Τα διαφορετικά διλήμματα ταυτότητας που αντιμετωπίζουν ΑΚΕΛ, ΕΔΕΚ και Οικολόγοι μεταξύ τους, αλλά και σε αντιδιαστολή με τα κόμματα του κεντροδεξιού μπλοκ
Στο προηγούμενο κείμενο εξετάστηκαν ορισμένα από τα βασικά πολιτικά ταυτοτικά διλήμματα των κομμάτων που τοποθετούνται στον ευρύτερο χώρο της δεξιάς, από τη φιλελεύθερη κεντροδεξιά μέχρι τη λαϊκή, εθνικιστική και ακροδεξιά εκδοχή της. Η συζήτηση αυτή συνεχίζεται σήμερα με το ΑΚΕΛ, την ΕΔΕΚ και τους Οικολόγους. Όπως και τα κόμματα της ευρύτερης δεξιάς που αναλύθηκαν την περασμένη εβδομάδα, έτσι και τα τρία κόμματα που εξετάζονται σήμερα, προέρχονται από διαφορετικές πολιτικές παραδόσεις και δεν μπορούν, ασφαλώς, να αντιμετωπίζονται ως ένας ενιαίος πολιτικός χώρος.
Η σχετική βιβλιογραφία για τις κομματικές οικογένειες διακρίνει ως ξεχωριστές ιδεολογικές οικογένειες την κομμουνιστική ή ριζοσπαστική αριστερά, τη σοσιαλδημοκρατία και την πολιτική οικολογία, στις οποίες αντίστοιχα και χονδρικά τοποθετούνται τα τρία κόμματα. Ταυτόχρονα, όμως, τις τοποθετεί, σε αντιδιαστολή προς τις συντηρητικές, φιλελεύθερες και δεξιές οικογένειες, στην ευρύτερη πλευρά της αριστεράς και της κεντροαριστεράς του πολιτικού φάσματος. Γι’ αυτό και εξετάζονται μαζί. Για λόγους συγκριτικής πολιτικής ανάλυσης.
Η κατηγοριοποίηση αυτή δεν σημαίνει ότι οι διαφορές μεταξύ των κομμάτων, που συναποτελούν αυτό που στην ακαδημαϊκή ορολογία αναφέρεται ως κεντροαριστερό μπλοκ, είναι μικρές ή δευτερεύουσες. Αντίθετα, οι διαφορές αυτές είναι συχνά ουσιαστικότατες και όχι μόνο ιστορικού χαρακτήρα, αφού αφορούν σε θεμελιακές θέσεις, προσεγγίσεις και αντιλήψεις για τη σύγχρονη πολιτική και κοινωνική ζωή, όπως για παράδειγμα η αντίληψη για τον καπιταλισμό και την αναδιανομή του εισοδήματος, τον ρόλο του κράτους, τη σχέση με την ΕΕ, καθώς και στις συνθήκες της Κύπρου, την πρόσληψη του Κυπριακού.
Η διεθνής συγκριτική ταξινόμηση δεν υποκαθιστά την ειδική ανάλυση της κυπριακής πραγματικότητας. Αυτό που προσφέρει, όμως, είναι ένα χρήσιμο πλαίσιο για να κατανοηθούν τα διαφορετικά διλήμματα ταυτότητας που αντιμετωπίζουν τα τρία κόμματα μεταξύ τους, αλλά και σε αντιδιαστολή με τα κόμματα του κεντροδεξιού μπλοκ.
Το ΑΚΕΛ και το ζήτημα της αριστερής ταυτότητας
Το ΑΚΕΛ βρίσκεται εδώ και χρόνια, όπως και όλα τα κόμματα της κομμουνιστικής αριστεράς μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ενώπιον ενός θεμελιώδους ερωτήματος που αφορά τον ιδεολογικό του προσδιορισμό και, κατ’ επέκταση, την πολιτική του ταυτότητα στη σύγχρονη εποχή. Το ταυτοτικό δίλημμα περιστρέφεται γύρω από το αν είναι ένα, πρωτίστως, κομμουνιστικό κόμμα, με βάση την ιστορική του προέλευση, την οργανωτική του κουλτούρα, τα σύμβολα και τις αναφορές του, ή ένα ευρύτερο κόμμα της αριστεράς, που επιδιώκει να εκφράσει διαφορετικές τάσεις και πολιτικές παραδόσεις; Προφανώς δεν υπάρχει κοινά αποδεκτή απάντηση στο ερώτημα αυτό ούτε ανάμεσα στα στελέχη και οπαδούς του κόμματος, ούτε, και πολύ περισσότερο, στον τρόπο με τον οποίο το ΑΚΕΛ γίνεται αντιληπτό από διαφορετικά ακροατήρια, ή και στον τρόπο που πολιτεύεται σε διάφορα ζητήματα.
