weather widget icon
28.9 °C
ΚΥΡΙΑΚΗ
16.08.2026 8:49
Powered by:
Μέλος του ομίλου
Alpha Cyprus
alpha-letter
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΓΑΠΙΟΥ

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΓΑΠΙΟΥ

Πως τα δεδομένα κάθε εποχής επηρέαζαν τη μορφή των προτάσεων για λύση

Η ιστορία του κυπριακού χαρακτηρίζεται από διαδοχικά σχέδια και προτάσεις λύσης, τα οποία καθρέφτιζαν τα γεωπολιτικά δεδομένα αλλά και το διεθνές περιβάλλον, και κυρίως τις σχέσεις μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Σχέσεις οι οποίες ως επί το πλείστον διαμορφώνονταν αναλόγως των θέσεων του εκάστοτε Τουρκοκύπριου ηγέτη και της εξάρτησής του από την Τουρκία, της βούλησης των εγγυητριών δυνάμεων αλλά και της διάθεσης για υποχωρήσεις από πλευράς των ελληνοκύπριων ηγετών.    

Από την διασκεπτική στις δικοινοτικές ταραχές

Το κυπριακό δεν ξεκίνησε ως πρόβλημα από την εισβολή ούτε από τις δικοινοτικές ταραχές του 1963-64.  

Η Διασκεπτική Συνέλευση του 1947–1948 αποτέλεσε την πρώτη οργανωμένη βρετανική προσπάθεια διαμόρφωσης συνταγματικού πλαισίου για την Κύπρο, με στόχο την παραχώρηση περιορισμένης αυτοδιοίκησης υπό το βλέμμα των Βρετανών. Η Διασκεπτική απέτυχε, καθώς οι βρετανικές συνταγματικές προτάσεις δεν έγιναν αποδεκτές από την ελληνοκυπριακή πλευρά, γεγονός που συνέβαλε στην περαιτέρω όξυνση του κυπριακού και στην ενίσχυση του αιτήματος για αυτοδιάθεση.

Η ελληνοκυπριακή πλευρά διεκδικούσε την ένωση και εν συνεχεία την αυτοδιάθεση, η οποία συνδεόταν κυρίως με την ένταξη της Κύπρου στην Ελλάδα. Παράλληλα, η Τουρκία άρχισε να αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο Ένωσης ως απειλή για τα συμφέροντά της και για την ασφάλεια των Τουρκοκυπρίων.   

Το σχέδιο Ράντκλιφ του 1956 προέβλεπε σύνταγμα με περιορισμένη αυτοκυβέρνηση, ενώ η Βρετανία θα διατηρούσε τον έλεγχο της άμυνας, της εξωτερικής πολιτικής και της ασφάλειας στο νησί. Θα λειτουργούσε εκλεγμένο νομοθετικό σώμα, στο οποίο η ελληνοκυπριακή πλειοψηφία θα είχε σημαντική εκπροσώπηση, αλλά η βρετανική κυριαρχία θα παρέμενε. Προνοείτο περιορισμένη εκπροσώπηση των Τουρκοκυπρίων. Η πρόταση δεν έγινε αποδεκτή, καθώς δεν ικανοποιούσε το αίτημα της αυτοδιάθεσης.  

Το Σχέδιο Μακμίλαν του 1958 αποτυπώνει τον ενισχυμένο ρόλο της Τουρκίας στο κυπριακό. Το σχέδιο αποτελούσε πρόταση τριπλής συγκυριαρχίας Βρετανίας, Ελλάδας και Τουρκίας και μια κατά κάποιο τρόπο αυτονομία των δύο κοινοτήτων. Η Βρετανία πρότεινε ουσιαστικά τριχοτόμηση της Κύπρου. Ο Βρετανός κυβερνήτης θα διατηρούσε σημαντικές αρμοδιότητες, ενώ Αθήνα και Άγκυρα θα αποκτούσαν επίσημο ρόλο στη διαδικασία. Η πρόταση απορρίφθηκε από την ελληνοκυπριακή πλευρά, καθώς θεωρήθηκε ότι δεν οδηγούσε σε πραγματική αυτοδιάθεση.    

