«Η τσατσάρα για τον άντρα είναι πράγμα ιερό», σύμφωνα με το γνωστό τραγούδι των Χάρη και Πάνου Κατσιμίχα
Η αναλογία μπορεί να φανεί εκ πρώτης όψεως παράδοξη και εν μέρει υπερβολική, εντούτοις την χρησιμοποιώ για να καταδείξω τον ρόλο και σημασία της πολιτικής ταυτότητας για ένα πολιτικό κόμμα, ιδιαίτερα σε μια εποχή όπου οι βεβαιότητες των προηγούμενων δεκαετιών έχουν υποχωρήσει και η αποϊδεολογικοποίηση αποτελεί νόρμα.
Η πολιτική ταυτότητα είναι αυτό που εγγράφει ένα πολιτικό οργανισμό στο ατομικό και συλλογικό υποσυνείδητο μιας κοινωνίας στη βάση συγκεκριμένων χαρακτηριστικών, αυτό που το διαφοροποιεί από τα υπόλοιπα κόμματα, αυτό που δημιουργεί συγκεκριμένες προσδοκίες στους πολίτες ως προς τη συμπεριφορά του και εικόνα για το πλάνο που έχει για την κοινωνία την οποία θέλει να δημιουργήσει. Ως τέτοια είναι θεμελιακό συγκροτητικό στοιχείο για ένα οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα ως εν δυνάμει φορείς εξουσίας και απορρέει από την ιδεολογική τοποθέτηση που επιλέγει για τον εαυτό του. Χωρίς ευκρινή πολιτική ταυτότητα ένας πολιτικός οργανισμός θα δυσκολευτεί να πείσει ότι αποτελεί κάτι περισσότερο από έναν εκλογικό μηχανισμό, ή μια ομάδα προσώπων που επιδιώκει συμμετοχή στην εξουσία.
Η συζήτηση που ακολουθεί δεν αφορά την ταυτότητα με τη δικαιωματιστική έννοια. Αφορά στην πολιτική και ιδεολογική ταυτότητα των κομμάτων: τι είναι, ποιους εκπροσωπούν, ποια κοινωνικά στρώματα επιδιώκουν να εκφράσουν, ποιες πολιτικές παραδόσεις επικαλούνται και ποια είναι τα όρια των πολιτικών τους επιλογών. Στην κυπριακή περίπτωση, η αναζήτηση αυτή είναι εμφανής σε αρκετά κόμματα, τόσο τα παλαιότερα όσο και τα νεότερα. Τα διλήμματα δεν είναι ίδια για όλους, βέβαια, ούτε έχουν την ίδια ένταση. Είναι όμως υπαρκτά και καθοριστικά τόσο για τα ίδια τα κόμματα όσο και για το κομματικό σύστημα ευρύτερα. Ξεκινώ σήμερα μια σύντομη ανάλυση του θέματος με πρώτο σημείο αναφοράς τον χώρο της ευρύτερης κεντρο-ακρο-δεξιάς (ΔΗΣΥ, ΕΛΑΜ, ΔΗΚΟ, ΔΗΠΑ) και θα συνεχίζω σε επόμενα κείμενα με τον χώρο της ευρύτερης κεντροαριστεράς (ΑΚΕΛ, ΕΔΕΚ, Οικολόγοι) και τον χώρο των νέων κομμάτων (ΑΛΜΑ, Άμεση Δημοκρατία και Βολτ). Η ανάλυση δεν είναι ούτε κανονιστική, ούτε αξιολογική. Δεν επιδιώκει δηλαδή να πει σε κάποιο κόμμα τι πρέπει να κάνει και αν αυτό που κάνει είναι σωστό ή λάθος. Είναι διαπιστωτικού χαρακτήρα.
Ο ΔΗΣΥ ανάμεσα στη λαϊκή δεξιά και τη φιλελεύθερη κεντροδεξιά, ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αντιπολίτευση
Ο ΔΗΣΥ αντιμετωπίζει ίσως το πιο εμφανές πρόβλημα πολιτικής ταυτότητας στη σημερινή συγκυρία. Το πρώτο ζήτημα αφορά στη σχέση του με την κυβέρνηση. Παρά το γεγονός ότι βρίσκεται στην αντιπολίτευση, στις πλείστες των περιπτώσεων είναι πολύ δύσκολο να εντοπίσει κάποιος καθαρές και ουσιαστικές διαφοροποιήσεις σε μεγάλα ιδεολογικά, αξιακά και πολιτικά ζητήματα.
Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν υπάρχουν διαφωνίες. Υπάρχουν. Το πρόβλημα είναι ότι οι περισσότερες εξ’ αυτών αφορούν περισσότερο διαφωνίες διαχείρισης, προσώπων ή επιμέρους χειρισμών, παρά συγκρούσεις διαφορετικών πολιτικών αντιλήψεων. Αυτό περιορίζει αντικειμενικά το εύρος της κριτικής και της διαφοροποίησης, αφού μια ουσιαστική αντιπολίτευση δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην κριτική της καθημερινότητας και των συμπεριφορών. Χρειάζεται να καταδεικνύει τι διαφορετικό προτείνει σε επίπεδο ευρύτερου πολιτικού ορίζοντα.
Το βαθύτερο ζήτημα για τον ΔΗΣΥ όμως είναι άλλο. Το κόμμα ταλαντεύεται διαχρονικά, αλλά πολύ περισσότερο τα τελευταία χρόνια μεταξύ των δύο βασικών ιστορικών συνιστώντων στοιχείων του. Της λαϊκής και εθνικοφρόνου δεξιάς αφενός και της φιλελεύθερης κεντροδεξιάς αφετέρου. Η πρώτη δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην εθνική ταυτότητα, στην ασφάλεια, στο μεταναστευτικό, στις παραδοσιακές αξίες και σε μια πιο σκληρή προσέγγιση στο Κυπριακό. Η δεύτερη, στηρίζεται περισσότερο στον οικονομικό φιλελευθερισμό, στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό, στους θεσμούς, στην αγορά και σε μια πιο κοσμοπολίτικη κοινωνική αντίληψη. Η συμφιλίωση τους στον σύγχρονο κόσμο δεν είναι εύκολη. Όπως τόνισα ξανά σε άλλες περιπτώσεις, η εποχή των κομμάτων ομπρελών, με την έννοια του παντρέματος πολλών και διαφορετικών ταυτοτήτων, τάσεων και ακροατηρίων καθίσταται πολύ δύσκολη. Ιδιαίτερα όταν εμφανιστεί σημαντικός ανταγωνιστής στη μία εκ των δύο «εκλογικών αγορών». Και αυτό δεν αφορά μόνο στον ΔΗΣΥ.
Κανένα μεγάλο κόμμα δεν είναι μπορεί να είναι ιδεολογικά ομοιογενές. Η συνύπαρξη διαφορετικών τάσεων είναι αναμενόμενη. Όταν, όμως, οι τάσεις αυτές αφορούν τον βασικό χαρακτήρα του κόμματος, τότε το ζήτημα ξεπερνά την πλαισίωση του με όρους εσωκομματικού πλουραλισμού και μετατρέπεται σε πρόβλημα πολιτικού προσανατολισμού. Το χειρότερο ενδεχομένως είναι ότι όποια επιλογή και αν κάνει ο ΔΗΣΥ πιθανότατα θα έχει κόστος. Αν κινηθεί καθαρά προς τη φιλελεύθερη κεντροδεξιά, θα αφήσει μεγαλύτερο χώρο ελεύθερο στα δεξιά του. Αν κινηθεί προς τη λαϊκή και εθνικόφρονα δεξιά, πιθανόν να απομακρύνει τμήματα του αστικού, φιλελεύθερου και κεντρώου ακροατηρίου του. Αυτή η αμφισημία βρίσκεται και στη βάση της δυσκολίας του να αντιμετωπίσει πολιτικά το ΕΛΑΜ.
Το ΕΛΑΜ και η επιδίωξη κανονικοποίησης
Το ΕΛΑΜ βρίσκεται επίσης σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Το βασικό ταυτοτικό του ζήτημα είναι η μετάβαση από ένα ακραίο και περιθωριακό κόμμα, το οποίο είχε στενή πολιτική και οργανωτική σχέση με τη νεοναζιστική Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα, σε ένα κανονικοποιημένο κόμμα της εθνικιστικής δεξιάς ή ακόμη και της ευρύτερης δεξιάς, όπως είναι και η προσπάθεια του ίδιου του κόμματος εδώ και μερικά χρόνια. Αυτό το εγχείρημα φαίνεται να περνά πλέον μέσα από το κατώφλι της κυβερνητικής παρουσίας και συμμετοχής στο εγγύς μάλιστα μέλλον.
Το ΕΛΑΜ επιδιώκει να εμφανίζεται περισσότερο ως κοινοβουλευτικός και θεσμικός πολιτικός δρώντας, να περιορίζει τις πιο ακραίες αναφορές του και να διευρύνει την εκλογική του απήχηση πέραν του αρχικού σκληρού πυρήνα του. Κυρίαρχο στοιχείο είναι η παρουσίαση του εαυτού του ως ένα υπεύθυνο κόμμα της δεξιάς με κεντρικούς άξονες αναφοράς τη θρησκεία, το έθνος, την αυστηρή αντιμετώπιση της μετανάστευσης και την αντίθεση στη δικαιωματιστική ατζέντα.
