Ανησυχία και ενστάσεις εξέφρασαν όλοι ανεξαιρέτως οι φορείς που συμμετείχαν στη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εσωτερικών, που συζήτησε την Πέμπτη το νομοσχέδιο του Υπουργείου Εσωτερικών για την εναρμόνιση της οικείας νομοθεσίας με τον ευρωπαϊκό κανονισμό που αφορά στον έλεγχο της διαφάνειας και της στόχευσης στη πολιτικής διαφήμισης.
Κοινός άξονας των ενστάσεων που διατυπώθηκαν, είναι η ανάθεση στην Αρχή Ραδιοτηλεόρασης του ρόλου της εποπτικής αρχής για τον έλεγχο της τήρησης της νομοθεσίας, με πρώτη την Πρόεδρο της Αρχής, Ρόνα Κασάπη, να επισημαίνει ότι «η απόδοση ρόλων δεν συνεπάγεται αυτόματα και τη δυνατότητα να ανταποκριθούμε».
Με την Αρχή να έχει ήδη επωμισθεί εποπτικές αρμοδιότητες στο πλαίσιο της νομοθεσίας για εναρμόνιση με τον νόμο της ΕΕ για τις ψηφιακές υπηρεσίες, η κ. Κασάπη είπε ότι υπάρχουν ήδη σοβαρές ελλείψεις και σε ανθρώπινο δυναμικό, και σε οικονομικούς πόρους, αλλά και σε υποδομές. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι η Αρχή διαθέτει μόνο 11 λειτουργούς και λειτουργεί με ελλειμματικό προϋπολογισμό, ενώ τα καθήκοντά της απαιτούν να εποπτεύει πολύ μεγάλους οργανισμούς.
Η κ. Κασάπη, απαντώντας σε ερώτηση του Βουλευτής της ΔΗΠΑ, Γιώργου Πενηνταέξ, σημείωσε ότι είχε προχωρήσει σε μελέτη για τις λειτουργικές ανάγκες στο πλαίσιο ανάληψης αρμοδιοτήτων για τις ψηφιακές υπηρεσίες, όμως καμία από αυτές τις ανάγκες δεν καλύφθηκε μέχρι στιγμής.
Εκφράζοντας έντονες αντιρρήσεις για την ανάληψη επιπρόσθετων καθηκόντων, χωρίς προηγουμένως να υπάρξει άμεση, ουσιαστική και διαρκής στήριξη, η κ. Κασάπη προειδοποίησε ότι με τις αδυναμίες αυτές τίθεται σε αμφισβήτηση και ο ρόλος της Αρχής ως θεματοφύλακα δημοκρατικών αξιών, καθώς δεν είναι δεδομένος ο επιτυχής έλεγχος με τα δεδομένα αυτά.
Με την θέση αυτή συνηγόρησαν και η Ένωση Συντακτών, η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, ο Σύνδεσμος Εκδοτών και ο Σύνδεσμος Ραδιοφώνου, ειδησεογραφικοί οργανισμοί, καθώς και μέλη της Επιτροπής.
Ο Πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών, Γιώργος Φράγκος, ανέφερε ότι συμμερίζεται τις ανησυχίες της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης και επισήμανε παράλληλα ότι θα πρέπει να υπάρχει σαφής διαχωρισμός διαφημιστικού και δημοσιογραφικού περιεχομένου, καθώς και μετρήσιμα αξιολογικά κριτήρια, που να μην επιδέχονται υποκειμενική διαχείριση.
Με τη σειρά της η Πρόεδρος της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, Έλλη Κοτζιαμάνη, σημείωσε ότι δεν νοείται να προστεθούν στην Αρχή Ραδιοτηλεόρασης περισσότερες αρμοδιότητες και εξέφρασε ανησυχία για τη σπουδή που παρατηρείται για εναρμόνιση, λόγω της οποίας παραγνωρίζεται το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τα ΜΜΕ, όπως είπε. Πρόσθεσε, δε, ότι θα έπρεπε το Υπουργείο Εσωτερικών να λειτουργεί καθοδηγητικά προς τα ΜΜΕ για το πως θα πρέπει να λειτουργήσουν απέναντι στην πολιτική διαφήμιση, διασφαλίζοντας παράλληλα και το δικαίωμα για ελευθερία στην έκφραση, αλλά υιοθετώντας και τον κανονισμό.
