Απάντηση, μέσω γραπτής δήλωση της στο ΚΥΠΕ, σε όσους διατείνονται ότι οι δημόσιες δηλώσεις της “προσφέρουν, σε πιθανούς κατηγορουμένους, τις υπερασπίσεις της παραβίασης του τεκμηρίου της αθωότητας και της παραβίασης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη”, δίδει η ποινική ανακρίτρια για πιθανά ποινικά αδικήματα αξιωματούχων της ΚΟΠ, Αλεξάνδρα Λυκούργου, παραπέμποντας στη διαχείριση του πορίσματος της Ερευνητικής Επιτροπής Π. Πολυβίου.
Η πρώην Δικαστής, σημειώνει, συγκεκριμένα, ότι “σε όσους διατείνονται ότι οι δημόσιες δηλώσεις μου (συνέντευξη στη δημοσιογράφο Κατερίνα Ηλιάδη,«Πολίτης» ημερ.1.2.2026 καθώς και με τις σχετικές διευκρινιστικές παρεμβάσεις σε ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές των 2 επόμενων ημερών) προσφέρουν, σε πιθανούς κατηγορουμένους, τις υπερασπίσεις της παραβίασης του τεκμηρίου της αθωότητας και της παραβίασης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, επισημαίνω ότι τα Κυπριακά δικαστήρια καταλήγουν στο ακριβώς αντίθετο”.
Η δημοσιοποίηση του Πορίσματος Πολυβίου (το 2011), προσθέτει, στο οποίο καταγράφονται σαφή ενοχοποιητικά ευρήματα και κατονομάζονται ύποπτοι, πριν από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου, κρίθηκε από το Κακουργιοδικείο και το Ανώτατο Δικαστήριο ότι δεν παραβίασε το τεκμήριο της αθωότητας και ούτε παραβίασε το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Άρα, αφού το μείζον δεν στοιχειοθετεί τις υπερασπίσεις αυτές, πολύ περισσότερο δεν τις στοιχειοθετούν οι δικές μου ηπιότερες δηλώσεις, όπου δεν προσδιορίζονται ποινικά αδικήματα και δεν κατονομάζονται ύποπτοι”.
Υπενθυμίζει ότι “το φθινόπωρο του 2011, ο κύριος Πόλυς Πολυβίου δημοσιοποίησε το Πόρισμά του ημερ.30.9.2011, το οποίο συνέταξε στο πλαίσιο του διορισμού του ως Μονομελής Ερευνητική Επιτροπή για την τραγωδία στην ναυτική βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» στο Μαρί, που συνέβη τον Ιούλιο του ίδιου έτους. Το Πόρισμα είναι δημοσιευμένο στο διαδίκτυο και, με βάση τα όσα καταγράφονται στην σελ.25, οι λόγοι για τους οποίους ο κύριος Πολυβίου αποφάσισε την δημοσιοποίηση ήταν η ανάγκη πληροφόρησης της κοινής γνώμης για ένα ζήτημα δημόσιου συμφέροντος και η εξυπηρέτηση της αρχής της διαφάνειας. Μεταξύ άλλων, το Πόρισμα κατονομάζει και τον τότε Υπουργό Άμυνας ως ύποπτο για την διάπραξη ποινικών αδικημάτων και καταλήγει ως εξής: «… Ο Υπουργός Άμυνας βαρύνεται με πολύ σοβαρές ευθύνες (θεσμικές και προσωπικές), όπως έχει επεξηγηθεί λεπτομερώς πιο πάνω.»
Η κ. Λυκούργου υπογραμμίζει ότι το κατηγορητήριο εναντίον του Υπουργού Άμυνας (και άλλων) καταχωρήθηκε μήνες αργότερα. “Πρόκειται για την Υπόθεση αρ.4904/2012 (Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λάρνακας), η οποία κατέληξε με την καταδίκη του Υπουργού και άλλων. Το Κακουργιοδικείο ασχολήθηκε αυτεπαγγέλτως με το ενδεχόμενο η δημοσιοποίηση του Πορίσματος του κυρίου Πολυβίου να έπληξε το συνταγματικό δικαίωμα των κατηγορουμένων στην δίκαιη δίκη και το απέρριψε. Το Κακουργιοδικείο αναφέρει τα εξής: «Παρά το ότι δεν τέθηκε τέτοιο επίδικο θέμα, χάριν τάξης θα αναφέρουμε ότι το προαναφερθέν πόρισμα δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε θα μπορούσε να ληφθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο υπόψη στον καθορισμό της ποινικής ευθύνης των κατηγορουμένων, έργο που το Σύνταγμα ανέθεσε αποκλειστικά στο Δικαστήριο.»