Η στρατηγική αυτή δεν είναι πρωτόγνωρη. Έχει ακολουθηθεί από αρκετά ακροδεξιά κόμματα στην Ευρώπη, τα οποία επιχείρησαν να απομακρύνουν από πάνω τους την εικόνα του νεοφασιστικού ή νεοναζιστικού σχηματισμού χωρίς κατ’ ανάγκην να μεταβάλουν ουσιαστικά τον ιδεολογικό τους πυρήνα.
Αυτή η μετάβαση, όμως, έχει σημαντικές επιπτώσεις για την πολιτική ταυτότητα του κόμματος, αφού είναι δύο αντιθετικοί πολιτικοί προσανατολισμοί. Μέχρι σήμερα, το ΕΛΑΜ αξιοποίησε αποτελεσματικά μια ελεγχόμενη αμφισημία. Παρουσιαζόταν ολίγον συστημικό και ολίγον «αντισυστημικό». Εμφανιζόταν ως δύναμη διαμαρτυρίας απέναντι στο πολιτικό κατεστημένο, ενώ ταυτόχρονα αναζητούσε θεσμική αναγνώριση και συμμετοχή στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Η τακτική αυτή απέφερε πολιτικούς και εκλογικούς καρπούς, αλλά η περαιτέρω διατήρηση της έχει όρια. Ένα κόμμα που επιδιώκει, με τα λόγια του ίδιου του προέδρου του, να συμμετάσχει σε κυβέρνηση, δεν μπορεί επ’ αόριστον να αποφεύγει τις καθαρές επιλογές, αλλά και ανάληψη του πολιτικού κόστους που αυτές συνεπάγονται.
Το πρόβλημα για το ΕΛΑΜ είναι ότι η κανονικοποίηση έχει όρια και κόστος. Αν μετακινηθεί υπερβολικά προς μια πιο ήπια εκδοχή εθνικιστικής δεξιάς, κινδυνεύει να αποξενώσει μέρος του σκληρού του ακροατηρίου. Επιπλέον, μπορεί να δημιουργήσει χώρο για ένα σχήμα δεξιότερα του, που θα εκφράζει πιο ανοικτά ακραίες αντιλήψεις. Αν, αντίθετα, παραμείνει προσκολλημένο σε μια σκληρή και αποκλειστική μορφή εθνικισμού, θα συναντήσει όρια στην περαιτέρω εκλογική του διεύρυνση. Το αν θα καταφέρει να καλύψει μόνιμα ένα τμήμα του χώρου που εγκατέλειψε τον ΔΗΣΥ με την κεντροδεξιά κίνηση του τελευταίου τα τελευταία χρόνια, θα εξαρτηθεί από τις επιλογές του ίδιου του ΔΗΣΥ όσο και του ΕΛΑΜ. Σε κάθε περίπτωση, ΕΛΑΜ και ΔΗΣΥ φαίνεται να λειτουργούν για ένα σημαντικό κομμάτι της δεξιάς εκλογικής βάσης ως συγκοινωνούντα δοχεία. Όταν αδειάζει το ένα γεμίζει το άλλο.
Το ΔΗΚΟ και τα όρια του «ενδιάμεσου» χώρου
Το ΔΗΚΟ αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα διαφορετικής φύσης, αλλά εξίσου σημαντικό. Η έννοια του ενδιάμεσου χώρου στον οποίο αυτοτοποθετείται είχε για δεκαετίες σαφέστερο πολιτικό περιεχόμενο με μια σημαντική υποσημείωση όμως. Η ταυτότητα «ενδιάμεσος» δεν αποτελούσε αυτοκαθορισμό αλλά ετεροκαθορισμό. Υποδήλωνε μια θέση ανάμεσα στον ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ, με ιδιαίτερη έμφαση στο κυπριακό, σε μια πιο κρατικιστική προσέγγιση της οικονομίας και σε μια πιο συντηρητική κοινωνική αντίληψη. Σε εποχές πολύ μεγαλύτερης ιδεολογικής καθαρότητας, στις εποχές των δύο ξεκάθαρων ιδεολογικών στρατοπέδων, αυτός ο ετεροπροσδιορισμός σε συνάρτηση με την πρόσδεση του κόμματος στα δίκτυα εξουσίας και στα οφέλη της είχε πραγματικό αντίκρισμα τόσο με όρους πολιτικούς όσο και εκλογικούς.
