Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατέληξε, την Παρασκευή, σε μερική διαπραγματευτική θέση για το νέο πρόγραμμα «Δικαιοσύνη», το οποίο εντάσσεται στο πλαίσιο του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου 2028–2034, ανοίγοντας τον δρόμο για την έναρξη των διαπραγματεύσεων με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Σύμφωνα με ανακοίνωση, το πρόγραμμα αποσκοπεί στη στήριξη της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές και ποινικές υποθέσεις, στην ενίσχυση της δικαστικής κατάρτισης, καθώς και στην προώθηση της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας της δικαιοσύνης στα κράτη μέλη της ΕΕ. Παράλληλα, θέτει ως στόχο τη διασφάλιση ίσης πρόσβασης στη δικαιοσύνη για πολίτες και επιχειρήσεις, με βάση το κράτος δικαίου, την αμοιβαία αναγνώριση και την εμπιστοσύνη μεταξύ των δικαστικών συστημάτων.
Η θέση που εγκρίθηκε χαρακτηρίζεται ως μερική, καθώς δεν περιλαμβάνει δημοσιονομικά και οριζόντια ζητήματα που παραμένουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, στο πλαίσιο του επόμενου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου. Στο ίδιο πλαίσιο, η Κομισιόν έχει προτείνει τον διπλασιασμό του προϋπολογισμού του προγράμματος «Δικαιοσύνη».
Σε δήλωσή του, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, Κώστας Φυτιρής, ανέφερε ότι η συμφωνία αποτελεί σημαντικό βήμα προς έναν πιο αποτελεσματικό, προσβάσιμο και ψηφιοποιημένο ευρωπαϊκό χώρο δικαιοσύνης. Πρόσθεσε ότι το νέο πρόγραμμα θα ενισχύσει τη διασυνοριακή συνεργασία, θα βελτιώσει την πρόσβαση των πολιτών στη δικαιοσύνη και θα συμβάλει στην ενδυνάμωση της ανεξαρτησίας των δικαστικών συστημάτων σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σύμφωνα με το Συμβούλιο, η ψηφιοποίηση αποτελεί κεντρικό στοιχείο του νέου προγράμματος, με δράσεις που μπορούν να περιλαμβάνουν εργαλεία ψηφιακής επικοινωνίας μεταξύ δικαστηρίων και ενίσχυση των ευρωπαϊκών ψηφιακών πορτοφολιών ταυτότητας. Όπως επισημαίνεται, η ψηφιοποίηση των συστημάτων δικαιοσύνης βελτιώνει την αποδοτικότητα των διασυνοριακών δικαστικών διαδικασιών, μειώνει το κόστος για τους δημόσιους προϋπολογισμούς και τους τελικούς χρήστες και συμβάλλει σε καλύτερες υπηρεσίες.
Το πρόγραμμα προβλέπει επίσης τη στήριξη δράσεων για την αντιμετώπιση σοβαρών εγκλημάτων, όπως η διαφθορά, η τρομοκρατία και τα περιβαλλοντικά εγκλήματα, τόσο εντός της ΕΕ όσο και σε υποψήφιες χώρες, στο πλαίσιο των δικαστικών μεταρρυθμίσεων. Επιπλέον, θα στηρίζει την εκπαίδευση προσωπικού στο αστικό και ποινικό δίκαιο και στην αποτελεσματική εφαρμογή των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Θα δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην ψηφιοποίηση της δικαιοσύνης και των διασυνοριακών δικαστικών διαδικασιών. Η δικαστική κατάρτιση μπορεί να περιλαμβάνει νομικές, δικαστικές και διοικητικές αρχές των κρατών μελών, καθώς και ακαδημαϊκά ιδρύματα και εθνικούς φορείς υπεύθυνους για τη δικαστική εκπαίδευση.
Το πρόγραμμα θα συνεχίσει επίσης να εστιάζει στην απλοποίηση διαδικασιών και διοικητικών διαδικασιών, με στόχο την ενίσχυση της αποδοτικότητας των συστημάτων δικαιοσύνης.
Ως προς τη διαχείριση του προγράμματος, τα κράτη μέλη συμφώνησαν ότι η υλοποίηση θα γίνεται μέσω εκτελεστικών πράξεων, σε συνέχεια της πρακτικής του ισχύοντος προγράμματος. Σημειώνεται ότι η Κομισιόν είχε προτείνει το πρόγραμμα να τεθεί υπό την άμεση διαχείρισή της.
Σχετικά με τη δικαστική κατάρτιση, τα κράτη μέλη συμφώνησαν να ενοποιήσουν τον ήδη ευρύ ορισμό «δικαιοσύνης και δικαστικού προσωπικού», ώστε να περιλαμβάνει και άλλους επαγγελματίες του τομέα της δικαιοσύνης, όπως δικηγόρους, συμβολαιογράφους, δικαστικούς επιμελητές, διαχειριστές αφερεγγυότητας, διαμεσολαβητές, διερμηνείς δικαστηρίων κ.ά. Στόχος, αναφέρει το Συμβούλιο, είναι να διασφαλιστεί ότι πολλοί εθνικοί φορείς που εμπλέκονται στη δικαστική συνεργασία και στη διοίκηση της δικαιοσύνης θα είναι επιλέξιμοι για συμμετοχή. Σύμφωνα με το Συμβούλιο, αποτελεί καινοτομία η μη δικαστική κατάρτιση, η οποία περιλαμβάνει εκπαίδευση για μη δικαστικούς φορείς.



