Ήταν ο μόνος πιλότος που ακροβατούσε πάνω στο λεπτό σχοινί της Formula 1 χωρίς να βάζει ποτέ προστατευτικό δίχτυ από κάτω
Ο χαρακτηριστικός βρυχηθμός του δωδεκακύλινδρου κινητήρα παγιδεύεται στιγμιαία ανάμεσα στους ασφυκτικούς τοίχους της πίστας, προτού τρυπώσει σαν μανιασμένος κεραυνός στα αφτιά των θεατών, αναγγέλλοντας την άφιξη της κόκκινης βολίδας με τον αριθμό 12.
Άγρια, ανυπότακτη, σχεδόν εξωπραγματική.
Έξαφνα, το πλήθος βλέπει να εμφανίζεται μπροστά του όχι το μούτρο αλλά η ουρά της βολίδας, η οποία γλύφει τον εξωτερικό τοίχο, χαράζοντας πάνω στην άσφαλτο δύο κατάμαυρες γραμμές από καμένο λάστιχο. Ο πίσω αριστερός τροχός αφήνει ένα μόλις εκατοστό περιθώριο απ’ το τσιμέντο και η κερκίδα (ολόκληρη η κερκίδα!) κρατά την αναπνοή της, καθώς βλέπει από ψηλά τα ταχυδακτυλουργικά χέρια του παράτολμου ακροβάτη που την πιλοτάρει να αρπάζουν την ουρά της βολίδας και να την φέρνουν πίσω από την γιγάντια πλαγιολίσθηση, ένα μόλις κλάσμα του δευτερολέπτου προτού η καταστροφή κλείσει ερμητικά τα σαγόνια της.
Καθώς η κόκκινη βολίδα απομακρύνεται, οι θεατές ξαναπαίρνουν ανάσα – μέχρι να ξαναφανεί στον επόμενο γύρο.
Εάν υπήρξε ποτέ μια μορφή που ενσάρκωσε τόσο επάξια τη λέξη «πιλότος» έξω στην πίστα, τότε αυτός δεν ήταν άλλος από τον Gilles Villeneuve, ο οποίος έφυγε στις 8 Μαΐου του 1982 απ’ αυτόν τον κόσμο, αφήνοντας στις καρδιές μας ένα ανεκπλήρωτο κενό.
Τα πλήθη τον λάτρευαν αφού ήταν ο μόνος πιλότος που τολμούσε να ακροβατήσει πάνω στο λεπτό σχοινί της Formula 1 χωρίς να βάζει ποτέ προστατευτικό δίχτυ από κάτω. Για να εκτιμήσει η νέα γενιά οπαδών έναν τέτοιο πιλότο, θα πρέπει να γνωρίζει πως η Formula 1 της τότε εποχής (όχι η σημερινή με τις πίστες-αεροδρόμια και τα αναρίθμητα θαύματα ασφαλείας που έσωσαν τη ζωή του Grosjean) μπορούσε να στείλει κάποιον -με ένα και μόνο γλίστρημα απ’ αυτό το σχοινί- χωρίς οίκτο στον άλλο κόσμο.
Ένα από τα πράγματα που λείπουν αφάνταστα από τη σημερινή Formula 1 είναι εκείνες οι σχεδόν απέραντες διαφορές με τις οποίες ο κάθε πιλότος έπαιρνε μια στροφή και η ποσότητα ψυχής που έβαζε για να φτάσει «απέναντι».
Στις μέρες μας, ο καλύτερος από τον χειρότερο δεν έχουν τη διαφορά που θα ήθελε το μάτι για να χορτάσει. Επιπλέον, οι μανούβρες τους δεν σε κάνουν να σηκωθείς από το κάθισμά σου και να φωνάξεις «Τι έκανε βρε παιδιά ο άνθρωπος!».