Σήμερα, όμως, το «ενδιάμεσο» δεν αρκεί ως ταυτότητα. Η άμβλυνση των παλιών διαχωρισμών καθιστά ολοένα και δυσκολότερο να ξεκαθαριστεί ανάμεσα σε ποιους ακριβώς πολιτικούς πόλους τοποθετείται το κόμμα. Και τα δύο κόμματα ανάμεσα στα οποία προσδιοριζόταν το ΔΗΚΟ, ο ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ, όχι μόνο έχουν αλλάξει σημαντικά μετά το 1990, αλλά βρίσκονται και τα ίδια σε αναζήτηση ταυτότητας.
Το ίδιο το ΔΗΚΟ έχει επίσης μετακινηθεί δεξιότερα σε πολλές ιδεολογικές και αξιακές συνιστάμενες της πολιτικής του ταυτότητας χάνοντας μέρος της δυνατότητας του να κινείται στον θεωρούμενο ως ενδιάμεσο χώρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εν προκειμένω η διαφοροποιημένη αντίληψη του ΔΗΚΟ για τον ρόλο του κράτους στην οικονομία που ομοιάζει πλέον πολύ με τις θέσεις του ΔΗΣΥ. Η αλλαγή των κυρίαρχων οικονομικών αντιλήψεων για το ρόλο του κράτους σε διεθνές επίπεδο, που υπαγορεύουν περιορισμό του ρόλου του κράτους στην οικονομία βρήκαν αντανάκλαση και στις θέσεις του ΔΗΚΟ. Αυτό όμως συνεπάγεται μειωμένη πρόσβαση στις εστίες και τα εργαλεία αναπαραγωγής του κόμματος μέσα από το κράτος, τουλάχιστον με τους παλαιότερους όρους στη βάση των οποίων αυτή συντελείτο.
Από μια άλλη σκοπιά, η κοινωνική συντηρητική συνιστώσα της πολιτικής του ταυτότητας δεν αποτελεί απλώς ιστορικό κατάλοιπο του κόμματος, αλλά παραμένει εμφανής σε σειρά ζητημάτων που αφορούν την οικογένεια, τη θρησκεία, τη μετανάστευση και ευρύτερα τη δικαιωματιστική ατζέντα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, οι τοποθετήσεις του ΔΗΚΟ παρουσιάζουν συνάφεια με θέσεις πολιτικών χώρων πολύ συντηρητικότερων από εκείνο, ακόμη και με χώρους που κινούνται σαφώς δεξιότερα του, κάτι που δυσκολεύει περαιτέρω τον αυτοπροσδιορισμό του ως κόμματος του ενδιάμεσου χώρου και περιορίζει τη δυνατότητα του να απευθύνεται με πειστικότητα σε πιο κεντρώα και κοινωνικά φιλελεύθερα τμήματα της κοινωνίας.
Η ΔΗΠΑ και η δυσκολία της διαφοροποίησης
Η ΔΗΠΑ αντιμετωπίζει ένα συγγενές, αν και όχι ταυτόσημο, πρόβλημα πολιτικής ταυτότητας. Δημιουργήθηκε ως διάσπαση του ΔΗΚΟ, με βασική επιδίωξη να εκφράσει έναν πιο μετριοπαθή, συνεργατικό και κυβερνητικά προσανατολισμένο χώρο. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, δυσκολεύεται να οριοθετήσει με σαφήνεια τον εαυτό της από το κόμμα από το οποίο προήλθε. Η διαφοροποίηση πολλές φορές φαίνεται να εξαντλείται σε διαφωνίες προσώπων, ύφους ή χειρισμών. Ούτε η συμμετοχή ή η προθυμία συμμετοχής σε κυβερνητικές συνεργασίες αποτελεί ιδιαίτερο προσδιοριστικό και διαφοροποιό στοιχείο πολιτικής ταυτότητας. Ιδιαίτερα μετά την αποτυχία εισόδου στη Βουλή, το ζήτημα αυτό γίνεται ακόμη πιο πιεστικό. Στο νέο περιβάλλον μετά τις εκλογές, η ΔΗΠΑ καλείται να εξηγήσει γιατί ένας ψηφοφόρος που κινείται στον ευρύτερο κεντρώο ή ενδιάμεσο χώρο να την επιλέξει αντί του ΔΗΚΟ. Υπό αυτή την έννοια, αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα που θυμίζει, σε διαφορετική κλίμακα, εκείνο του ΔΗΣΥ σε σχέση με την κυβέρνηση: όταν η πολιτική και προγραμματική απόσταση από τον κοντινότερο ανταγωνιστή ή εταίρο δεν είναι ευδιάκριτη, η αυτοτελής πολιτική ύπαρξη δυσκολεύεται να δικαιολογηθεί.