Δέκα στάσεις σε μια προσωπική διαδρομή μέσα στο σινεμά του γνωστού ηθοποιού
Δεν πιστεύω ιδιαίτερα στις οριστικές λίστες με τις καλύτερες ταινίες. Το σινεμά αλλάζει μαζί μας και κάθε εποχή της ζωής φωτίζει διαφορετικά ένα έργο. Υπάρχουν, όμως, ταινίες που δεν περιορίζονται στην εμπειρία της προβολής. Εγκαθίστανται στη μνήμη, επηρεάζουν το βλέμμα μας και, μερικές φορές, μας οδηγούν προς τη δουλειά που αργότερα επιλέγουμε.
Οι δικές μου επιλογές έχουν έντονη τη σφραγίδα της δεκαετίας του 1980. Είναι οι ταινίες του VHS, της τηλεοπτικής επανάληψης, των παιχνιδιών και της παιδικής επιθυμίας να ξαναφτιάξω όσα έβλεπα στην οθόνη. Δίπλα τους βρίσκονται έργα που συνάντησα ως φοιτητής και αργότερα ως επαγγελματίας ηθοποιός. Δεν τις κατατάσσω. Τις προσεγγίζω ως σημεία μιας προσωπικής διαδρομής, μέσα από τις ερμηνείες, τη σκηνοθεσία, τη μουσική και τις μνήμες που συνδέθηκαν μαζί τους.
Blade Runner
Το Blade Runner το είδα πολύ μικρός, πιθανότατα γύρω στα οκτώ μου χρόνια. Δεν θυμάμαι την ακριβή στιγμή, θυμάμαι όμως καθαρά την αίσθηση που μου άφησε. Η ατμόσφαιρα του Ridley Scott, η πυκνότητα του κόσμου του και η εικόνα ενός μέλλοντος ταυτόχρονα μακρινού και ανησυχητικά οικείου με έκαναν να αντιληφθώ πόσο ολοκληρωμένο σύμπαν μπορεί να δημιουργήσει μια ταινία.
Ήταν μάλλον η πρώτη μου επαφή με τη μουσική του Βαγγέλη. Ακόμη και τότε, χωρίς να διαθέτω το λεξιλόγιο για να την αναλύσω, ένιωθα ότι βρισκόταν πολλά χρόνια μπροστά. Η μουσική δεν συνόδευε απλώς την εικόνα, καθόριζε τον χώρο και τη συναισθηματική θερμοκρασία της ταινίας. Στο κέντρο υπήρχε και ο Harrison Ford, ίσως ο αγαπημένος μου ηθοποιός όλων των εποχών. Εκείνο όμως που επέστρεφε στη μνήμη μου ήταν ο τελευταίος μονόλογος του Rutger Hauer, το Tears in Rain. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο, ένας χαρακτήρας που έχει χαρακτηριστεί μη ανθρώπινος μιλά για τη μνήμη, την απώλεια και τον θάνατο με βαθιά ανθρωπιά. Από τότε η ταινία παραμένει για μένα ένα ερώτημα γύρω από το τι μας κάνει ανθρώπους.
The Empire Strikes Back
Είμαι φανατικός του Star Wars από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Στο παιδικό μου υπνοδωμάτιο υπήρχε η κασέτα του The Empire Strikes Back και για μια μεγάλη περίοδο την έβλεπα σχεδόν κάθε βράδυ. Οι ατάκες της έγιναν μέρος της μνήμης μου. Για μένα παραμένει η πληρέστερη ταινία του έπους, επειδή συνδυάζει την περιπέτεια με μια σκοτεινότερη αφήγηση για το καλό, το κακό και την ενηλικίωση.
Ο Han Solo του Harrison Ford ήταν το απόλυτο πρότυπο ήρωα για ένα παιδί: ατελής, απρόβλεπτος, αστείος και θαρραλέος όταν είχε πραγματικά σημασία. Η αποκάλυψη, όμως, ότι ο Darth Vader είναι ο πατέρας του Luke Skywalker κλόνισε ολόκληρη την παιδική μου βεβαιότητα. Ήταν η πρώτη φορά που μια ταινία μού υπέδειξε ότι το κακό μπορεί να βρίσκεται πολύ πιο κοντά μας απ’ όσο φανταζόμαστε.