Από τη μία πλευρά, ακροατήρια με ισχυρότερες κομμουνιστικές αναφορές θεωρούν ότι το ΑΚΕΛ έχει μετακινηθεί προς μια περισσότερο διαχειριστική λογική, ότι έχει αμβλύνει την κριτική του απέναντι στον καπιταλισμό και ότι εξαντλείται στις ιστορικές παρακαταθήκες χωρίς να δημιουργεί καινούρια σημεία αναφοράς ταξικών, κοινωνικών και πολιτικών αγώνων. Από την άλλη, πολιτικοί αντίπαλοι, αλλά και τμήματα της κοινωνίας, εξακολουθούν να το παρουσιάζουν ως ένα σκληροπυρηνικό κόμμα, με ιδεολογικές αναφορές που θεωρούνται αναχρονιστικές (αγκυλώσεις) και με περιορισμένη δυνατότητα προσαρμογής στις νέες συνθήκες. Ανεξάρτητα από το κατά πόσον οι ανωτέρω εκτιμήσεις/κριτικές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, είναι ενδεικτικές του τρόπου με τον οποίο ένα μέρος του δημόσιου διαλόγου αντιλαμβάνεται τις εσωτερικές ιδεολογικές ισορροπίες του κόμματος.
Οι κριτικές αυτές, μαζί με τις επιμέρους εκδοχές τους, είναι μεν αντιφατικές, αναδεικνύουν ακριβώς το πρόβλημα της πολιτικής ταυτότητας δε. Το ΑΚΕΛ φαίνεται να προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ιστορική κομμουνιστική του παράδοση και στην ανάγκη να εκφράσει σύγχρονα κοινωνικά αιτήματα, τα οποία δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με όρους του παρελθόντος, καθώς απαιτείται πολιτική γλώσσα και προτάσεις που να απευθύνονται σε κοινωνικές ομάδες οι οποίες δεν συγκροτούνται πλέον με τους όρους των προηγούμενων δεκαετιών.
Οι αδυναμίες φέρουν μαζί τους το αποτύπωμα μιας ιστορικής κουλτούρας που κληρονομήθηκε στις σύγχρονες ηγεσίες του κόμματος, η οποία ήθελε πάση θυσία την αποφυγή θεωρητικών και ιδεολογικών αναζητήσεων και ενδοσκοπήσεων προς αποφυγή διάρρηξης της ενότητας του κόμματος. Μια κουλτούρα που διευκολυνόταν από την ύπαρξη του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, από τις αναλύσεις και θέσεις του οποίου αντλούσε θεωρία, πλαίσιο και θέσεις. Αυτή η ενδοσκόπηση αποφεύγεται εδώ και χρόνια εν’ ονόματι κάποτε της ενότητας και κάποτε των πιεστικών καθημερινών και εκλογικών καθηκόντων.
Το δίλημμα για το ΑΚΕΛ είναι υπαρκτό και όχι ανέξοδο. Όποια επιλογή και αν γίνει πιθανότατα θα έρθει με κάποιο τίμημα. Μια σοσιαλδημοκρατική μετάβαση, όπως ζητείται από ορισμένους, ενδεχομένως να διευκόλυνε την προσέγγιση ευρύτερων κεντροαριστερών και μεσαίων στρωμάτων, αλλά πιθανότατα θα δημιουργούσε μεγαλύτερη απόσταση από τον ιστορικό του πυρήνα και φυσιογνωμία, ενώ ταυτόχρονα θα άφηνε μεγαλύτερο κενό στα αριστερά του. Η διατήρηση, από την άλλη, μιας ισχυρότερης κομμουνιστικής φυσιογνωμίας ενισχύει τη διακριτότητα του κόμματος, χωρίς να είναι βέβαιο όμως ότι επαρκεί για να απαντήσει στις πολιτικές ανάγκες ενός μεταβαλλόμενου κοινωνικού περιβάλλοντος. Η συνέχιση μιας πιο σύνθετης ή αμφίσημης φυσιογνωμίας πιθανότητα θα έχει και αυτό πολιτικό κόστος, καθώς δυσκολεύει τη διαμόρφωση καθαρών προσδοκιών γύρω από το τι ακριβώς εκπροσωπεί το ΑΚΕΛ σήμερα.
Η ΕΔΕΚ και η αμφισημία του σοσιαλιστικού πατριωτισμού
Η ΕΔΕΚ αυτοπροσδιορίζεται και κατατάσσεται κατά κανόνα στη σοσιαλιστική (ή σοσιαλδημοκρατική) οικογένεια, έστω και αν η ιστορική της διαδρομή περιλαμβάνει ιδιαίτερες κυπριακές αναφορές που πολλές φορές οδηγούν στην ανάλυση της υπό το πρίσμα ενός ιδιότυπου ελληνοκυπριακού εθνικισμού. Σε ιδεολογικό επίπεδο, η ίδρυση της συνδέθηκε με μια εκδοχή σοσιαλισμού παλαιότερης κοπής, στην οποία συνυπήρχαν επιρροές από τον αραβικό σοσιαλισμό, τον αντιιμπεριαλισμό, την έμφαση στην κοινωνική δικαιοσύνη και μια ισχυρή πατριωτική αντίληψη για το Κυπριακό και λιγότερο με την κλασική ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία.
