Νομικές διευκρινίσεις για το τι προβλέπει η νομοθεσία μετά την απόσυρση καταγγελίας, αλλά και για τα όρια και τη διαδικασία άρσης της βουλευτικής ασυλίας, με αφορμή τα όσα διαδραματίστηκαν γύρω από την υπόθεση του βουλευτή Νίκου Σύκα, έδωσε ο νομικός Αχιλλέας Αιμιλιανίδης, μιλώντας στην εκπομπή Alpha Καλημέρα.
Ο κ. Αιμιλιανίδης ξεκαθάρισε ότι η απόσυρση μιας καταγγελίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως «πάγωμα» ή τερματισμό της ποινικής διαδικασίας. Όπως εξήγησε, υπάρχουν αδικήματα που διώκονται μόνο κατόπιν καταγγελίας του παραπονούμενου, αλλά και άλλα που μπορούν να προχωρήσουν αυτεπάγγελτα, εφόσον υπάρχουν επαρκή στοιχεία. Συνεπώς, η υπόθεση μπορεί να συνεχιστεί ακόμη και χωρίς την ενεργή στήριξη του βασικού παραπονούμενου.
Ωστόσο, υπογράμμισε ότι η απουσία του βασικού μάρτυρα κατηγορίας καθιστά την απόδειξη της υπόθεσης ιδιαίτερα δύσκολη στην πράξη, εκτός εάν υπάρχει ισχυρό άλλο μαρτυρικό υλικό. Τέτοια στοιχεία θα μπορούσαν να προέρχονται, ενδεικτικά, από ιατρικές εξετάσεις, καταγεγραμμένες συνομιλίες ή μαρτυρίες τρίτων προσώπων. Σε κάθε περίπτωση, τόνισε πως το τεκμήριο της αθωότητας παραμένει ακέραιο μέχρι την τελική κρίση της Δικαιοσύνης.
Ο νομικός σημείωσε επίσης ότι ακόμη και αν μια υπόθεση οδηγηθεί σε καταδίκη, η απόσυρση της καταγγελίας μπορεί να ληφθεί υπόψη στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής. Παρά ταύτα, απέφυγε να κάνει συγκεκριμένες εκτιμήσεις για την εξέλιξη της υπόθεσης, επισημαίνοντας ότι χωρίς γνώση του πλήρους μαρτυρικού υλικού οποιαδήποτε τοποθέτηση θα ήταν υποθετική.
Αναφερόμενος στη βουλευτική ασυλία, ο κ. Αιμιλιανίδης διευκρίνισε ότι υπάρχει απόλυτη ασυλία για πράξεις που σχετίζονται άμεσα με την κοινοβουλευτική ιδιότητα, όπως ο λόγος και η ψήφος στη Βουλή. Αντίθετα, για πράξεις άσχετες με τα κοινοβουλευτικά καθήκοντα, η ασυλία δεν είναι απόλυτη και μπορεί να αρθεί με απόφαση δικαστηρίου. Η διαδικασία, όπως εξήγησε, δεν είναι στιγμιαία, καθώς απαιτεί συνεδρίαση πολυμελούς δικαστικού σώματος, ακρόαση των δύο πλευρών και έκδοση αιτιολογημένης απόφασης, χωρίς ωστόσο να χαρακτηρίζεται υπερβολικά χρονοβόρα.