Με συνέπαιρνε εξίσου η υλική κατασκευή αυτού του κόσμου. Τα διαστημόπλοια, οι μινιατούρες και τα πρακτικά εφέ γεννούσαν την ψευδαίσθηση ενός αχανούς σύμπαντος χωρίς τη σημερινή ψηφιακή τεχνολογία. Η ταινία με οδήγησε στον πλαστικομοντελισμό και στις δικές μου κατασκευές. Με φίλους γυρίζαμε ιστορίες επιστημονικής φαντασίας, προσπαθώντας με τα μέσα που είχαμε να δημιουργήσουμε τους δικούς μας κόσμους. Εκεί βρίσκεται μία από τις πρώτες ρίζες της επιθυμίας μου να ασχοληθώ με τον κινηματογράφο.
The Godfather
Στο πρώτο The Godfather ο Francis Ford Coppola συγκέντρωσε ένα σύνολο ερμηνειών που εξακολουθεί να λειτουργεί ως σημείο αναφοράς. Ο Marlon Brando ως Don Vito Corleone, ο νεαρός Al Pacino ως Michael, ο Robert Duvall ως Tom Hagen και ο James Caan ως Sonny δεν παίζουν απλώς διαφορετικούς χαρακτήρες. Δημιουργούν την εσωτερική αρχιτεκτονική μιας οικογένειας, με τους δικούς της κώδικες, συγκρούσεις και σιωπές.
Μεγαλώνοντας, διάβασα περισσότερα για τη μεταφορά του βιβλίου του Mario Puzo και για τα εμπόδια που αντιμετώπισε ο Coppola κατά την παραγωγή. Η ιστορία της δημιουργίας της ταινίας μού δίδαξε ότι η καλή δουλειά απαιτεί πείσμα και αντοχή. Η βεβαιότητα του δημιουργού δεν αρκεί από μόνη της. Πρέπει να αντέξει στις πιέσεις μέχρι να βρει τη μορφή της στην οθόνη.
Η ταινία συνδέεται και με τη δική μου πορεία. Ο Coppola και ο James Caan είχαν φοιτήσει στο Hofstra University, όπου αργότερα ολοκλήρωσα κι εγώ το πρώτο μου πτυχίο στις Θεατρικές Τέχνες με κατεύθυνση στην Υποκριτική. Για έναν νεαρό φοιτητή, η αίσθηση ότι περπατούσε στους ίδιους διαδρόμους με δύο από τους ανθρώπους πίσω από το The Godfather ήταν σημαντική. Ο Caan, ένας από τους ηθοποιούς που θαύμαζα περισσότερο, απέκτησε αργότερα ακόμη πιο προσωπική θέση στη μνήμη μου. Τον γνώρισα σε μια συνάντηση του Inside the Actors Studio κατά τη διάρκεια των μεταπτυχιακών μου σπουδών. Το να ακούω από κοντά τον άνθρωπο που είχε δώσει στον Sonny αυτή την εκρηκτική ζωτικότητα συνέδεσε, για λίγο, τον θεατή που υπήρξα με τον ηθοποιό που προσπαθούσα να γίνω.
Apocalypse Now
Το Apocalypse Now είναι η άλλη μεγάλη συνάντησή μου με τον Coppola. Πρόκειται για μια ταινία της οποίας η ίδια η παραγωγή έφτασε να μοιάζει με την κάθοδο στην παράνοια που αφηγείται. Όσο περισσότερο μάθαινα για τις συνθήκες των γυρισμάτων, τόσο περισσότερο έβλεπα το έργο ως προσωπική μάχη ενός σκηνοθέτη να ολοκληρώσει μια κινηματογραφική ιδέα που κινδύνευε διαρκώς να καταρρεύσει.
Ο Marlon Brando ως συνταγματάρχης Kurtz συμπυκνώνει τη φρίκη του πολέμου σε μια σχεδόν τελετουργική παρουσία. Ο Martin Sheen, από την άλλη, εκθέτει τον Willard χωρίς προστασία. Η κατάρρευσή του στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, γυρισμένη ενώ ο ηθοποιός ήταν πραγματικά μεθυσμένος και τραυματίστηκε σπάζοντας τον καθρέφτη, παραμένει μια δύσκολη αλλά καθηλωτική στιγμή. Ο Robert Duvall ως αντισυνταγματάρχης Kilgore ενσαρκώνει μια διαφορετική όψη της ίδιας παράνοιας. Η επίθεση των ελικοπτέρων, η ναπάλμ που γι’ αυτόν μυρίζει σαν νίκη και η ξαφνική εγκατάλειψη ενός τραυματισμένου ανθρώπου όταν εμφανίζεται ένας γνωστός σέρφερ αποκαλύπτουν έναν κόσμο όπου η ανθρώπινη αξία έχει παραμορφωθεί.
