλάζει κατευθύνσεις χωρίς συνοχή και λογική πολλές φορές, ιδιαίτερα σε εποχές γνωστικής σύγχυσης όπως αυτή που βιώνουμε. 

Εδώ εντοπίζεται και η βασική πρόκληση για την Άμεση Δημοκρατία. Μπορεί να εξελιχθεί σε ένα κόμμα που θα συνδυάζει τη ψηφιακή συμμετοχή με μια σαφή πολιτική πρόταση; Ή θα παραμείνει ένα σχήμα του οποίου η ταυτότητα εξαντλείται στη διαδικασία μέσω της οποίας λαμβάνονται αποφάσεις; Και η οποία διαδικασία δεν έχει εφαρμοστεί ούτε και μία φορά μετεκλογικά και ενώ πάρθηκαν σημαντικές πολιτικές αποφάσεις (π.χ., προεδρία της Βουλής), κάτι που ακυρώνει στην πράξη ακόμα και τη διαδικαστική πτυχή του εγχειρήματος. 

Ακόμα και να έμπαιναν όμως στη βάσανο της εσωκομματικής διαδικασίας τα πολιτικά ζητήματα που απαιτούν λήψη συλλογικής απόφασης, είναι τουλάχιστον αμφιλεγόμενο αν αυτό συνιστά ουσιαστικό στοιχείο διακριτής πολιτικής ταυτότητας. Κατά τη γνώμη μου όχι, διότι η μεθοδολογία δεν αποτελεί στοιχείο πολιτικής ταυτότητας, αλλά αυτό που λέει η λέξη: μέθοδο για να φτάσω στην απόφαση.  

Η συνέχεια και η διάρκεια ενός πολιτικού εγχειρήματος απαιτεί κάτι πολύ διαφορετικό. Απαιτεί διαμόρφωση θέσεων που θα παραπέμπουν σε συγκροτημένη πολιτική ταυτότητα με ότι αυτό συνεπάγεται. Κάτι το οποίο αυτή τη στιγμή τουλάχιστον δεν φαίνεται ότι μπορεί να υπάρξει στην ΑΔ. Παράλληλα, η πολιτική φυσιογνωμία του κόμματος παραμένει στενά συνδεδεμένη με τον ίδιο τον Φειδία Παναγιώτου και αυτό όχι λόγω των θέσεων του ή του πολιτικού του αυτοπροσδιορισμού. Η προσωπική του αναγνωρισιμότητα, η άμεση επικοινωνία με το κοινό και η παρουσία του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης υπήρξαν καθοριστικά στοιχεία της επιτυχίας του κόμματος που δεν μας λεν όμως τίποτε για την πολιτική ταυτότητα του κόμματος (ή μπορεί και να μας λεν). Η μετατροπή αυτής της απήχησης σε σταθερό κομματικό οργανισμό, με εσωτερικές διαδικασίες, συλλογικό πολιτικό λόγο και σαφή προγραμματική κατεύθυνση είναι ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα με βάση τα δεδομένα που έχουμε μπροστά μας για την ΑΔ. 

Το Βολτ και τα όρια της ευρωπαϊκής αναφοράς 

Το Βολτ αποτελεί μια διαφορετική περίπτωση. Σε αντίθεση με τα άλλα δύο νεοσύστατα σχήματα δεν βασίζεται σε μια κυριαρχική προσωπικότητα αρχηγού/ηγέτη, αλλά σε μια μορφή συλλογικής ηγεσίας με προσπάθεια δικοινοτικής σύστασης και απεύθυνσης. Επιχειρεί να εκφράσει μια ευρωπαϊκή και μεταρρυθμιστική πολιτική ταυτότητα, η οποία απευθύνεται κυρίως σε νεότερα, περισσότερο αστικά και φιλοευρωπαϊκά ακροατήρια. Οι βασικές αυτοαναφορές του κόμματος είναι λοιπόν η ΕΕ, η δικοινοτικότητα και η λύση του κυπριακού και ο ορθολογισμός. Αν και το Βολτ είναι το μόνο από τα τρία νεοσύστατα κόμματα που προσπαθεί να δημιουργήσει πολιτική ταυτότητα, και τα τρία βασικά στοιχεία της έκκλησης του είναι δύσκολο να προσδώσουν διακριτή ταυτότητα στο κόμμα, το κάθε ένα για διαφορετικούς λόγους. 

Η ΕΕ, ως γενικό πολιτικό σημείο αναφοράς, δεν αρκεί πλέον για να προσδώσει από μόνη της ισχυρή διαφοροποίηση. Αναφέρομαι πολύ συνειδητά σε ΕΕ και όχι σε Ευρώπη, διότι η έννοια Ευρώπη είναι κάτι πολύ πιο ευρύ και πλούσιο σε κληρονομιά και περιεχόμενο από ότι η ΕΕ. Σε κάθε περίπτωση και σε αντίθεση με τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, όταν η ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου αποτελούσε σαφέστερη πολιτική διαχωριστική γραμμή, σήμερα όλα τα κόμματα τοποθετούνται θετικά έναντι της ΕΕ, έστω και αν αντιλαμβάνονται με διαφορετικό τρόπο την ΕΕ, τον ρόλο και την λειτουργία της. Η επίκληση της ΕΕ από μόνη της δεν απαντά στα μεγάλα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα με τρόπο διακριτό σε σχέση με άλλα φιλοευρωενωσιακά πολιτικά κόμματα, όπως για παράδειγμα ο ΔΗΣΥ. 