Αυτή η ιδιαιτερότητα αποτελούσε για δεκαετίες μέρος της ταυτότητας της. Σήμερα, όμως, και εν τη φυσική απουσία του ιδρυτή και συνεκτικού της στοιχείου, του Βάσου Λυσσαρίδη, δημιουργεί σημαντικά ερωτήματα ως προς το ποιες από αυτές τις αναφορές παραμένουν καθοριστικές για την πολιτική της ταυτότητα. Είναι η ΕΔΕΚ ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα και πως αυτό προσδιορίζεται; Είναι ένα κόμμα σοσιαλιστικού πατριωτισμού και βέβαια τι σημαίνει αυτό ακριβώς; Ή αποτελεί έναν πολιτικό χώρο στον οποίο οι κοινωνικές αναφορές συνυπάρχουν με θέσεις που, σε ορισμένες περιπτώσεις, προσεγγίζουν περισσότερο μια εθνικιστική πολιτική γλώσσα;
Οι παραπάνω έννοιες δεν είναι εύκολο να οριστούν και να αποτυπωθούν σε πολιτική πρακτική, εντούτοις, για ένα κόμμα, όπως η ΕΔΕΚ, οι απαντήσεις είναι ουσιαστικές ώστε να τοποθετήσουν το κόμμα στον πολιτικο-ιδεολογικό χάρτη με ευκρίνεια.
Οι εσωκομματικές συγκρούσεις που τεκταίνονται εδώ και καιρό στην ΕΔΕΚ προσθέτουν μια ακόμη διάσταση στο ζήτημα αυτό. Η εκλογική αποτυχία στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές έδωσε στις αντιπαραθέσεις αυτές εντονότερη έκφραση και κατέστησε αναπόφευκτη τη συζήτηση για την επόμενη ημέρα του κόμματος. Δεν είναι, όμως, ακόμη ξεκάθαρο ποιο ακριβώς είναι το διακύβευμα των συγκρούσεων. Αφορούν κυρίως ζητήματα ελέγχου του κομματικού μηχανισμού, της ηγεσίας και προσωπικού χαρακτήρα αντιπαραθέσεις, ή εκφράζουν βαθύτερες διαφορές για το είδος του κόμματος που θέλουν να είναι η ΕΔΕΚ, για τη σχέση της με τη σοσιαλδημοκρατία, για τις σχέσεις της με τα άλλα κόμματα και τη συμμετοχή της σε κυβερνήσεις συνασπισμού, καθώς και για την πολιτική της τοποθέτηση στο κυπριακό;
Η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης, αφού στην πρώτη περίπτωση μια αλλαγή ηγεσίας ή εσωκομματικών συσχετισμών μπορεί να θεωρηθεί επαρκής απάντηση (χωρίς απαραίτητα και πιθανότατα να είναι). Στο δεύτερο ενδεχόμενο, όμως, που μάλλον είναι το ουσιώδες επίδικο, απαιτείται ουσιαστικότερη συζήτηση και επανακαθορισμός της πολιτικής ταυτότητας του κόμματος.
Το σίγουρο είναι ότι η ΕΔΕΚ, όπως και κανένα κόμμα βέβαια, δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην ιστορική της διαδρομή και στις παραδοσιακές της αναφορές στο κυπριακό. Χρειάζεται να απαντήσει με πιο καθαρό τρόπο τι είδους σοσιαλιστική ή σοσιαλδημοκρατική πολιτική δύναμη επιδιώκει να είναι στις σημερινές συνθήκες.
Οι Οικολόγοι και η απώλεια του «πράσινου» πυρήνα
Οι Οικολόγοι ανήκουν στην πράσινη πολιτική οικογένεια, η οποία αναπτύχθηκε ιστορικά γύρω από την περιβαλλοντική προστασία, τις μεταϋλιστικές αξίες, και στις περισσότερες ευρωπαϊκές συγκριτικές αναλύσεις τοποθετείται στον ευρύτερο χώρο της κεντροαριστεράς. Η τοποθέτηση αυτή ελαύνεται από το γεγονός ότι βασικά προτάγματα της «πράσινης πολιτικής» παρουσιάζουν ιδεολογική συνάφεια με κεντρικές θέσεις της αριστεράς, όπως για παράδειγμα η σύνδεση της περιβαλλοντικής προστασίας με την κοινωνική δικαιοσύνη, η προστασία των δημόσιων αγαθών και η στήριξη ενός ισχυρού κοινωνικού κράτους.
Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, εξάλλου, πράσινα κόμματα προήλθαν αρχικά από διασπάσεις, κινήματα ή πολιτικές διεργασίες στον χώρο της αριστεράς και της κεντροαριστεράς. Στην κυπριακή περίπτωση, ωστόσο, αυτή η γενική ευρωπαϊκή κατηγοριοποίηση δεν εφαρμόζεται με απόλυτη καθαρότητα διότι το μεγαλύτερο μέρος των ιδρυτικών στελεχών που διαμόρφωσαν την αρχική φυσιογνωμία και πολιτική γραμμή του κινήματος δεν προερχόταν από το ΑΚΕΛ ή γενικότερα από την κυπριακή αριστερά.
Οι Οικολόγοι είχαν, τουλάχιστον για σημαντικό χρονικό διάστημα, ένα σχετικά καθαρό διακριτό στοιχείο σε σχέση με τα υπόλοιπα κόμματα και αυτό ήταν η βασική αναφορά στο περιβάλλον και στην πολιτική οικολογία. Εξού και εδραίωσαν σταθερή παρουσία σε ένα κομματικό σύστημα το οποίο γνώρισε αρκετά μικρά κόμματα τα οποία σε σύντομο χρονικό διάστημα εξαφανίστηκαν. Είχαν μια κοινωνική γείωση που τους επέτρεπε να αποτελέσουν ένα σταθερό κομμάτι του όλου κομματικού συστήματος.
Η «πράσινη» ταυτότητα είχε ιδιαίτερη σημασία επειδή δεν περιοριζόταν σε ένα επιμέρους ζήτημα. Υποδήλωνε μια συνολικότερη πολιτική και αξιακή τοποθέτηση με διαφορετική αντίληψη για την ανάπτυξη, την κατανάλωση, τη χρήση των φυσικών πόρων, τις πόλεις, την ενέργεια, τις μεταφορές και την ποιότητα της καθημερινής ζωής.
Στην πορεία, όμως, η φυσιογνωμία αυτή αδυνάτισε, ή το ίδιο το κόμμα την άφησε να περάσει σε δεύτερη μοίρα. Η μεγαλύτερη έμφαση σε ζητήματα πιο υλιστικά (με τους όρους του Inglehart), καθώς και η διεύρυνση της πολιτικής ατζέντας σε πολλά πεδία πέραν του περιβάλλοντος, και ιδιαίτερα στο κυπριακό και το θέμα της διαφθοράς, κατέστησαν λιγότερο ευδιάκριτο το βασικό στοιχείο που διαφοροποιούσε το κόμμα από τα υπόλοιπα.
Η διεύρυνση της θεματολογίας δεν είναι βέβαια από μόνη της αρνητική. Οι Οικολόγοι ήταν και είναι υποχρεωμένοι ως κοινοβουλευτικό κόμμα και με παρουσία στο Εθνικό Συμβούλιο, να έχουν θέσεις για όλα τα δημόσια ζητήματα. Το ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει είναι αν οι θέσεις αυτές προκύπτουν οργανικά από την οικολογική τους αντίληψη ή αν το περιβάλλον έχει μετατραπεί σε ένα ακόμη κεφάλαιο μέσα σε μια γενικότερη και λιγότερο διακριτή πολιτική ατζέντα.
Από εδώ προκύπτει και το βασικό ταυτοτικό πρόβλημα των Οικολόγων. Όταν ένα κόμμα που δημιουργήθηκε για να εκφράσει την πολιτική οικολογία δεν αναγνωρίζεται πλέον πρωτίστως για αυτήν, τότε χάνει μέρος του λόγου ύπαρξης του. Ιδιαίτερα σε μια εποχή κατά την οποία η κλιματική κρίση, η ενεργειακή ασφάλεια, η διαχείριση του νερού, η οικιστική ανάπτυξη και η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος είναι ζητήματα με αυξημένη πολιτική σημασία, η απώλεια της «πράσινης διακριτότητας» αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος.
Σε μια εποχή όπου τα κόμματα αντιμετωπίζουν πολλά και αλληλένδετα ζητήματα, το βασικό επίδικο για τους Οικολόγους δεν είναι αν πρέπει να επιστρέψουν σε μια στενή μονοθεματική πολιτική παρουσία γύρω από το περιβάλλον. Αφορά πολύ περισσότερο στο αν μπορούν να επαναφέρουν την πολιτική οικολογία ως τον βασικό φακό μέσα από τον οποίο θα προσεγγίζουν τα υπόλοιπα ζητήματα και να το αναδείξουν με τρόπο πειστικό ως το βασικό διακριτό τους στοιχείο.