weather widget icon
9.8 °C
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
27.03.2026 9:47
Powered by:
Μέλος του ομίλου
Alpha Cyprus
alpha-letter
Advertisement
24.09.2019
ΚΥΠΡΟΣ
17:45

"21 Αυγούστου ήταν η τελευταία φορά που είδα τον πατέρα μου στην Άσσια" (ΦΩΤΟ)

Ο Γιώργος Σολομού διηγείται την δική του συγκλονιστική ιστορία στο AlphaNewsLive


“Κρατούσε το ένα από τα δίδυμα αδέλφια μου και του φώναξε ο Τούρκος αξιωματικός να τρέξει γρήγορα γιατί φεύγουν τα φορτηγά”…  

Advertisement

Είναι η τελευταία εικόνα που κρατά στο μυαλό του από τον πατέρα του. Ο Γρηγόρης Σολωμού διηγείται στο AlphaNews.Live, τη δική του συγκλονιστική ιστορία όπως την θυμάται σε ηλικία μόλις 7 ετών.

Είναι ένα από τα επτά παιδιά του Θεόδουλου και της Κατίνας, από την Αφάνεια και την Άσσια αντίστοιχα. Η 21η Αυγούστου του 1974, τον σημάδεψε για πάντα αφού ήταν η ημέρα που αντίκρισε για τελευταία φορά τον πατέρα του προτού επιβιβαστεί σε ένα από τα φορτηγά των Τούρκων.  Θυμάται με κάθε λεπτομέρεια όλα όσα έγιναν τον Αύγουστο του 74 στην κατεχόμενη Άσσια. Διηγείται πως χάθηκε ο αγαπημένος του παππούς, το πως προστάτευσε αυτόν και τα αδέλφια του η μητέρα του αλλά και το παράπονο που έχει από την ηγεσία της Αστυνομίας.

“Ακούγαμε εκρήξεις και πυροβολισμούς”

Advertisement

Αν και σε ηλικία μόλις επτά ετών, θυμάται με κάθε λεπτομέρεια τις μαύρες μέρες εισβολής. Στις 14 Αυγούστου ήταν η μέρα που η μητέρα του και τα αδέλφια του μεταφέρθηκαν στην Άσσια. 

“το δικό μας χωριό ήταν μεικτό και φοβόντουσαν μην υπήρχε κάποια επιθετική κίνηση από τους Τουρκοκύπριους του χωριού μας. Έτσι μεταφερθήκαμε στο σπίτι του παππού μας στην Άσσια.  Διαμέναμε εκεί μέχρι το μεσημέρι, ζήτησε ο παππούς να πάει να φέρει μπαταρίες για να ακούσει τα νέα. Ακούγαμε εκρήξεις, πυροβολισμούς και δεν ξέραμε τι γινόταν. Στο σπίτι ήμασταν τα πέντε από τα επτά αδέρφια μου, εγώ ήμουν τότε 7μιση ετών, τα δίδυμα δυο χρονών, η αδελφή μου 10 ετών και η άλλη αδελφή μου 13 ετών”.

Advertisement

Περιγράφει τη στιγμή που ο 74χρονος παππούς του δέχεται τουρκικά πυρά σε απόσταση αναπνοής από το σπίτι του και χάνει τη ζωή του.