Στη μικρή εμφάνιση του Harrison Ford υπάρχει ένα κινηματογραφικό κλείσιμο του ματιού: ο χαρακτήρας του ονομάζεται G. Lucas, ως αναφορά στον George Lucas, φίλο και συνεργάτη του Coppola, ο οποίος είχε συνδεθεί με την πρώιμη ανάπτυξη της ταινίας πριν αφοσιωθεί στο Star Wars.
Στο πανεπιστήμιο επέστρεψα στο Apocalypse Now μέσα από τη μελέτη της κινηματογραφικής γλώσσας. Θυμάμαι έναν καθηγητή να ξεχωρίζει τη σύντομη σκηνή της Θείας Λειτουργίας ανάμεσα στους στρατιώτες, λίγο πριν από τη μάχη. Η πίστη, η αναμονή του θανάτου και η πολεμική μηχανή συνυπάρχουν στο ίδιο κάδρο. Υπήρχε και μια δεύτερη, προσωπική σύνδεση: ο Coppola είχε κάνει το πρώτο του πτυχίο στις Θεατρικές Τέχνες στο Hofstra. Όταν το όνομά μου προστέθηκε στην πλάκα των μελών της Alpha Psi Omega, είδα λίγο ψηλότερα το δικό του. Η απόσταση ανάμεσα σε έναν φοιτητή υποκριτικής και σε έναν από τους σημαντικότερους δημιουργούς του αμερικανικού κινηματογράφου φαινόταν, για μια στιγμή, μικρότερη.
Forrest Gump
Το Forrest Gump του Robert Zemeckis το είδα στον κινηματογράφο, πιθανότατα στο Οθέλλο. Ο Tom Hanks δημιούργησε έναν χαρακτήρα που περνά μέσα από απώλειες και ιστορικές ανατροπές χωρίς να χάνει την ευθύτητα και την καλοσύνη του. Η ερμηνεία ισορροπεί ανάμεσα στο κωμικό και στο βαθιά συγκινητικό χωρίς να ζητά εύκολη συγκίνηση.
Με εντυπωσίασε ιδιαίτερα η ενσωμάτωση του Forrest σε πραγματικό αρχειακό υλικό. Οι συναντήσεις του με τον Kennedy, τον Johnson και τον Nixon έκαναν τη μυθοπλασία να εισχωρεί στην Ιστορία με μια φυσικότητα που τότε έμοιαζε μαγική. Σπουδαία είναι και η δουλειά του Gary Sinise ως Lieutenant Dan, ενός ανθρώπου που πρέπει να επαναπροσδιορίσει ολόκληρη την ύπαρξή του μετά τον πόλεμο.
Η γνωστή φράση για τη ζωή και το κουτί με τα σοκολατάκια έχει επιβιώσει επειδή περιγράφει με απλότητα τη βασική στάση του Forrest: δεν ελέγχουμε τι θα βρεθεί μπροστά μας, ελέγχουμε όμως τον τρόπο με τον οποίο θα συνεχίσουμε.
E.T. the Extra-Terrestrial
Ο Steven Spielberg είναι ένας από τους σκηνοθέτες που διαμόρφωσαν τη σχέση μου με το σινεμά. Το E.T. το είδα πολύ μικρός, πιθανότατα γύρω στο 1986 σε κάποια μεταγενέστερη προβολή, και νομίζω ότι με είχε πάρει ο πατέρας μου. Από εκείνη την εποχή έχω ακόμη μια λούτρινη κούκλα του E.T. Είναι ένα αντικείμενο που συνδέει την ταινία με τη δική μου παιδική ηλικία.
Η φιλία του Elliott με τον E.T. μιλά για την ανάγκη επιστροφής στο σπίτι και για την οικογένεια ως χώρο αποδοχής. Η ταινία αναγνωρίζει ότι οικογένεια μπορεί να δημιουργηθεί και έξω από τους δεσμούς αίματος, μέσα από τη φροντίδα και την αίσθηση ότι ανήκεις κάπου. Η εικόνα του ποδηλάτου μπροστά από το φεγγάρι και το E.T. phone home ανήκουν πλέον στη συλλογική μνήμη του κινηματογράφου.
