Τις μαύρες μνήμες της εισβολής του 1974 αλλά και της εν συνεχεία αιχμαλωσίας του από τον τουρκικό στρατό και ενώ ήταν μόλις 14 ετών, ανέσυρε ο Μάριος Δημητρίου, μιλώντας καλεσμένος στην εκπομπή Alpha Καλοκαίρι.
Ο κ. Δημητρίου βρέθηκε ένα βήμα πριν τον θάνατο, αλλά και ένα βήμα πριν την μεταφορά στα Άδανα, ωστόσο η τύχη τον βοήθησε και γλύτωσε και από τα δύο.
Στις 17 Αυγούστου του 1974 ο 14χρονος τότε Μάριος Δημητρίου ξεκίνησε από το Λιοπέτρι να πάει στο σπίτι του στην περιοχή του Σταυρού στην Αμμόχωστο για να πάρει κάποια ρούχα.
«Το πρωί υπήρξε ανακοίνωση από το ΡΙΚ, όπως η Αστυνομία Αμμοχώστου να παρουσιαστεί στην Τεχνική Σχολή της πόλης. Ακούγοντας την είδηση αυτή, ήμασταν στο Λιοπέτρι, ήμουν με τη μητέρα μου και τα αδέρφια μου, ο πατέρας μου ήταν στη CYTA με τον στρατό, ήταν υπάλληλος της CYTA. Είπα λοιπόν στη μητέρα μου ότι θα πάω να φέρω λίγα ρούχα από το σπίτι, διότι φύγαμε άρον άρον τον Δεκαπενταύγουστο και δεν είχαμε τίποτα»
Μαζί με τον άνθρωπο που τους φιλοξενούσε στο Λιοπέτρι, Λάμπρο Κατσώνη, τον γιό του και ακόμη ένα άτομο, τον Αντώνη Λιάτσος βρήκαν ένα παλιό βενζινοκίνητο Land Rover.
«Δεν είχαμε βενζίνη και του βάλαμε πετρέλαιο. Ξεκινήσαμε να πάμε προς τη Δερύνεια και από εκεί στην Αμμόχωστο. Στην Πάνω Δερύνεια συναντήσαμε αστυνομία και στρατό που φαινόταν να είναι δικοί μας. Κοιτούσαν με τα κιάλια προς την Αμμόχωστο. Δεν μας σταμάτησε κανείς και προχωρήσαμε. Πιο κάτω προς την Κάτω Δερύνεια, εκεί που είναι τώρα το οδόφραγμα, υπήρχαν κι άλλοι στρατιώτες που φορούσαν ίδιο χρώμα στολής με την ΕΦ. Αργότερα σκεφτήκαμε ότι είχαν φορέσει το ίδιο χρώμα στολής για να παραπλανήσουν κόσμο. Γυρίζοντας ένας από αυτούς, είδαμε το μισοφέγγαρο πάνω στο κράνος. Σταματήσαμε, δοκιμάσαμε να βάλουμε όπισθεν να φύγουμε και πυροβόλησαν πάνω στη μηχανή του αυτοκινήτου. Μείναμε εκεί, μας κατέβασαν κάτω και μας πήραν σε παρακείμενο χωράφι κοντά στα περβόλια της Πέρτσιενας»
Οι Τούρκοι επέλεγαν και έπαιρναν κάθε λίγο μερικούς από αυτούς που είχαν αιχμαλωτίσει, τους τραβούσαν 50 μ. μακριά, τους εκτελούσαν, γυρνούσαν πίσω και πάλι τα ίδια.
«Ακούγαμε τις ριπές, επέλεγαν από αυτούς που είχαν σταματήσει κάποιους, τους πήγαιναν λίγο πιο μακριά. Πίσω ξανά επιλογή, ριπές. Αυτό έγινε πέντε φορές περίπου, και δεν τους ξαναείδαμε»
Ανάμεσα σε αυτούς που είχαν σταματήσει καθοδόν οι Τούρκοι ήταν και λεωφορεία με γυναικόπαιδα.
«Μας συγκέντρωσαν όλους εκεί, μας είχαν καθισμένους κάτω και μετά από κάποιες ώρες μάς είπαν να χωριστούμε από την μια πλευρά γυναικόπαιδα και από την άλλη άντρες. Πήγα κι εγώ να τρυπώσω με τα γυναικόπαιδα. Εσύ που πας, μου λέει ένας Τουρκοκύπριος στρατιώτης. Μα είμαι 14 ετών, του λέω. Είσαι στρατιώτης, μου λέει. Ήμουν μικροκαμωμένος, αδύνατος, με τις σαγιονάρες, το σορτς. Με άρπαξαν και με πέταξαν από την άλλη. Μετά από κάποιες ώρες ήρθαν λεωφορεία και πήραν τα γυναικόπαιδα. Ήρθαν άλλα λεωφορεία στη συνέχεια και μας έβαλαν μέσα εμάς και μας πήραν στο στρατόπεδο του Καράολου, είναι προς Μπογάζι. Μείναμε ένα βράδυ εκεί και την επομένη μας φόρτωσαν πάλι σε λεωφορεία και μας πήγαν στο γκαράζ του Παυλίδη στη Λευκωσία. Ήταν μια αυλή, γύρω γύρω είχε κτήρια, το ένα ήταν γήπεδο. Εγώ ήμουν σε ένα μικρό δωμάτιο με άλλα 25 άτομα. Δεν κυκλοφορούσαμε, μας έβγαζαν έξω μόνο για λίγο το πρωί ή το μεσημέρι για να μας δώσουν ένα κομμάτι ψωμί και τρεις ελιές. Υπήρχε και μια βρύση για να πλυθούμε πρόχειρα»
Από το γκαράζ του Παυλίδη μετά από κάποιες μέρες οι Τούρκοι τους ξανά φόρτωσαν σε φορτηγά και λεωφορεία.
«Στις μετακινήσεις μας είχαν πάντα τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα, δεμένα τα μάτια, τα σημάδια έκαναν χρόνια να φύγουν από τους καρπούς μου. Στις μετακινήσεις επίσης γίνονταν στάσεις. Έμπαινε μέσα κόσμος, μας βαρούσαν από πάνω, συνεχιζόταν η διαδρομή και επαναλαμβανόταν αυτό»
Κάποια στιγμή το φορτηγό τους έφτασε στο Πέντε Μίλι και μπόρεσαν να δουν κάτι από πανί που τους είχαν κλείσει τα μάτια τα αποβατικά.
«Εκείνη την ημέρα έμπαιναν μέσα αυτοκίνητα στα αποβατικά. Δυο, τρία όμως δεν μπήκαν γιατί είχαν γεμίσει και δεν χωρούσαν άλλα. Ένα από τα φορτηγά που δεν χωρούσαν ήταν και το δικό μας. Έτσι γλύτωσα να με στείλουν στα Άδανα. Και ήταν πριν να μας βρει ο Ερυθρός Σταυρός, ήμασταν αγνοούμενοι μέχρι τότε. Μας έφεραν πίσω Λευκωσία στο Σεράι στις φυλακές»
Ο Μάριος Δημητρίου με τους υπόλοιπους που ήταν μαζί αφέθηκε ελεύθερος στις 24 του Σεπτέμβρη. Προηγουμένως τους είχαν μεταφέρει στις αποθήκες της ΚΕΟ ως ενδιάμεσο σταθμό και έπειτα στο Λήδρα Πάλας όπου και απελευθερώθηκαν.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Χρυστάλλα Κυριάκου: Η ηρωίδα μάνα τριών αγνοουμένων παιδιών | AlphaNews