Μετά τον ένοπλο αγώνα της ΕΟΚΑ, τον Αύγουστο του 1960 γεννιέται η Κυπριακή Δημοκρατία. Δημιουργείται ένα δικοινοτικό κράτος σχεδόν σε όλες τις εκφάνσεις του, με Ελληνοκύπριο Πρόεδρο και Τουρκοκύπριο Αντιπρόεδρο, χωριστές πλειοψηφίες και επεμβατικά δικαιώματα των εγγυητριών δυνάμεων. Με την ίδρυση του κράτους εγκαταλείφθηκε τόσο η Ένωση όσο και η διχοτόμηση. Οι συνταγματικές δυσλειτουργίες και οι διακοινοτικές συγκρούσεις του 1963–64 οδήγησαν στην κατάρρευση της αρχικής συνταγματικής τάξης, με το κράτος να λειτουργεί μέχρι σήμερα στη βάση του δικαίου της Ανάγκης και χωρίς τους Τουρκοκύπριους στα κέντρα λήψης αποφάσεων και στις τρείς εξουσίες.  

Το κυπριακό μπήκε σε μια νέα βάση και αποτελούσε πλέον ένα πρόβλημα μεταξύ των δύο κοινοτήτων, οι οποίες με τις ευλογίες των εγγυητριών δυνάμεων έπρεπε να βρουν τρόπο να γεφυρώσουν τις διαφορές τους και να ενισχύσουν την μεταξύ τους εμπιστοσύνη.  

Τα σχέδια Άτσεσον

Μέσα στην κρίση του 1964 εμφανίστηκαν οι προτάσεις του Αμερικανού Διπλωμάτη Ντιν Άτσεσον. Το πρώτο Σχέδιο που υπέβαλε προέβλεπε ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, ενώ η Τουρκία θα αποκτούσε κυρίαρχη περιοχή στην Κύπρο με επίκεντρο την  Καρπασία, και άλλες εγγυήσεις για τους Τουρκοκύπριους. Η ελληνική πλευρά αντέδρασε κυρίως στην παραχώρηση κυπριακού εδάφους υπό τουρκική κυριαρχία.
Έτσι, ο Αμερικανός Διπλωμάτης επανήλθε με δεύτερη πρόταση, αντικαθιστώντας την τουρκική κυριαρχία με μακροχρόνια μίσθωση στρατιωτικής βάσης στην Καρπασία.
Παράλληλα, διατηρούσε την Ένωση με την Ελλάδα και προέβλεπε διεθνείς εγγυήσεις για τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων.


Η Τουρκία δεν αποδέχθηκε την αντικατάσταση της κυριαρχίας με απλή μίσθωση, ενώ ούτε η ελληνική πλευρά είπε «ναι» στο σύνολο των προτάσεων.
Έτσι, τα Σχέδια Άτσεσον  παρέμειναν στο χαρτί.

Το κυπριακό ως πρόβλημα εισβολής και κατοχής

Μετά το 1964 και ιδιαίτερα μετά την τουρκική εισβολή το 1974, το κυπριακό παίρνει και πάλι μια νέα μορφή. Η Τουρκία ασκούσε πλέον αποτελεσματικό έλεγχο αφού ως εγγυήτρια δύναμη είχε επέμβει στρατιωτικά αρπάζοντας με τη βία το 37% του εδάφους. Οι προσπάθειες επικεντρώνονταν όχι μόνο στην ανάκτηση του κύρους αλλά και της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας του κουτσουρεμένου κράτους.

 Η Συμφωνία Υψηλού Επιπέδου Μακαρίου–Ντενκτάς του 1977 αναγνώρισε για πρώτη φορά ως βάση λύσης την διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία. Οι δύο άντρες έστρωσαν το χαλί για τις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν αλλά και τη μορφή που το κυπριακό διατηρεί ως πρόβλημα μέχρι σήμερα.   

Το σχέδιο «γλωσσοδέτης» που έβαλε τις βάσεις.

Στο πλαίσιο αυτό εμφανίστηκε το Αμερικανοβρετανικοκαναδικό Σχέδιο του 1978. Οι ΗΠΑ, η Βρετανία και ο Καναδάς, έβαλαν κάτω τα νέα δεδομένα προτείνοντας σημαντική εδαφική αναπροσαρμογή υπέρ της ελληνοκυπριακής πλευράς, επιστροφή υπό όρους και  αποζημίωση προσφύγων, ειδικές ρυθμίσεις για την επανεγκατάσταση των κατοίκων της Αμμοχώστου, αποστρατιωτικοποίηση και αποχώρηση των περισσότερων τουρκικών στρατευμάτων, καθώς και πρόεδρο και αντιπρόεδρο που θα προέρχονταν από διαφορετικές κοινότητες. Στο σχέδιο δεν υπήρχε πρόνοια για τα ποσοστά του εδάφους που θα παρέμενε υπό Τουρκοκυπριακή διοίκηση.

