Πενήντα-δύο χρόνια συμπληρώνονται σήμερα, Τετάρτη, από το προδοτικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974, το οποίο σχεδιάστηκε από το χουντικό καθεστώς των Αθηνών και εκτελέστηκε με την εμπλοκή της ΕΟΚΑ Β’ στην Κύπρο.
Το ρολόι έδειχνε 8:20, όταν άρχισε να γράφεται η κυπριακή τραγωδία, με τους χουντικούς να θέτουν σε εφαρμογή το σχέδιο τους. Έχοντας ως κύριο στόχο την ανατροπή του νόμιμου Προέδρου της Δημοκρατίας, Μακαρίου Γ’, η χούντα των συνταγματαρχών και οι συνεργάτης της στην Κύπρο έδρασαν με στρατιωτικές δυνάμεις την πρωινή ώρα της 15ης Ιουλίου.
Αν και τα πλάνα τους τελικά δεν ευοδώθηκαν, αφού ο Μακάριος διασώθηκε και μετά από μήνες απουσίας στο εξωτερικό, επέστρεψε στην Κύπρο και ανέλαβε και πάλι τα προεδρικά του καθήκοντα, οι αποτρόπαιες ενέργειες κατά της συνταγματικής τάξης και της Δημοκρατίας οδήγησαν πέντε μέρες αργότερα στο δεύτερο έγκλημα σε βάρος του κυπριακού λαού. Η Τουρκία βρήκε και την πρόφαση που έψαχνε και εκμεταλλεύτηκε το πραξικόπημα για να εισβάλει στις 20 Ιουλίου 1974 στο νησί, προκαλώντας θάνατο, προσφυγιά και καταστροφές.
Η αντίστροφη μέτρηση για τη διχοτόμηση της Κύπρου ξεκίνησε όταν το 1967 την εξουσία στην Ελλάδα κατέλαβε η στρατιωτική δικτατορία. Οι σχέσεις μεταξύ αυτού του στυγερού καθεστώτος και του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Μακάριου Γ’ ήταν τεταμένες επειδή ο Μακάριος αρνήθηκε να είναι ένας Πρόεδρος υπό κηδεμονία.
Επτά χρόνια μετά την ανάληψη την στρατιωτική δικατορία στην Ελλάδα, κι ενώ οι σχέσεις Μακάριου και χουντικού καθεστώτος είναι τεταμένες, το πρωί της 15ης Ιουλίου, ο επικεφαλής των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Κύπρο ταξίαρχος Μ. Γεωργίτσης αναγγέλλει στην ηγεσία της ελληνικής χούντας, με το σήμα «Αλέξανδρος εισήλθε νοσοκομείον» την έναρξη του πραξικοπήματος ενάντια στον δημοκρατικά εκλεγμένο Πρόεδρο της Κύπρου.
Νωρίς το πρωί της 15ης Ιουλίου, ο Μακάριος επέστρεφε στο Προεδρικό Μέγαρο στη Λευκωσία από την εξοχική του κατοικία στο Τρόοδος, όπου είχε περάσει το Σαββατοκύριακο. Την ώρα εκδήλωσης του πραξικοπήματος, ο Μακάριος δεχόταν μια ομάδα ελληνοπαίδων από την Αίγυπτο.
Τα πυρά των πραξικοποιηματιών στο Προεδρικό πύκνωσαν, με τον Μακάριο να διαφεύγει από την μοναδική αφύλακτη δίοδο, που υπήρχε στα δυτικά του Προεδρικού Μεγάρου. Ακολούθως ο Μακάριος καταφεύγει στη Μονή Κύκκου και στη συνέχεια στην Πάφο.
Μέχρι το μεσημέρι οι πραξικοπηματίες θέτουν υπό τον έλεγχο τους την Αστυνομία και όλες τις ουσιώδεις υπηρεσίες του κράτους.
Και ενώ οι πραξικοπηματίες αναγγέλλουν τον Μακάριο νεκρό και το ανακοινώνουν συνεχώς μέσω του ΡΙΚ, αυτός είναι ζωντανός και απευθύνει μήνυμα την ίδια ημέρα μέσω ενός αυτοσχέδιου ραδιοσταθμού της Πάφου:
«Ελληνικέ Κυπριακέ Λαέ! Γνώριμη είναι η φωνή που ακούεις. Γνωρίζεις, ποιος σου ομιλεί. Είμαι ο Μακάριος. Είμαι εκείνος, τον οποίο συ εξέλεξες δια να είναι ο ηγέτης σου. Δεν είμαι νεκρός. Είμαι ζωντανός. Και είμαι μαζί σου, συναγωνιστής και σημαιοφόρος εις τον κοινόν αγώνα. Το πραξικόπημα της χούντας απέτυχε. Εγώ ήμουν ο στόχος της και εγώ, εφόσον ζω, η Χούντα εις την Κύπρον δεν θα περάση. Η Χούντα απεφάσισε να καταστρέψη την Κύπρο.Να την διχοτομήση.Αλλά δεν θα το κατορθώση. Πρόβαλε παντοιοτρόπως αντίστασιν εις την Χούντα. Μη φοβηθής. Ενταχθήτε όλοι εις τα νομίμους δυνάμεις του κράτους. Η Χούντα δεν πρέπει να περάση και δεν θα περάση. Νυν υπέρ πάντων ο αγών.»
O Μακάριος επιβιβάζεται σε βρετανικό στρατιωτικό αεροσκάφος και μέσω Μάλτας μεταβαίνει στο Λονδίνο, όπου την επομένη, 17 Ιουλίου, συναντάται με τον Βρετανό πρωθυπουργό Χάρολντ Ουϊλσον και τον Υπουργό Εξωτερικών Τζέιμς Κάλαχαν.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες ζητούν την υποστήριξη της ανεξαρτησίας της Κύπρου και καλούν όλα τα κράτη να πράξουν το ίδιο, ενώ ο Υπουργός Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ απορρίπτει πρόταση για υποστήριξη του ανατραπέντος καθεστώτος Μακαρίου.
Ενώ τον ρόλο του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας αναλαμβάνει ο τότε βουλευτής Νικόλας Σαμψών. Ορκίζεται και εκφωνεί διάγγελμά κηρύσσοντας στρατιωτικό νόμο.
Η αστάθεια στο νησί αποτέλεσε τελικά την τέλεια αφορμή για την Τουρκία, η οποία το πρωινό της 20ης Ιουλίου έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιο της με πρόσχημα την προστασία των Τουρκοκυπρίων.
Σε μια εισβολή δύο φάσεων, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, και παρά τις εκκλήσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ [Ψήφισμα 353 (1974)] για γρήγορη αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης στο νησί, η Τουρκία κατέλαβε το 36,2 τοις εκατό της εδαφικής επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας και εκτόπισε βίαια περίπου 200.000 Ελληνοκυπρίους από τις εστίες τους.
Άλλοι 20.000 Ελληνοκύπριοι, οι οποίοι παρέμειναν στις κατεχόμενες περιοχές, εξαναγκάστηκαν και αυτοί τελικά να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να αναζητήσουν καταφύγιο στις ελεγχόμενες από την κυπριακή Κυβέρνηση περιοχές.