Καθοριστική είναι η μουσική του John Williams, του αγαπημένου μου συνθέτη κινηματογραφικής μουσικής. Όπως στο Star Wars και στο Indiana Jones, έτσι και εδώ η μουσική οργανώνει το συναίσθημα και ολοκληρώνει την αφήγηση. Οι σχέσεις γονιών και παιδιών, η απουσία και η ανάγκη σύνδεσης, θέματα που επανέρχονται στον Spielberg, έγιναν αργότερα πεδία που θέλησα να εξερευνήσω και στη δική μου δουλειά, στο θέατρο και στον κινηματογράφο.
Ghostbusters
Το Ghostbusters ανήκει στον πυρήνα της κινηματογραφικής μου παιδικής ηλικίας. Το γνώρισα μέσα από το VHS και πιθανότατα το ξαναείδα αργότερα στην κρατική τηλεόραση. Η ταινία του Ivan Reitman συνδύασε κωμωδία, φαντασία και πρακτικά εφέ με έναν ρυθμό που εξακολουθεί να λειτουργεί.
Ο αγαπημένος μου χαρακτήρας ήταν ο Peter Venkman του Bill Murray, ένας ήρωας που αντιμετωπίζει το υπερφυσικό με ειρωνεία και απόλυτη ψυχραιμία. Ο κόσμος της ταινίας πέρασε γρήγορα και στο παιδικό παιχνίδι. Έχω κρατήσει μέχρι σήμερα το Ecto-1 και τον Stay Puft Marshmallow Man. Μαζί τους επιβίωσε και το τραγούδι του Ray Parker Jr. με το Who you gonna call, το οποίο ακόμη τραγουδώ. Το Ghostbusters δεν είναι μόνο μια ανάμνηση θέασης. Είναι ήχος, αντικείμενα και παιχνίδι, ολόκληρος ο τρόπος με τον οποίο μια ταινία μπορούσε τότε να συνεχίζεται έξω από την οθόνη.
Once Upon a Time in Hollywood
Το Once Upon a Time in Hollywood, η πιο πρόσφατη μέχρι σήμερα ταινία του Quentin Tarantino, συνδέεται με μια διαφορετική περίοδο της ζωής μου. Την είδα σε θερινό κινηματογράφο στην Ελλάδα, όταν συμμετείχα σε παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου. Η συνθήκη της προβολής ταίριαζε ιδανικά σε μια ταινία που κοιτάζει πίσω προς μια χαμένη εποχή του Hollywood.
Η σκηνή που με άγγιξε περισσότερο δεν ήταν μία από τις μεγάλες σκηνές βίας. Ήταν η συνάντηση του Rick Dalton, του ηθοποιού που υποδύεται ο Leonardo DiCaprio, με τη μικρή Trudi Fraser. Καθώς διαβάζει την ιστορία ενός γερασμένου καουμπόι, ο Rick αναγνωρίζει τον φόβο του ότι δεν είναι πια ο πρωταγωνιστής ή ο ζεν πρεμιέ που υπήρξε και ότι η καριέρα του μπορεί να πλησιάζει στο τέλος της. Για έναν ηθοποιό, αυτή η αναμέτρηση με τον χρόνο είναι οδυνηρά αληθινή. Οι ρόλοι αλλάζουν, η εικόνα που έχει η βιομηχανία για σένα μετακινείται και η ανάγκη να αποδείξεις ότι έχεις ακόμη κάτι ουσιαστικό να προσφέρεις γίνεται εντονότερη.
Ο Tarantino περιβάλλει αυτή την ευάλωτη ιστορία με εξαιρετικά κάδρα, μουσική και λεπτομερή ανασύσταση του Los Angeles στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Στο τέλος ξαναγράφει βίαια την Ιστορία, με τον Cliff Booth του Brad Pitt, την επίθεση στο σπίτι και τον Rick να επιστρέφει με το φλογοβόλο. Η σκηνή είναι μακάβρια και συγχρόνως απίστευτα αστεία. Πίσω από την υπερβολή, όμως, παραμένει ο φόβος ενός ηθοποιού ότι ο χρόνος του τελειώνει και η επιθυμία του να αποδείξει ότι μπορεί ακόμη να είναι παρών.