Η κ. Κοτζιαμάνη επανέλαβε τη θέση της Επιτροπής που μετέφερε και παλαιότερα σε συνεδριάσεις Κοινοβουλευτικών Επιτροπών, για την επιτακτική ανάγκη αναθεώρησης του περί Τύπου νόμου, ο οποίος είναι απαρχαιωμένος και δεν ανταποκρίνεται στα σημερινά δεδομένα στον χώρο της ενημέρωσης, με τις αλλαγές που επήλθαν λόγω τεχνολογικών εξελίξεων.
Το ζήτημα αυτό έθιξε στην τοποθέτησή του και ο Δημήτρης Δημητρίου, Πρόεδρος του Κυπριακού Οργανισμού Εκδοτών Διαδικτύου, εκφράζοντας προβληματισμό για το γεγονός ότι τα διαδικτυακά Μέσα συνεχίζουν να μην καλύπτονται από την οικεία νομοθεσία. Το ίδιο ζήτημα έθιξαν, εξάλλου, και εκπρόσωποι ειδησεογραφικών οργανισμών, στους οποίους ανήκουν και τηλεοπτικά, και έντυπα, αλλά και ψηφιακά μέσα ενημέρωσης.
Κριτική σε αρκετές πτυχές του νομοσχεδίου, και πρωτίστως στις πρόνοιες για ποινικές ευθύνες, διατύπωσε η Ελένη Μαύρου, εκπροσωπώντας τόσο τον Σύνδεσμο Εκδοτών, όσο και τον Σύνδεσμο Ραδιοφώνου. Εισαγωγικά, η κ. Μαύρου εξέφρασε συμφωνία με τις προθέσεις του κανονισμού για έλεγχο των πολιτικών διαφημίσεων, σημείωσε όμως ότι το νομοσχέδιο υπερβαίνει το πλαίσιο του ευρωπαϊκού κανονισμού.
Αφενός, είπε η κ. Μαύρου, το νομοσχέδιο εισάγει ποινικές ευθύνες, ενώ ο κανονισμός προβλέπει διοικητικό σύστημα ποινών, όπως είπε. Μάλιστα, η ίδια έκανε λόγο για «τάση ποινικοποίησης των πάντων» εδώ και κάποια χρόνια, εκφράζοντας τη διαφωνία της με την κατεύθυνση αυτή. Εξάλλου, προβληματισμό για την απόδοση ποινικών ευθυνών, εξέφρασαν και εκπρόσωποι οργανισμών μέσων ενημέρωσης.
Αφετέρου, συνέχισε ότι το νομοσχέδιο αποδίδει ασαφείς εξουσίες στην εποπτική αρχή, εκφράζοντας προβληματισμό και για τη συνεχή προσπάθεια διεύρυνσης αρμοδιοτήτων της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης. Σημείωσε, επίσης, ότι η Αρχή δεν έχει το τεκμήριο της ανεξαρτησίας που απαιτείται, εφόσον το Διοικητικό Συμβούλιο διορίζεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
«Οι νόμοι πρέπει να χαρακτηρίζονται από σαφήνεια και να είναι εφαρμόσιμοι», είπε η κ. Μαύρου, προσθέτοντας ότι, αν παραμένει γράμμα κενό ο νόμος, «ροκανίζονται» τα θεμέλια του κράτους.
Κλείνοντας, η κ. Μαύρου είπε ότι τα ΜΜΕ τιμωρούνται από το κράτος σε όλα τα νομοσχέδια που παρουσιάστηκαν τα τελευταία χρόνια ενώπιον της Βουλής, ενώ την ίδια στιγμή στο διαδίκτυο δεν υπάρχει ουσιαστικά κανένας έλεγχος.
Ο Κώστας Ντάλτας, μέλος του Συνδέσμου Διαφήμισης – Επικοινωνίας Κύπρου, εκφράζοντας εισαγωγικά συμφωνία με την πρόθεση για θεσμοθέτηση ελέγχου των πολιτικών διαφημίσεων, εξέφρασε με τη σειρά του προβληματισμό για την εποπτεία των ψηφιακών μέσων και διαδικτυακών εργαλείων. Παράλληλα, επισήμανε ότι δεν διαφαίνεται από τις πρόνοιες του νομοσχεδίου πως θα αποτρέπει τις εξωγενείς παρεμβάσεις σε εκλογικές διαδικασίες, κάτι στο οποίο δίνει ιδιαίτερη έμφαση ο ευρωπαϊκός κανονισμός, όπως είπε.
Εξέφρασε, δε, συμφωνία με την ανάθεση εποπτικού ρόλου στην Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, υπό την αίρεση, όμως, ότι θα της δοθούν τα απαραίτητα μέσα και στήριξη για να επιτελέσει τον ρόλο αυτό.