Σπύρος Κυπριανού και ΑΚΕΛ απέρριψαν το σχέδιο, αφού η κοινωνία δεν μπορούσε 4 χρόνια όπως δήλωναν μετά την εισβολή να αποδεχτεί διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων σε ομοσπονδιακή βάση και μη επιστροφή όλων των προσφύγων στα σπίτια τους. Το σχέδιο παραμένει από τα πιο σημαντικά αφού αποτέλεσε τη βάση και για τις μετέπειτα προσπάθειες για λύση στη βάση ΔΔΟ.  

Ακολούθησαν οι προτάσεις του Γενικού Γραμματέα Πέρες Ντε Κουεγιάρ, οι οποίες επιχείρησαν να συγκεκριμενοποιήσουν την ομοσπονδία και τις αρμοδιότητες της κεντρική κυβέρνησης, με ρυθμίσεις για το εδαφικό, τις περιουσίες, τους πρόσφυγες και την ασφάλεια. Οι δείχτες που υπέβαλε τότε ο γ.γ. προνοούσαν ότι η τουρκοκυπριακή περιοχή στο νησί θα εκτίονταν στο 23%-30% και η Ελληνική στο 70%-77%,  ενώ έμπαιναν κάτω και ποσοστώσεις στην διακυβέρνηση του τόπου. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Κουεγιάρ ήταν ο μοναδικός γ.γ. του ΟΗΕ που προηγουμένως (1975-77) είχε διατελέσει ειδικός αντιπρόσωπος στην UNFICYP, επομένως είχε άμεση γνώση του προβλήματος.  

Είχε προηγηθεί η παράνομη ανακήρυξη του ψευδοκράτους, η οποία συνοδεύτηκε με νέα τετελεσμένα.

Τον Κουεγιάρ διαδέχεται στην ηγεσία του ΟΗΕ ο Μπούτρος Γκάλι.  Ο γ.γ. το 1992 καταθέτει τη δέσμη ιδεών του για το κυπριακό.  Πρότεινε ένα κράτος με μία κυριαρχία, μία διεθνή προσωπικότητα και μία ιθαγένεια, αποτελούμενο από δύο πολιτικά ίσες κοινότητες μέσα σε δικοινοτική και διζωνική ομοσπονδία με ποσοστώσεις στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Το ψήφισμα 750 του Συμβουλίου Ασφαλείας επιβεβαίωνε ρητά αυτό το μοντέλο.

Επί θητείας Γκάλι προωθήθηκαν για πρώτη φορά Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, με στόχο τη δημιουργία θετικού κλίματος. Ο χάρτης των ιδεών άφηνε στους Τουρκοκύπριους το 27+% του εδάφους, ενώ εντός του τουρκοκυπριακού καντονίου  προτεινόταν η δημιουργία δύο ελληνοκυπριακών καντονίων στην Καρπασία την ώρα που Μόρφου και Βαρώσια επιστρέφονταν υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση. Παράλληλα, ως Μέτρο Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης προβλεπόταν η άμεση υπαγωγή των Βαρωσίων στη διοίκηση των Ηνωμένων Εθνών, ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την επιστροφή των νόμιμων κατοίκων τους.

Τελικά, οι ιδέες Γκάλι έμειναν στο συρτάρι, λόγω της αδιαλλαξίας του Ντεκτας  αλλά και της ήττας του Γιώργου Βασιλείου στις Προεδρικές του 1993. Ο Γλαύκος Κληρίδης ακολούθως δεν τις αποδέχθηκε.  

Η ένταξη στην Ε.Ε. και το Σχέδιο Ανάν.

Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004 διαφοροποιεί και πάλι τα δεδομένα. Η λύση του κυπριακού είχε αποσυνδεθεί, ως προϋπόθεση, για ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε ενώ κράτος δεσμευόταν πλέον από το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ο τότε γ.γ. του ΟΗΕ πρότεινε το Σχέδιο Ανάν, το πιο λεπτομερές (έκτασης 9000 σελίδων) που παρουσιάστηκε ποτέ.

Η πρώτη του εκδοχή ολοκληρώθηκε το 2002 και ακολούθησαν αναθεωρήσεις μέχρι το Σχέδιο Ανάν 5 το 2004, το οποίο οδηγήθηκε σε δημοψήφισμα. Ήταν το πρώτο και μοναδικό σχέδιο των Ηνωμένων Εθνών στο οποίο ο κυπριακό λαός είχε άμεσα λόγο στην υιοθέτηση ή απόρριψή του. 