The Silence of the Lambs
Το The Silence of the Lambs του Jonathan Demme, βασισμένο στο βιβλίο του Thomas Harris, το θυμάμαι επίσης από τη μεγάλη οθόνη. Η ταινία στηρίζεται στη σχέση του Hannibal Lecter με την Clarice Starling της Jodie Foster. Κάθε συνάντησή τους είναι μια ανταλλαγή πληροφοριών και εξουσίας. Εκείνος επιχειρεί να εισχωρήσει στο μυαλό της, ενώ εκείνη γνωρίζει ότι πρέπει να του αποκαλύψει πλευρές του εαυτού της για να πλησιάσει την αλήθεια.
Ο Anthony Hopkins, ένας ηθοποιός που θαυμάζω βαθιά, κάνει τον Lecter τρομακτικό προτού δούμε οποιαδήποτε πράξη βίας. Η απειλή βρίσκεται στη φωνή, στις παύσεις, στο σταθερό βλέμμα και στην ελεγχόμενη ακινησία του. Η αναφορά στο συκώτι, τα fava beans και το Chianti, μαζί με εκείνον τον ήχο των χειλιών, αρκεί για να μετατρέψει μια σύντομη στιγμή σε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες σκηνές του είδους.
Ως ηθοποιός επιστρέφω σε αυτή την ερμηνεία σαν σε μελέτη ακρίβειας και οικονομίας. Ο Hopkins δείχνει πόση ένταση μπορεί να παραχθεί όταν ο ηθοποιός δεν επιδεικνύει το συναίσθημα, αλλά το συγκρατεί. Η φωνή, το βλέμμα και η σιωπή γίνονται δράση. Αυτή είναι μία από τις ερμηνείες που σε αναγκάζουν να εξετάσεις ξανά τα μέσα σου και να αναρωτηθείς πόσα μπορείς να αφαιρέσεις χωρίς να χάσεις τη δύναμη του χαρακτήρα.
Eternal Sunshine of the Spotless Mind
Το Eternal Sunshine of the Spotless Mind το είδα στον κινηματογράφο τον Μάρτιο του 2004, λίγο πριν ολοκληρώσω το πρώτο μου πτυχίο. Η ιδέα των Michel Gondry και Charlie Kaufman, ότι ένας άνθρωπος μπορεί να διαγράψει από τη μνήμη του μια ολόκληρη σχέση, με βρήκε σε μια περίοδο μετάβασης και με ανάγκασε να επανεξετάσω τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμουν την αγάπη και την απώλεια.
Το πιο οδυνηρό ερώτημα της ταινίας δεν είναι αν μπορούμε να ξεχάσουμε, αλλά αν θα επιλέγαμε ξανά μια σχέση γνωρίζοντας πώς θα τελειώσει. Ο Joel και η Clementine ακούνε στο τέλος όλα όσα είχαν πει ο ένας για τον άλλο όταν αποφάσισαν να διαγράψουν το κοινό τους παρελθόν. Γνωρίζουν τις αδυναμίες τους και τον πόνο που μπορεί να επαναληφθεί. Παρ’ όλα αυτά, επιλέγουν να δοκιμάσουν ξανά.
Ο Jim Carrey υπήρξε για μένα μια αποκάλυψη. Τον γνώριζα κυρίως μέσα από την εξωστρεφή κωμική του περσόνα και εδώ είδα έναν εσωστρεφή, ευάλωτο και πολυδιάστατο άνθρωπο. Η κωμική του ακρίβεια δεν εξαφανίζεται, μετασχηματίζεται σε κάτι εύθραυστο και αληθινό. Οι αναμνήσεις που καταρρέουν, το σπίτι στην παραλία που διαλύεται και η παράλογη καθημερινότητα των τεχνικών της Lacuna δημιουργούν μια οπτική γλώσσα που υπηρετεί την ψυχολογία και όχι το εύρημα.
Από αυτή την ταινία κρατώ την ανάγκη να διαφυλάσσουμε ακόμη και τις επώδυνες αναμνήσεις. Δεν αποτελούν ένα ανεπιθύμητο υπόλειμμα μιας σχέσης. Συμμετέχουν στη διαμόρφωση του ανθρώπου που γινόμαστε. Αν μπορούσαμε να σβήσουμε τον πόνο, ίσως μαζί του να χάναμε και ένα ουσιαστικό μέρος του εαυτού μας.