Ο Γενικός Διευθυντής του ΡΙΚ, Θανάσης Τσώκος, είπε ότι στη Βουλή έρχονται κακογραμμένοι κανονισμοί και προσχέδια νομοθεσιών, προσθέτοντας ότι ένα κείμενο που ξεκινά με δομικά προβλήματα, καθιστά τον διάλογο έως και αδύνατο. Ενδεικτικά, εξέφρασε τον προβληματισμό του για άρθρο που προβλέπει ότι όλες οι πολιτικές διαφημίσεις πρέπει να φέρουν σήμανση, με στοιχεία για το ποιος πλήρωσε για την κάθε μία, καθώς και το κόστος της, αλλά και σύνδεση με τη στόχευση και την τεχνική στόχευσης που εφαρμόζεται.
Εξάλλου, προβληματισμό εξέφρασε και για το πως μπορεί να προχωρήσει το εν λόγω νομοσχέδιο, εφόσον η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης διαφωνεί με την ανάληψη εποπτικής αρμοδιότητας. Επισήμανε, επίσης, ότι η πολιτική διαφήμιση θα περάσει κυρίως από τα ψηφιακά μέσα και ότι χρειάζεται να υπάρξει ρύθμιση για τον χώρο αυτό.
Ο Λειτουργός του Υπουργείου Εσωτερικών, Σάββας Παρμάτζιας, ο οποίος παρουσίασε στην Επιτροπή το νομοσχέδιο, ανέφερε ότι επιθυμία της εκτελεστικής εξουσίας είναι να εφαρμοστεί άμεσα, καθώς ο ευρωπαϊκός κανονισμός βρίσκεται σε πλήρη ισχύ από τον Οκτώβριο του 2025. Απαντώντας στους προβληματισμούς που εκφράστηκαν, είπε ότι τις ανησυχίες αυτές τις συμμερίζεται και το Υπουργείο και γι΄αυτό υπάρχουν σε εξέλιξη διεργασίες για αποσαφήνιση θεμάτων, ενώ παράλληλα η Κομισιόν προχώρησε και στην έκδοση κατευθυντήριων οδηγιών.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής και Βουλευτής του ΑΚΕΛ, Άριστος Δαμιανού, είπε ότι χρειάζεται περαιτέρω διαβούλευση επί του νομοσχεδίου, ενώ αναφέρθηκε ιδιαίτερα στις ανησυχίες που εκφράστηκαν για την ανάθεση εποπτικών αρμοδιοτήτων στην Αρχή Ραδιοτηλεόρασης, αλλά και για τις πρόνοιες για ποινικές ευθύνες τα κύρια προβλήματα. Σημείωσε, δε, ότι κατά πάσα πιθανότητα δε θα μπορέσει να προχωρήσεις προς ψήφιση το νομοσχέδιο από την παρούσα σύνθεση της Βουλής.
Ο Βουλευτής του ΔΗΚΟ, Πανίκος Λεωνίδου, σημείωσε ότι «θα πρέπει να προστατεύσουμε τα ΜΜΕ, όπως πρέπει να προστατεύσουμε και το πολιτικό σύστημα ένθεν και ένθεν», ενώ συνηγόρησε με την επισήμανση της Ελένης Μαύρου, ότι οι νόμοι πρέπει να είναι απλοί και ξεκάθαροι.
Ο Βουλευτής της ΔΗΠΑ, Γιώργος Πενηνταέξ, διευκρίνισε κατά την τοποθέτησή του ότι η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης είναι ανεξάρτητος θεσμός και ότι δεν μπορεί να επιβληθεί σε αυτή το Υπουργείο Εσωτερικών, ενώ έθεσε το ερώτημα κατά πόσο μπορεί να βρεθεί εναλλακτική εποπτεία.
Ο Βουλευτής του Κινήματος Οικολόγων, Σταύρος Παπαδούρης, διερωτήθηκε, με τον τρόπο που προχωρά η τεχνολογία, πως θα μπορούν να διαχειριστούν οι νομοθέτες όσα θα ακολουθήσουν. Ανησυχία εξέφρασε, επίσης, για τις ποινικές ευθύνες και για τις ασάφειες που εντοπίζονται.
Ο Βουλευτής της ΕΔΕΚ, Ηλίας Μυριάνθους, είπε ότι πολλά ζητήματα χρήζουν διευκρινίσεων και πρότεινε να συμβάλει σε αυτό και η υπηρεσία ευρωπαϊκών υποθέσεων.
Πηγή: ΚΥΠΕ