Προσθέτει πως αυτή η πρωτόδικη κατάληξη επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο (ως Ποινικό Εφετείο), στο οποίο προσέφυγε ο καταδικασθείς Υπουργός. Στην απόφαση Λοϊζίδης Ανδρέας κ.α. ν. Δημοκρατίας και κ.α. (2014) 2 ΑΑΔ 965, το Ποινικό Εφετείο αποφασίζει τα εξής: « … ο εφεσείων ισχυρίζεται ότι, έχει παραβιαστεί το Άρθρο 30.3 του Συντάγματος και το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που είχε ως αποτέλεσμα, να παραβιαστεί το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη … ισχυρίζεται ότι, υπήρξε εκτεταμένη δυσμενής αρθρογραφία, τόσο του έντυπου όσο και του ηλεκτρονικού τύπου, που τον καθιστούσε, εκ προοιμίου, υπαίτιο του θανάτου των αποβιωσάντων. Υπήρξαν, όπως προβλήθηκε και, εκτός από τη διαχρονική αρθρογραφία, δηλώσεις προσώπων που κατείχαν υψηλά κρατικά αξιώματα έτσι ώστε να καταστεί κοινή πεποίθηση η ενοχή του εφεσείοντα. Υπήρξε διορισμός ερευνητικής επιτροπής με την οποία παρουσιάζεται, ως υπαίτιος … Τούτο, πρόσθεσε ο συνήγορος, οδήγησε σε παραβίαση της αρχής του τεκμηρίου της αθωότητας και συνεπαγόμενα οδήγησε σε μη δίκαιη δίκη …
Διαπιστώνουμε … ότι το παράπονο του εφεσείοντα επί του προκειμένου δεν έχει έρεισμα …
Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου (ανωτέρω) … έγινε αναφορά στην επίδραση, που ενδεχομένως, θα έχουν δυσμενή δημοσιεύματα, καθιστώντας μια δίκη μη δίκαιη. Το εφετείο στην εν λόγω υπόθεση επιβεβαίωσε τη νομολογία, σύμφωνα με την οποία στο νομικό μας σύστημα δεν νοείται κατάργηση ή μη διεξαγωγή της δίκης λόγω δυσμενών δημοσιευμάτων, όπως προβλήθηκε ενώπιον του, αυτοτελώς. Aναφέρθηκαν δε τα εξής: ‘Σημειώνουμε το ουσιώδες πως τα δυσμενή δημοσιεύματα είναι δυνατό να έχουν επίδραση στη δίκαιη δίκη ανάλογα με τη συγκεκριμένη επίδραση τους στο πλαίσιο της δίκης που καθηκόντως διεξάγεται.’ … »
Η ποινική ανακρίτρια παρατηρεί ότι “είναι πρόδηλο πως όταν η Ερευνητική Επιτροπή, υπηρετώντας την ανάγκη πληροφόρησης της κοινής γνώμης για ένα ζήτημα δημόσιου συμφέροντος καθώς και την αρχή της διαφάνειας, δημοσιοποιεί, πριν από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου, το Πόρισμά της, στο οποίο καταγράφει ενοχοποιητικά ευρήματα και κατονομάζει υπόπτους, πράττει το μείζον. Και όταν η Ποινική Ανακρίτρια, υπηρετώντας τα ίδια, προβαίνει σε σαφώς ηπιότερες δημόσιες δηλώσεις, χωρίς να προσδιορίζει αδικήματα και χωρίς να κατονομάζει υπόπτους, πράττει το έλασσον”.
Καταλήγει, τονίζοντας πως “κατ΄ ακολουθίαν, εφ’ όσον τα Κυπριακά δικαστήρια (και, μάλιστα, το Ανώτατο Δικαστήριο) κρίνουν ότι το μείζον δεν τεκμηριώνει, αφ’ εαυτού, την υπεράσπιση της παραβίασης του τεκμηρίου της αθωότητας και την υπεράσπιση της παραβίασης του δικαιώματος της δίκαιης δίκης, το ίδιο συμβαίνει και με το έλασσον. Μάλιστα, στην περίπτωση του ελάσσονος, οι πιθανότητες απόρριψης τέτοιων υπερασπίσεων παρουσιάζονται να είναι συντριπτικές”.



