Με απόφασή του ημερομηνίας 20 Μαΐου 2026, το Εφετείο αύξησε την ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί σε κατηγορούμενο για κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια μεγάλης ποσότητας κάνναβης σε 12 χρόνια, κρίνοντας ότι η πρωτόδικη ποινή των 9 ετών ήταν «έκδηλα ανεπαρκής» και αποτέλεσμα «σφάλματος αρχής». Η υπόθεση αφορά ποσότητα 12 κιλών και 900 γραμμαρίων κάνναβης, την οποία ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι κατείχε με σκοπό τη διακίνησή της.
Το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 9 ετών για την κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια, ενώ για την απλή κατοχή δεν επιβλήθηκε ξεχωριστή ποινή, καθώς τα γεγονότα εμπεριέχονταν στη σοβαρότερη κατηγορία. Ο Γενικός Εισαγγελέας άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, υποστηρίζοντας ότι η ποινή ήταν ανεπαρκής και ότι το πρωτόδικο δικαστήριο «δεν έδωσε τη δέουσα βαρύτητα στη σοβαρότητα του αδικήματος» και «παραγνώρισε τη νομολογία ως προς το ύψος της ποινής που πρέπει να επιβάλλεται».
Στην απόφασή του, το Εφετείο, αναφερόμενο σε σχετική νομολογία υπενθύμισε ότι η επιβολή ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου, ωστόσο η εφετειακή παρέμβαση επιτρέπεται όταν η ποινή είναι «είτε έκδηλα ανεπαρκής είτε έκδηλα υπερβολική». Όπως αναφέρεται στην απόφαση «η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική».
Σε ό,τι αφορά τη μεγάλη ποσότητα των ναρκωτικών που βρέθηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου, σημειώνεται ότι, «ο κατηγορούμενος αποτέλεσε βασικό και αναγκαίο κρίκο στην αλυσίδα διάδοσης του αργού θανάτου», ενώ η ποσότητα των 12,9 κιλών κάνναβης θα διοχετευόταν «στην αγορά και σε νέους κυρίως ανθρώπους». Το Εφετείο ανέφερε ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται «σε συνεχή και ανησυχητική έξαρση» και ότι η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών είναι «επιτακτική».
Παρά το γεγονός ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έλαβε υπόψη ελαφρυντικούς παράγοντες, όπως το λευκό ποινικό μητρώο, την παραδοχή και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, το Εφετείο έκρινε ότι δόθηκε «υπέρμετρη σημασία» σε αυτά, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί «πασιφανής αναντιστοιχία μεταξύ της σοβαρότητας των αδικημάτων που διέπραξε ο εφεσίβλητος και της ποινής φυλάκισης των 9 ετών που του επιβλήθηκε».
Παράλληλα, το Εφετείο παρέπεμψε σε σειρά παλαιότερων αποφάσεων που υπογραμμίζουν την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Όπως αναφέρεται στην απόφαση: «Τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, πληγές οι οποίες δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρούν, αλλά επιδεινώνονται ραγδαία. Και στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Είναι πραγματικά λυπηρό, οδυνηρό και τραγικό να διαπιστώνουμε πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική.»
Το Εφετείο κατέληξε ότι η πρωτόδικη ποινή δεν αντανακλούσε τη σοβαρότητα της υπόθεσης, επιβάλλοντας αυστηρότερη ποινή στον κατηγορούμενο. Όπως σημείωσε «η έφεση για ανεπάρκεια της ποινής επιτυγχάνει. Λαμβάνουμε υπόψη τη μεγάλη ποσότητα κάνναβης και η ποινή φυλάκισης των 9 ετών που επιβλήθηκε στην κατηγορία κατοχής 12 κιλών και 900 γραμμαρίων κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα αυξάνεται σε 12 έτη».
Πηγή: ΚΥΠΕ