Στο Grand Prix της Βραζιλίας του 1979, που διεξήχθη στη γνήσια (διπλάσια σε μήκος αλλά και σε πρόκληση) πίστα του Interlagos, οι πιλότοι της εποχής έμπαιναν πάνω στη λεγόμενη Curva 1 με όμορφες πλαγιολισθήσεις που διαρκούσαν μέχρι την Curva 2, σηκώνοντας -στο ενδιάμεσο- το πόδι τους ελαφρώς από το γκάζι, με τις δύο στροφές να δένουν μεταξύ τους σε μία ενιαία καμπή.
Σύμφωνα με τους παλιούς συνάδελφους δημοσιογράφους, που βρέθηκαν στην πίστα, ο πρώτος πιλότος που τόλμησε να πάρει τις στροφές αυτές χωρίς να σηκώσει καθόλου το πόδι του από το γκάζι ήταν ο Gilles Villeneuve. Και μάλιστα με την απαρχαιωμένη Ferrari T3 της προηγούμενης χρονιάς, που δεν είχε τα ground effects μιας Williams ή μιας Ligier.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο Villeneuve έπαυε να πιλοτάρει απλώς ένα μονοθέσιο και άρχιζε να αψηφά τη λογική. Εκεί όπου οι άλλοι έβλεπαν όρια, εκείνος έβλεπε χώρο για φαντασία. Εκεί όπου οι περισσότεροι άκουγαν τον φόβο να ουρλιάζει μέσα στο κράνος τους εκείνος άκουγε τα δόντια του Χάροντα να τρίζουν από αμφιβολία.
Ήταν τέχνη. Ήταν ένστικτο. Ήταν εκείνα τα ακατέργαστα κότσια μιας εποχής που μοιάζει σήμερα σχεδόν εξωπραγματική
Το δε προσπέρασμα του Gilles πάνω στη Williams του Alan Jones, στο Ολλανδικό Grand Prix της ίδιας χρονιάς, στη γνήσια πίστα της Zandvoort, από την εξωτερική πλευρά της στροφής Tarzan των 180 μοιρών (σύμφωνα με τον σχεδιαστή της Williams, Frank Dernie, η Ferrari ήταν ένα δευτερόλεπτο ανά γύρο πιο αργή) παραμένει, μέχρι σήμερα, η πιο συναρπαστική και συνάμα η πιο συγκλονιστική μανούβρα που έχω δει ποτέ.
Σήμερα, η ταχύτητα παράγεται κυρίως από την αεροδυναμική σταθερότητα και την απόλυτη πρόσφυση. Τότε, όμως, υπήρχαν στιγμές όπου όλα εξαρτιόνταν από τα αντανακλαστικά, το ένστικτο και την ικανότητα ενός ανθρώπου να συγκρατήσει το χάος με τα ίδια του τα χέρια. Και κανείς δεν χόρευε τόσο όμορφα πάνω σ’ εκείνο το όριο όσο ο Gilles Villeneuve.
Μαζί με τον αείμνηστο Ronnie Peterson -έναν πιλότο που ο Gilles θαύμαζε βαθιά- ο Καναδός συγκαταλέγεται στους πρώτους που άρχισαν να «τσιμπούν» τα φρένα με το αριστερό πόδι, πολύ πριν η τεχνική αυτή γίνει εργαλείο εξελιγμένης εργοστασιακής ρύθμισης – κομμένο και ραμμένο στα μέτρα για παράδειγμα ενός Schumacher.
Εάν λάβει κανείς υπόψη όλα τα πιο πάνω, τότε γίνεται πιο εύκολο να κατανοήσει γιατί ο Enzo Ferrari, ο άνθρωπος που από το 1918 μέχρι το 1988 είδε να περνούν από μπροστά του οι πάντες, από τους γίγαντες της προπολεμικής εποχής όπως ο Antonio Ascari και ο Giuseppe Campari, μέχρι τους σύγχρονους του τέλους του 20ού αιώνα όπως ο Ayrton Senna και ο Alain Prost, κατέληξε να ξεχωρίσει τον Gilles Villeneuve. Ο ίδιος τον αγαπούσε σχεδόν σαν παιδί του και ήταν -σύμφωνα με τα δικά του λόγια και τη δική του κρίση- ο καλύτερος πιλότος που πέρασε ποτέ από τις πίστες μετά τον μυθικό Tazio Nuvolari.
