Στην απόρριψη της αίτησης του πρώην Μητροπολίτη Πάφου Τυχικού για την έκδοση προνομιακών ενταλμάτων Certiorari αναφορικά με την απόφαση ημερομηνίας 17.10.2025 της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, προέβη το Ανώτατο Δικαστήριο, σε απόφαση που εξέδωσε στις 9 Ιουλίου 2026.
Στις 10 Ιουνίου 2026, το Ανώτατο είχε δώσει τη δυνατότητα στον Τυχικό να προχωρήσει σε αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος σε σχέση με την απόφαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όχι όμως και για την απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου, καθιστώντας μερικώς επιτυχή την έφεση του πρώην Μητροπολίτη Πάφου κατά πρωτόδικης απόφασης που απέρριψε το αίτημά του για παράταση της προθεσμίας προσβολής των εκκλησιαστικών αποφάσεων που τον κήρυξαν έκπτωτο από το αξίωμά του.
Σύμφωνα με το κείμενο της απόφασης του Ιουλίου, ο Αιτητής ζητά άδεια για την καταχώριση αίτησης δια κλήσεως για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari, με το οποίο να ακυρώνεται η απόφαση ημερομηνίας 17.10.2025 της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με την οποία επικυρώθηκε η απόφαση της 22.5.2025 της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου για την έκπτωσή του από τον Μητροπολιτικό Θρόνο της Πάφου. Ζητά επίσης διαταγή για επανάληψη της διαδικασίας ενώπιον του Οικουμενικού Πατριαρχείου και/ή της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου.
Σύμφωνα με το Ανώτατο Δικαστήριο, οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η αίτηση περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, κατάχρηση εξουσίας, κατάχρηση διαδικασίας, έλλειψη δέουσας έρευνας, πλάνη περί το Δίκαιο, αντιφατική ή ανεπαρκή αιτιολογία και παράνομη επικύρωση της πρωτοβάθμιας απόφασης.
Περιλαμβάνουν επίσης ισχυρισμούς περί παραβίασης των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης, του δικαιώματος υπεράσπισης και ακρόασης, της αρχής της αμεροληψίας, καθώς και ισχυρισμούς ότι δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Κύπρου.
Σημειώνεται ότι το πρώτο ζήτημα που εξετάστηκε ήταν κατά πόσον οι διαδικασίες και αποφάσεις των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων ή Συνόδων εμπίπτουν στον έλεγχο του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά την άσκηση της προνομιακής του δικαιοδοσίας.
Προστίθεται ότι ο Αιτητής αναγνωρίζει πως τα πολιτειακά δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εξετάσουν την ουσία των αποφάσεων των εκκλησιαστικών οργάνων, υποστηρίζει όμως ότι μπορούν να ελέγξουν τη νομιμότητα της διαδικασίας και την τήρηση των διαδικαστικών εγγυήσεων.
Το Ανώτατο Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι τα Εκκλησιαστικά Δικαστήρια δεν υπάγονται στον έλεγχό του, με βάση το Άρθρο 155.4 του Συντάγματος.
Συμπληρώνεται ότι ο Αιτητής αναγνωρίζει την εξουσία της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου, ως Εκκλησιαστικό Δικαστήριο, να εκδικάζει κληρικούς και να τους επιβάλλει εκκλησιαστικές ποινές.
Το Δικαστήριο αναφέρει ότι τα Άρθρα 48 και 78 του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Κύπρου δεν παρέχουν δικαιοδοσία στο Ανώτατο Δικαστήριο να ελέγχει τις αποφάσεις των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων. Όπως επισημαίνεται, οι συγκεκριμένες διατάξεις δεν επιτρέπουν στα πολιτειακά δικαστήρια να επανεξετάζουν ή να ακυρώνουν αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου, αλλά αφορούν αποκλειστικά τις περιπτώσεις στις οποίες η ίδια η Ιερά Σύνοδος μπορεί να διατάξει επανάληψη της διαδικασίας.
Συμπληρώνεται ότι ο Αιτητής υποστήριξε πως η αποδοχή της αίτησής του για επέκταση της προθεσμίας καταχώρισης της προσφυγής δημιούργησε τον απαιτούμενο «δικαιοδοτικό δεσμό» με την Κυπριακή Δημοκρατία δυνάμει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).
Ωστόσο, το Δικαστήριο απαντά ότι η απόφαση για παράταση της προθεσμίας δεν αφορά την ουσία της υπόθεσης και δεν δημιουργεί δικαιοδοσία επί της προσφυγής, αλλά περιορίζεται αποκλειστικά στο κατά πόσον δικαιολογείται η εκπρόθεσμη καταχώρισή της.
Τέλος, το Ανώτατο επισημαίνει ότι η διαπίστωση πως οι αποφάσεις των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων εκφεύγουν της προνομιακής δικαιοδοσίας του καλύπτει και την απόφαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η οποία ενήργησε ως δευτεροβάθμιο Εκκλησιαστικό Δικαστήριο.
«Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, διαφαίνεται ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να ασκήσει προνομιακό έλεγχο στις διαδικασίες ή αποφάσεις των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων… Η Αίτηση απορρίπτεται», καταλήγει η απόφαση.
Πηγή: ΚΥΠΕ