Αντίστοιχα, ο ορθολογισμός στη δημόσια συζήτηση μπορεί να αποτελεί πολιτική αρετή και να διαφοροποιεί ένα κόμμα ως προς το ύφος του. Δεν αποτελεί, όμως, αυτοτελή πολιτική ταυτότητα. Δεν απαντά  στο ερώτημα ποιες κοινωνικές δυνάμεις επιδιώκει να εκφράσει ένα κόμμα, ποια συμφέροντα θεωρεί ότι πρέπει να προστατευθούν και ποια πολιτική κατεύθυνση προκρίνει όταν υπάρχουν συγκρούσεις συμφερόντων. Ορθολογιστής μπορεί να είναι και ένας φοιτητής, και ένας μεγαλοεπιχειρηματίας, και ένας αυτοεργοδοτούμενος, και ένας μισθοσυντήρητος, και ένας επισφαλώς εργαζόμενος, κοκ. Άτομα με εκ διαμέτρου διαφορετική κοινωνική θέση και συμφέροντα. Ορθολογιστής μπορεί να είναι και ένας δεξιός και ένας αριστερός, αλλά με εντελώς διαφορετικές πολιτικές στοχεύσεις. Και για να επικαλεστώ και τον δικό μου επαγγελματικό χώρο, τον ακαδημαϊκό, όλοι οι συνάδελφοι δημοσιεύουμε (συνήθως) ορθολογικά κείμενα με διαφορετικές απολήξεις, αλλά και διαφορετικές αφετηρίες. 

Ο ορθολογισμός είναι μέθοδος προσέγγισης της πολιτικής και τρόπος ανάλυσης των προβλημάτων, ο οποίος όμως απαντάται και σε άλλα κόμματα. Και βεβαίως, όπως έδειξαν συγκεκριμένα γεγονότα της προεκλογικής, δεν εφαρμόζεται πάντα. Ενίοτε οι πεποιθήσεις υπερισχύουν. Επιπρόσθετα, ο ορθολογισμός μερικές φορές διαβάζεται και ως μια αφ’ υψηλού προσέγγιση του στυλ «εγώ ξέρω καλύτερα από εσένα για εσένα», αναλόγως πως εκφέρεται και πως χρησιμοποιείται.  

Η προσπάθεια διαφοροποίησης μέσω της ηλικίας και της ιδιαίτερης απεύθυνσης προς τη νεολαία μπορεί να προσδώσει σε ένα κόμμα αρχική δυναμική και αναγνωρισιμότητα. Η νεολαία, όμως, δεν αποτελεί μια ομοιογενή κοινωνική ομάδα με σταθερές πολιτικές προτιμήσεις, κοινές κοινωνικές εμπειρίες, ή ενιαία ιδεολογική κατεύθυνση. Περιλαμβάνει νέους εργαζόμενους, φοιτητές, ανέργους, επισφαλώς εργαζόμενους, νέους γονείς και ανθρώπους με πολύ διαφορετικές οικονομικές, μορφωτικές και κοινωνικές αφετηρίες. Ως εκ τούτου, η ηλικία από μόνη της δύσκολα μπορεί να αποτελέσει διαρκή και σταθερή κοινωνική ραχοκοκαλιά ενός κόμματος.  

Το ζήτημα του κυπριακού. Το Βολτ φαίνεται να απευθύνεται, σε σημαντικό βαθμό, σε ένα ακροατήριο που επιζητεί έντονα λύση στο Κυπριακό, μερικές φορές μάλιστα δίνοντας την εντύπωση έστω και χωρίς προϋποθέσεις για το περιεχόμενο της. Ενδεχομένως, αυτό (το κυπριακό) να είναι και το βασικό ομογενοποιητικό στοιχείο του κόμματος, αφού πολλές φορές φαίνεται η θέση του κόμματος έναντι προσώπων ή θεμάτων, να υπαγορεύεται από τη στάση στο κυπριακό. Αυτή η προσέγγιση, όμως, έχει όρια, όπως φάνηκε και στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές. Η επιθυμία για λύση του Κυπριακού δεν αρκεί για να οικοδομήσει διακριτή κομματική ταυτότητα. Πολλοί άνθρωποι με ισχυρή επιθυμία για λύση βρίσκονται σε αρκετά άλλα κόμματα διότι προφανώς καλύπτονται από τις θέσεις τους στο ζήτημα.  

Η ταυτότητα ως προϋπόθεση διάρκειας 

Η εμφάνιση νέων κομμάτων είναι φυσικό φαινόμενο σε ένα πολιτικό σύστημα όπου η εμπιστοσύνη προς τα παραδοσιακά κόμματα έχει φθαρεί και όπου αρκετοί πολίτες αναζητούν νέους τρόπους και μορφές πολιτικής εκπροσώπησης. Η είσοδος του ΑΛΜΑ και της Άμεσης Δημοκρατίας στη Βουλή, όπως και η αξιοσημείωτη παρουσία του Βολτ, δείχνουν ότι το κυπριακό κομματικό σύστημα δεν είναι αμετάβλητο. Από την εκλογική επιτυχία της πρώτης φοράς μέχρι την καθιέρωση και σταθεροποίηση όμως υπάρχει σημαντική διαφορά. 

Η πολιτική ταυτότητα  παραμένει βασικό επίδικο για όλους τους κομματικούς σχηματισμούς, παλαιούς και νέους. Χωρίς σαφή απάντηση στο τι εκπροσωπεί ένα κόμμα, ποιες κοινωνικές δυνάμεις επιδιώκει να εκφράσει και ποιες πολιτικές επιλογές το διαχωρίζουν από τους ανταγωνιστές του, η εκλογική επιτυχία μπορεί να παραμείνει συγκυριακή. Χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια ότι η ύπαρξη πολιτικής ταυτότητας εγγυάται εκλογική επιτυχία ή εξασφαλίζει κατ’ ανάγκη από μόνη της την πολιτική επιβίωση ενός κόμματος, η απουσία της, καθιστά την επιβίωση πολύ δυσκολότερη.