Ο Gilles κέρδισε μόλις έξι Grand Prix στα τέσσερα και κάτι χρόνια που τον είχαμε στην F1 αλλά αυτό δεν λέει απολύτως τίποτα. Ειδικά εάν αναλογιστεί κανείς πως, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, τα μονοθέσια που πιλόταρε ήταν αξιοθρήνητα. Ο ίδιος, ωστόσο, οδηγούσε σαν να αρνιόταν να δεχτεί τα όρια που του έδινε η μηχανή, μετατρέποντας κάθε γύρο σε προσωπική πράξη υπέρβασης.
Κι ίσως αυτό να είναι που συγκλονίζει ακόμη και σήμερα: ότι αυτός ο μικρόσωμος, ντροπαλός Γαλλοκαναδός με το παιδικό πρόσωπο και την σχεδόν αφοπλιστική ειλικρίνεια, δεν έγινε απλώς σύμβολο των tifosi της Scuderia Ferrari, αλλά και αντικείμενο θαυμασμού από τους ίδιους τους αντιπάλους του.
Στην έντονα βροχερή περίοδο των προκριματικών του Grand Prix των ΗΠΑ το 1979 -όταν η πίστα στην αρχή ήταν τόσο πλημμυρισμένη που κανείς δεν τόλμησε καν να βγει έξω σ’ αυτήν- ο Villeneuve ήταν απλησίαστος, σταματώντας στο τέλος της ημέρας τα χρονόμετρα 11 δευτερόλεπτα (έντεκα!) ταχύτερα από τον δεύτερο Jody Scheckter. Ο τελευταίος -ο μετέπειτα παγκόσμιος πρωταθλητής εκείνης της χρονιάς- δεν έκρυψε την ταραχή του: «Νόμιζα πως ήμουν εγώ ο ταχύτερος, πρώτη φορά φοβήθηκα τόσο πολύ στη ζωή μου».
Από την πλευρά του, ο Jacques Laffite της Ligier, αποτύπωσε ίσως ακόμη πιο καθαρά το μέγεθος του φαινομένου: «Ξέρω πως τα ανθρώπινα όντα δεν κάνουν θαύματα. Υπάρχουν όμως μέρες που ο Gilles σε κάνει να αναρωτιέσαι».
Και φτάνουμε στο Βελγικό Grand Prix του 1982 και στα προκριματικά στην πίστα του Zolder. Ο χαρακτηριστικός βρυχηθμός του εξακύλινδρου κινητήρα της Ferrari αναγγέλλει την άφιξη της κόκκινης βολίδας με τον αριθμό 27.
Έξαφνα, το πλήθος βλέπει να εμφανίζεται μπροστά του ο παράτολμος ακροβάτης που αρνείται πεισματικά να σηκώσει το πόδι του από το γκάζι, καθώς προσπερνά πάνω σε εκείνη την επικίνδυνη αριστερή στροφή τη March του Jochen Mass.
Το πλήθος κρατά την αναπνοή του. Η στιγμή σπάει σαν γυαλί. Τα δύο μονοθέσια συγκρούονται με ορμή που δεν αφήνει περιθώριο στη σκέψη. Η Ferrari εκτινάσσεται στον αέρα, αποκομμένη από τη γη, και μαζί της παρασύρει βίαια το σώμα του Gilles, το οποίο εκτοξεύεται προς τον ουρανό, δεμένο ακόμη στο κάθισμα, σαν να αρνείται να το αφήσει πίσω του ούτε για ένα κλάσμα δευτερολέπτου.
Και με αυτόν τον τρόπο ο ακροβάτης-πιλότος αποχωρεί από το πλατό της Formula 1 και, με την ποίηση της ταχύτητας σφιγμένη στην αγκαλιά του, δραπετεύει στον άλλο κόσμο. Αιωνία σου η μνήμη Gilles. Κανείς, δεν θα σου μοιάσει.