Στα δημοψηφίσματα της 24ης Απριλίου 2004, οι Τουρκοκύπριοι ενέκριναν το σχέδιο, ενώ οι Ελληνοκύπριοι το απέρριψαν. Έτσι, το σχέδιο δεν εφαρμόστηκε. Το Σχέδιο Ανάν προέβλεπε τη δημιουργία μιας Ενωμένης Κυπριακής Δημοκρατίας. Προνοούσε σημαντική εδαφική αναπροσαρμογή, ώστε η υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση περιοχή να αγγίξει περίπου το 28,5%, με επιστροφή εδαφών και προσφύγων μεταξύ άλλων σε Μόρφου, Αμμόχωστο και μέρος της Μεσαορίας ενώ ειδικό καθεστώς προβλεπόταν για χωριά της Καρπασίας. Στο  θέμα της ασφάλειας προβλεπόταν διατήρηση τροποποιημένου συστήματος εγγυήσεων και περιορισμένη στρατιωτική παρουσία Ελλάδας και Τουρκίας, με σταδιακή μείωση. Στην κορυφή του κράτους τοποθετείτο εξαμελές προεδρικό συμβούλιο με 4 Ελληνοκύπριους και 2 Τουρκοκύπριους. Δύο εξ αυτών από διαφορετικές κοινότητες θα εκλέγονταν στη θέση του Προέδρου και Αντιπροέδρου του κράτους κάθε 20 μήνες. 40 μήνες θα ήταν Πρόεδρος Ελληνοκύπριος και 20 Τουρκοκύπριος.  

Ήταν και το τελευταίο σχέδιο λύσης που υποβλήθηκε.  

Βασικό σταθμό αποτέλεσαν εν συνεχεία οι συγκλίσεις Χριστόφια – Ταλάτ σε βασικές πτυχές καθώς και οι διαπραγματεύσεις στο Μον Πελεράν και το Κραν Μοντανά  το 2016-2017. Αποτέλεσμα ήταν το ναυάγιο στη διαδικασία στις 7 Ιουλίου 2017. Εκείνη τη μέρα γράφτηκε και ο επίλογος των διαπραγματεύσεων, οι οποίες κανείς δεν γνωρίζει 9 χρόνια μετά εάν θα επαναρχίσουν.  

Μετά το 2020 τα δεδομένα διαφοροποιήθηκαν ξανά, με την Τουρκία να επαναφέρει στο τραπέζι μια πάγια θέση της. Άγκυρα και Ερσίν Τατάρ προωθούσαν τη λύση δύο κρατών και την κυριαρχική ισότητα.  

Η μεταβατική περίοδος και η προσαρμογή στα νέα δεδομένα

Συνολικά, η εξέλιξη των σχεδίων λύσης και προτάσεων στο κυπριακό αποτυπώνουν τη σταδιακή εξέλιξη του, ως ένα ζωντανό πρόβλημα που διαρκώς μεταβαλλόταν και εξελισσόταν στη βάση νέων δεδομένων που προκύπταν και δεν εξαρτιόνταν μόνο από τις δύο κοινότητες.

 Δεν ήταν ποτέ μονοδιάστατο, ούτε ένα πρόβλημα το οποίο μπορεί να εξαντληθεί σε μερικές σελίδες.

Σήμερα διανύει ίσως την πιο κρίσιμη του φάση σε επίπεδο διαπραγμάτευσης, αφού για πρώτη φορά τα τελευταία 9 χρόνια δεν συζητείται η ουσία του προβλήματος και οι ουσιαστικές του πτυχές.

 Σήμερα, εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι διανύει μια μεταβατική περίοδο. Γίνεται μια προσπάθεια να διασωθεί ό,τι απέμεινε από τις συγκλίσεις και να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα και συνθήκες της παγκόσμιας πραγματικότητας και του διεθνούς δικαίου, τα οποία μεταβάλλονται σε ήθη και αρχές.  

Η νέα κινητικότητα ίσως να αποτελέσει ευκαιρία, αλλά από μόνη της δεν συνιστά πρόοδο ούτε συνεπάγεται με άμεση επίλυση του προβλήματος, το οποίο αλλάζει συνεχώς μορφή προσαρμοσμένο στις κοινωνικές, πολιτικές και διεθνείς αλλαγές. Η πραγματική δοκιμασία θα αρχίσει όταν οι γενικές διακηρύξεις μετατραπούν σε θέσεις στο τραπέζι των συνομιλιών. Εκεί θα φανεί αν το κυπριακό εισέρχεται πράγματι σε μια νέα εποχή ή αν απλώς ανοίγει ένας ακόμη κύκλος διαλόγου χωρίς προοπτική τελικής συμφωνίας.