“επειδή αργούσε και ακουγόντουσαν έντονα οι πυροβολισμοί, ήταν η στιγμή που οι Τούρκοι αποβίβαζαν αγήματα από στρατό και έμπαιναν στην Άσσια, η μητέρα μου ανησύχησε. Βγήκε έξω και βρήκε στη μέση του δρόμου ένα όπλο, φαίνεται πως ήταν κάποιου δικού μας στρατιώτη και από το φόβο του το άφησε και έφυγε. Το πήρε η μητέρα μου και το έφερε στο σπίτι και σε μια φάση ακούσαμε πυροβολισμού, πρέπει να ήταν ο παππούς που ερχότανε.  Δεν πρόλαβε να κλείσει την πόρτα, εκεί τον πέτυχαν οι Τούρκοι, προσπάθησε να την κλείσει, κλώτσησαν την πόρτα οι Τούρκοι και έβαλαν το στήθος του και τον πυροβόλησαν. Τότε ήταν 74 ετών. Αυτά τα έβλεπε η μάνα μου με τα μάτια της. Έβλεπε τι έκαναν οι Τούρκοι στον πατέρα της και δεν μας είπε τίποτε. Αυτό που είπε όσοι φοράτε σταυρούς παρακαλέστε τον Άη Γιώργη και την Παναγία γιατί χανόμαστε. Εγώ είχα κρυφτεί κάτω από το τραπέζι, και δεν βγάζαμε άχνα. Αν έρχονταν οι Τούρκοι εκεί που ήμασταν στον άλλο κόσμο”.

ΣΟΛΩΜΟΥ

Advertisement

Η μητέρα του δεν γνώριζε τίποτα για τον θάνατο του παππού του. 

“Η μητέρα μου ήθελε να δει αν ζει ο πατέρας της. Πήγε και είδε ότι είχε ξεψυχήσει. Έκλεισε την πόρτα της αυλής και δεν μας είπε τίποτα. Το απόγευμα όταν τα πράγματα καταλάγιασαν, ένας ξάδελφος ήρθε και κτύπησε την εξώπορτα γιατί είδε τον παππού στο πάτωμα και θεώρησε ότι ξεκουραζόταν. Τότε βγήκε η μάνα μου και του είπε “τον σκοτώσανε, να φύγουμε για να γλυτώσουμε”. Και πήγαμε στο απέναντι σπίτι”.  

Όπως μας είπε, ο πατέρας του τότε ήταν ειδικός αστυνομικός και έλαβε εντολή να παραμείνει στην Αφάνεια. Όταν έφυγε όμως αποφάσισε να σταματήσει στην Άσσια για να δει τα παιδιά του και την γυναίκα του. Λίγες μέρες μετά, χάθηκαν για πάντα τα ίχνη του.   

Advertisement

“είχε λάβει εντολή από τον σταθμάρχη του, υπηρετούσε τότε στον αστυνομικό σταθμό της Σαλαμίνας, να μείνει στο χωριό Αφάνεια και μαζί με κάποιους στρατιώτες από τη Λύση για να υπερασπιστούν το χωριό. Όταν όμως έσπασε η γραμμή άμυνας στη Μια Μηλιά τα τουρκικά άρματα ξεχύθηκαν στον κάμπο της Μεσαορίας, και το πρώτο χωριό που συναντούσαν ήταν η Αφάνεια και μετά η Άσσια. Όταν είδαν τα πρώτα άρματα να έρχονται στην Αφάνεια δεν μπορούσαν να προβάλουν αντίσταση γιατί ήταν οπλισμένοι με κυνηγετικά όπλα.  Αυτά τους είχαν προμηθεύσει για να αμυνθούν. Κυνηγετικά όπλα εναντίον τανκς, δεν μπορείς να τα βάλεις. Οπότε έπρεπε να γλυτώσουν. Ο ξάδελφός μου, μου είπε ότι μπήκαν στο αυτοκίνητο 8-9 άτομα και κατευθύνθηκαν προς Άσσια για να γλυτώσουν. Συνοδηγός ήταν ο πατέρας μου. Αλλά όταν έφτασαν στην Άσσια, ενώ μπορούσαν να πάνε στις αγγλικές βάσεις και να γλυτώσουν, ο πατέρας μου ζήτησε από τον ανηψιό του να σταματήσει στην Άσσια. Του είπε “θείε έρχονται Τούρκοι πίσω μας”. Και του απάντησε “δεν μπορώ να αφήσω τη θεία σου με εφτά παιδιά για να γλιτώσω εγώ, σταμάτα να κατέβω”. 

