Είναι δυνατή η διαλεύκανση της υπόθεσης «Σάντυ» χωρίς ηλεκτρονικές συσκευές των πρωταγωνιστών της; Μπορεί κάποιος να εξαφανίσει τα ψηφιακά του ίχνη; Γιατί η αστυνομία επέλεξε να χρησιμοποιήσει στις έρευνες της λέξεις-κλειδιά;
Τις απαντήσεις έδωσε μιλώντας στην εκπομπή Alpha Ενημέρωση, ο ψηφιακός δικανικός εμπειρογνώμονας, Αλέξης Μαύρος, ξεκαθαρίζοντας κάπως το τοπίο της ψηφιακής δικανικής επιστήμης, που για τους περισσότερους από εμάς, είναι παντελώς άγνωστο.
Σύμφωνα με τον κ. Μαύρο, το πιο κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο σε αυτή την υπόθεση είναι η πηγή των μηνυμάτων, δηλαδή τα τηλέφωνα αποστολέα και παραλήπτη. Συνεπώς, κρίσιμο αποδεικτικό μέσο είναι το τηλέφωνο του πρώην δικαστή, το οποίο απ’ ότι φαίνεται από όσα έχουν γίνει μέχρι σήμερα γνωστά, βρίσκεται από την αρχή στα χέρια της αστυνομίας.
Από αυτό το τηλέφωνο είπε ο κ. Μαύρος, μπορεί να φανεί αν χρησιμοποιείτο τις συγκεκριμένες μέρες, αν το χρησιμοποιούσε τη συγκεκριμένη περίοδο, μπορούν να δουν τις κινήσεις του, μπορούν να δουν όλο το ιστορικό, αρά η αστυνομία είναι σε θέση να αντιληφθεί αν έχει στα χέρια της το σωστό κινητό.
Η αστυνομία, όπως εξήγησε, θα εξετάσει αν το τηλέφωνο χρησιμοποιείτο εκείνη την περίοδο και από τη στιγμή που υπάρχει συγκεκριμένος αριθμός κλήσης, θα δουν αν υπάρχει δίδυμη κάρτα, κι αν υπάρχει αν χρησιμοποιήθηκε αυτή η κάρτα σε κάποιο άλλο τηλέφωνο. Στα smartphone εξάλλου, «βρίσκουμε τα backups αν και εφόσον υπάρχουν, άρα υπάρχουν πάρα πολλοί τρόποι να πιστοποιήσουμε ότι εκείνο είναι το σωστό τηλέφωνο» της εξεταζόμενης περιόδου. «Αλλά ακόμη κι αν δεν είναι εκείνο, πάλι υπάρχει τρόπος να εντοπιστούν πληροφορίες από τηλέφωνα που δεν υπάρχουν, μέσω των backups», πρόσθεσε.
«Αν παραδώσω ένα τηλέφωνο το οποίο από τις προκαταρκτικές εξετάσεις διαπιστωθεί ότι δεν είναι εκείνο που χρησιμοποιείτο εκείνη την περίοδο, δικαιούνται αν είμαι ύποπτος να βγάλουν ένταλμα έρευνας για να εντοπίσει το πραγματικό τηλέφωνο», εξήγησε ο κ. Μαύρος.
Στην περίπτωση εξάλλου που «δεν υπάρχουν καν συσκευές – που σε αυτή την περίπτωση φαίνεται ότι υπάρχουν – ή ακόμη και να μην υπάρχουν backups», επειδή από τα μηνύματα φαίνονται συνομιλίες με αρκετά πρόσωπα, μπορεί η αστυνομία να πάει και να εξετάσει την άλλη πλευρά, δηλαδή εκείνων των τρίτων προσώπων (αποστολέων ή παραληπτών) για να δει αν υπάρχουν σε εκείνων τις συσκευές τα μηνύματα. Το να μην εντοπιστεί σε καμία συσκευή, κανένα μήνυμα θα είναι μια απόδειξη ότι αυτά τα μηνύματα είναι χαλκευμένα και δεν υπάρχουν, τόνισε.
Αναφερόμενος στην πρακτική της αστυνομίας να χρησιμοποιήσει λέξεις-κλειδιά κατά την έρευνα στις ηλεκτρονικές συσκευές του Νίκου Κληρίδη, ο κ. Μαύρος εξήγησε πως τα τελευταία χρόνια μετά από διάφορα certiorari που κερδήθηκαν στο δικαστήριο, η αστυνομία αναγκάστηκε όταν αποτείνεται στους δικαστές για έκδοση ενταλμάτων που αφορά έρευνα σε κινητά κτλ. να βάζει κάποιους περιορισμούς. Αλλά και να μην βάλει περιορισμούς η αστυνομία, ο ίδιος ο δικαστής έρχεται και ζητά να μπουν περιορισμοί. «Ένας περιορισμός είναι να γίνει έρευνα με λέξεις-κλειδιά που τις πλείστες φορές αναγράφονται και πάνω στο ένταλμα. Πρόκειται για περιοριστικούς όρους, ώστε να μην βγαίνει εκτός θέματος ή εκτός των αδικημάτων που διερευνά η αστυνομία και να καταλήξουμε στο σημείο να κάνει fishing για κάτι άλλο».
Ερωτηθείς πόσο εφικτό είναι κάποιος να εξαφανίσει εντελώς τα ψηφιακά του ίχνη, ο κ. Μαύρος είπε ότι αυτό μπορεί να γίνει σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό, αλλά όπως όλες οι ενέργειες, έτσι και αυτή, πάλι θα αφήσει πίσω της κάποια ίχνη. «Θα εντοπιστεί δηλαδή ότι σε κάποια συγκεκριμένη ώρα έγινε από επαγγελματία διαγραφή δεδομένων ή έχουν γίνει εργοστασιακές ρυθμίσει. Οπότε εκεί θα αρχίσουν άλλες εξετάσεις, να δούμε ποιος είχε πρόσβαση στα συγκεκριμένα devices εκείνη την ώρα. Δεν υπάρχει το τέλειο, πάντα υπάρχουν κάποια ίχνη, είπε.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Τι θα ερευνήσουν οι πράκτορες του FBI για την υπόθεση «Σάντυ» | AlphaNews



