Ανοδική πορεία καταγράφει στην Ευρώπη μια σοβαρή βακτηριακή λοίμωξη, η οποία μπορεί να προκαλέσει από πνευμονία μέχρι σηψαιμία και μηνιγγίτιδα, με αισθητή αύξηση των περιστατικών να καταγράφεται και στην Κύπρο.
Πρόκειται για τη διεισδυτική νόσο από το βακτήριο Haemophilus influenzae, το οποίο, παρά την ονομασία του, δεν σχετίζεται με τον ιό της γρίπης.
Η μετάδοση γίνεται από άνθρωπο σε άνθρωπο, κυρίως μέσω αναπνευστικών σταγονιδίων και εκκρίσεων, ενώ η νόσος μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές επιπλοκές. Ιδιαίτερα ευάλωτες ομάδες είναι τα βρέφη και οι ηλικιωμένοι.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τα περιστατικά έχουν φτάσει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα από το 1996, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία. Στην Κύπρο, οι αριθμοί παραμένουν σε απόλυτες τιμές μικροί, ωστόσο η αυξητική τάση εντάσσει και τη χώρα μας στη γενικότερη ευρωπαϊκή εικόνα, όπου η συγκεκριμένη λοίμωξη παρουσιάζει πλέον σημαντική άνοδο.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Σε ετοιμότητα για τις εποχικές λοιμώξεις: Στο Μακάρειο 16 παιδιά, τι πρέπει να προσέχουν οι γονείς ενόψει χειμώνα
Μιλώντας στην εκπομπή Alpha Καλημέρα ο Καθηγητής Μοριακής Ιολογίας, Δρ. Πέτρος Καραγιάννης, ξεκαθάρισε πως πρόκειται για βακτήριο το οποίο είναι γνωστό εδώ και δεκαετίες και γνωρίζουμε πως μία από τις κυριότερες νόσους που προκαλεί, είναι η μηνιγγίτιδα.
«Εκτός από μηνιγγίτιδα προκαλεί πνευμονία και άλλες λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος. Λόγω της μηνιγγίτιδας, υπήρξε και υπάρχει εμβόλιο το οποίο δίδεται στην παιδική ηλικία και προστατεύει έναντι του συγκεκριμένου βακτηρίου – αιμόφιλος ινφλουέντζα τύπου Β. Υπάρχουν πέντε άλλοι τύποι για τους οποίους το εμβόλιο δεν προστατεύει και τα περισσότερα περιστατικά που έχουν καταγραφεί από το ECDC – τουλάχιστον η πλειονότητα αυτών – αφορά τους άλλους τύπους, τους οποίους το εμβόλιο δεν αναγνωρίζει.»
Πρόκειται για βακτήριο που μεταφέρεται μέσω μικροσταγονιδίων ή αγγίζοντας επιφάνειες που έχουν μολυνθεί από άτομο που φέρει το βακτήριο και νοσεί.
«Συνήθως παρουσιάζεται τους χειμερινούς μήνες και όπως το βλέπουμε και στην Κύπρο φέτος, με τις βροχές που έχουμε το τελευταίο διάστημα, ο καιρός είναι λίγο ψυχρότερος απ’ ότι είμαστε συνηθισμένοι. Επομένως, εγώ προβλέπω ότι αν συνεχίσει αυτό το σκηνικό, θα δούμε ιογενείς και βακτηριακές λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος να μας έρχονται πιο γρήγορα και θα μας ταλαιπωρήσουν για μακρύτερο χρονικό διάστημα από άλλες χρονιές. Ήδη στα βρέφη έχουν κάνει την εμφάνισή τους. Το ευχάριστο είναι ότι έχουμε αντιβιοτικά τα οποία μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για θεραπεία των ατόμων που προσβάλλονται εάν, φυσικά, γίνει η διάγνωση έγκαιρα.»
Όταν τα συμπτώματα είναι έντονα, πρέπει οπωσδήποτε, και κυρίως επειδή επηρεάζονται μικρά παιδάκια και άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών, να είμαστε σε επιφυλακή, σημειώνει ο Δρ. Καραγιάννης.
«Το HIP, όπως ονομάζεται το εμβόλιο, δίδεται από τους τρεις μήνες ηλικίας και άνω. Επομένως, τα παιδιά μπορούν να προστατευτούν, τουλάχιστον έναντι του τύπου Β. Αλλά φαίνεται ότι το κενό που δημιούργησε με την έξοδό του ο τύπος Β, ήταν το να δώσει την ευκαιρία σε άλλους τύπους του συγκεκριμένου βακτηρίου να αρχίσουν να επικρατούν και να προκαλούν προβλήματα. Πονόλαιμος, πυρετός, βήχας αν είναι πνευμονία… αν είναι μηνιγγίτιδα παρουσιάζονται κι άλλα προβλήματα, τα οποία ένας παιδίατρος μπορεί καλύτερα να εντοπίσει έγκαιρα και να δώσει αντιβακτηριακή αγωγή.»
Από πλευράς της η Καθηγήτρια Παιδιατρικής και Επιδημιολογίας, Δρ. Ζωή Πανά, μιλώντας στην εκπομπή Alpha Ενημέρωση, αναφέρθηκε στα όσα είπε και ο Δρ. Καραγιάννης και τόνισε πως δεν πρέπει να «βυθιστούμε» στον πανικό.
«Σίγουρα πρέπει να ολοκληρώνουμε την εμβολιαστική κάλυψη για τον αιμόφιλο της ινφλουέντζας, γιατί είναι μια σοβαρή λοίμωξη, που προσβάλλει κυρίως μικρά παιδιά. Είναι μέσα στον υποχρεωτικό εμβολιασμό των παιδιών. Να τονίσουμε επίσης ότι επειδή έχουμε και περιστατικά μεσογειακής αναιμίας στην Κύπρο, άτομα που έχουν πρόβλημα με την σπλήνα τους, που τους την έχουν αφαιρέσει ή που δεν λειτουργεί καλά, όπως και στη μεσογειακή αναιμία, αυτά τα άτομα διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να προσβληθούν από αυτό το βακτήριο και πρέπει να εμβολιάζονται.»
Σημειώνοντας επίσης πως παρά το ότι αναφέρεται ως αιμόφιλος της ινφλουέντζας – γιατί πρακτικά και ιστορικά η ινφλουέντζα είναι η γρίπη – είναι ξεκάθαρο ότι μιλάμε για ένα βακτήριο. Απλά όταν αυτό είχε ανακαλυφθεί, σύμφωνα με την Δρ. Πανά, το είχαν αποδώσει στην πανδημία της γρίπης, γι’ αυτό και του είχαν δώσει το συγκριμένο όνομα.