Περιγράφει τη στιγμή που οι Τούρκοι στρατιώτες συνέλαβαν άνδρες και τους οδήγησαν στο γκαράζ του Παυλίδη.

“Μπήκαν οι Τούρκοι μέσα στο χωριό δεν γνώριζε κανένας τίποτα, απλά τις επόμενες μέρες ακούστηκε ότι ήταν σκοτωμένος ο Κωνσταντής, ο παππούς μου. Οπότε θεώρησαν ότι ήμασταν και εμείς σκοτωμένοι. Ζήτησαν άδεια από έναν αξιωματούχο Τούρκο και ήρθαν για να μας θάψουνε. Βλέποντας από μακριά η μάνα μου, τους είπε μην κλαίτε είμαστε καλά. Πήγανε και θάψανε τον παππού εκεί στο σπίτι, σε έναν πρόχειρο τάφο. Από τοίχο σε τοίχο, μετακινηθήκαμε στο σπίτι της αδελφής της μητέρας μου. Εκεί μείναμε λίγες μέρες, εν τω μεταξύ οι Τούρκοι συνέλαβαν τους άνδρες όλους τους πήρανε στα καφενεία και μετά στο γκαράζ του Παυλίδη. Ο πατέρας μου ήταν κάτω των 50 ετών αλλά δήλωσε ότι ήταν άνω των 50, γιατί τους είπαν ότι όσοι ήταν πάνω από 50 χρονών θα επέστρεφαν στο χωριό. Επειδή είχε την έγνοια την δική μας, τους είπε ότι ήταν 51 ετών ενώ ήταν 47 για να επιστρέψει κοντά μας, στην Άσσια.  Αυτοί που έμειναν στο Γκαράζ του Παυλίδη ήταν δηλωμένοι αιχμάλωτοι και τους πήραν στα Άδανα. Όταν τους επέστρεψαν πίσω ο πατέρας μου ήρθε κοντά μας για λίγες μέρες, και στις 21 Αυγούστου ήταν η τελευταία φορά που τον είχαμε δει. Συνέλαβαν όσους άνδρες είχαν μείνει σε τρία φορτηγά. Τα γυναικόπαιδα μας οδήγησαν σε άλλα σπίτια και έβαλαν στρατό, γιατί τις πρώτες μέρες βίαζαν και σκότωναν στο χωριό και αναγκάστηκαν να τα βάλουν σε ξεχωριστά σπίτια. Μείναμε περίπου ένα μήνα αιχμάλωτοι και μας μετακίνησαν στο δασάκι της Άχνας”.

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΟΛΩΜΟΥ

21 Αυγούστου 1974… για την οικογένεια Σολωμού, η ημέρα αυτή τη σημάδεψε για πάντα. 

“Μας οδηγούσαν από το σπίτι της θείας μου προς τους καφενέδες του χωριού και θυμάμαι τη σκηνή ότι ο πατέρας μου κρατούσε τον ένα από τα δίδυμα αδέλφια μου και του φώναξε ο Τούρκος αξιωματικός να δώσει το μωρό και να τρέξει γρήγορα γιατί φεύγουν τα φορτηγά. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που τον είδα”, μας είπε χαρακτηριστικά. 

Πέρασαν 45 χρόνια, και η οικογένεια ζητά δικαίωση και αναγνώρισή του αγνοούμενου Θεόδουλου από την ηγεσία της Αστυνομίας. 

“Ο πατέρας μου τιμήθηκε από την κυπριακή πολιτεία σαν μαχητής της αντίστασης, του αποδόθηκε μετάλλιο και δίπλωμα σαν προασπιστής της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά από την ηγεσία της ενώ επαναφέρθηκε στις τάξεις της πρόσφατα εντούτοις δεν τιμήθηκε, όπως θα έπρεπε”.   

Advertisement

Βρείτε όλες τις θεματικές κατηγορίες του Alpha News παρακάτω

Ζωντανή Ροή Ειδήσεων

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

More