Το παλιό τουρκοκυπριακό σχολείο στο χωριό Κάτω Αρόδες της επαρχίας Πάφου, συντηρήθηκε, φροντίστηκε και γέμισε ξανά ζωή.
Το 1975, μερικούς μήνες μετά την εισβολή, οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι του χωριού έφυγαν από τον τόπο όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, και εγκαταστάθηκαν στο κατεχόμενο Καπούτι της Μόρφου, στο πλαίσιο της μετακίνησης πληθυσμού. Από τότε το σχολείο παρέμεινε βουβό και κλειστό.
Μισό αιώνα μετά η εικόνα αλλάζει. Το σχολείο μετατρέπεται σε μια φιλόξενη καφετέρια την οποία διευθύνει ο Τουρκοκύπριος Mehmet Kamil.
«Πού ήμουν στο χωριό, άρεσκαν μου όλα στο χωρκό. Αλλά στο σχολείο δεν μου άρεσκε. Δεν ήθελα να έρκουμε στο σχολείο. Τώρα, σηκώνομαι το πρωί και θέλω να έρθω στο σχολείο. Αυτή είναι η διαφορά σήμερα, για λόου μου. I look forward to coming here every morning.»
Η μικρή επιχείρηση πήρε το όνομα «Old School Café». Σε αυτό το σχολείο πριν από την εισβολή φοιτούσαν 90 μαθητές, και δίδασκαν τρεις δάσκαλοι. Οι αίθουσες του σχολείου ήταν τρεις, θυμάται o Mehmet Kamil ενώ σήμερα διατηρούνται δυο. Οι γλώσσες που μάθαιναν στο σχολείο ήταν τα Τουρκικά και τα Αγγλικά. Η οικογένεια του σημειώνει μιλούσε κυπριακά, η γιαγιά του μάλιστα δεν γνώριζε καθόλου τουρκικά.
«Είμαι γεννημένος το 1960, τότε ήταν το σχολείο μας το δημοτικό. Τέλειωσα το δημοτικό 1972. Το 1972 ο τζιύρης μου έπιασε δουλειά στη Λεμεσό, είχε φορτικό και έπιασε δουλειά στη Λεμεσό που κουβαλούσαν χώματα από Ζακάκι στο λιμάνι. Και φύγαμε και πήγαμε στη Λεμεσό και μέναμε Ασώματο ως τις φασαρίες, το πραξικόπημα και ύστερα η εισβολή.»
Μετά την εισβολή μετανάστευσαν αρχικά στην Αγγλία και ύστερα στον Καναδά, εκεί όπου δημιούργησε τη δική του οικογένεια. Αν και σπούδασε λογιστικά δούλεψε για πολλά χρόνια στον τομέα των πωλήσεων σε μεγάλη αυτοκινητοβιομηχανία. Έζησε στα ξένα για 42 χρόνια αλλά το μυαλό και η καρδιά του ήταν πάντα στο χωριό του.
«Εντάξει, ένα μόνο εκείνα που θυμάμαι είναι τις μυρωδκιές, αυτά που θυμόμαστε τόσα χρόνια στο εξωτερικό μύριζες κάτι και δεν μύριζες όπως μύριζαν όπως μύριζαν στις Αρόδες. Τρώες κάτι, δεν ήταν όπως ήταν στο χωρκό. Επήγαινες θάλασσα δεν ήταν όπως της Λάρας ας πούμε στο χωρκό. Δαχαμέ που αναγιωθήκαμε, δαχαμε που έμαθα να κολυμπώ, δαχαμέ που έμαθα να κυνηγώ, ήταν δαχαμέ που βουρούσαμε μέσα στα στενα του χωρκού. Πάρα πολλά πράγματα που αθυμόμαστε που αναγιωθήκαμε. Το χωρκό είχε τα όλα, δεν είχαμε λεφτά αλλά είχαμε τα όλα. Είχαμε το κρέας μας, είχαμε και τις όρνιθες μας, το χαλούμι μας, το τυρί μας, ότι θέλαμε και τα φρούτα μέσα στα περβόλια, είχαμε τα όλα. Ήταν όλα τέλεια. Αν πάει σε εξωτερικό και τρώεις τη ντομάτα , δεν είναι η ντομάτα που τρώεις στο χωρκό, δεν είναι το φρούτο που τρώει στο χωριό.»
Τα τελευταία τρία χρόνια επέστρεψε μόνιμα στα πάτρια εδάφη και ζει στις γειτονικές Πάνω Αρόδες.
«Αλλά ακόμα σήμερα περνώ πολύ καλά με τους χωριανούς, με τους πάνω-Αροδίτες, δεν έφυγαν ήταν Ελληνοκύπριοι, τζιά αθυμούμε ορισμένους που επάιζαμε μαζί μάπα. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με τους χωριανούς με κανένα, και οι άνθρωποι που ξέρουν τον παπά μου και την οικογένειά μου, έρχονται και υποστηρίζουμε στον καφέ και λένε μόνο λόγια καλά για την οικογένειά μου, για εμένα, και για τους χωρκανούς. Οι χωρκανοί εδώ κάτω περνούσαν πολύ καλά, πάρα πολύ καλά. Η Ελλήνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι περνούσαν πάρα πολύ καλά.»
Πολλά πράγματα άλλαξαν στο πέρασμα του χρόνου, αλλά κυρίως, η γλώσσα που μιλούσαν μεταξύ τους οι Κύπριοι.
«Τα τούρτζικα τα Κυπριακά και τα Ελληνικά τα Κυπριακά, όχι όπως κάναμε τωρά και αλλάξαμε τη γλώσσα μας τζιαι οι Τουρκοκύπριοι τζιαι οι Ελληνοκύπριοι. Το μερσί που λέγαμε εμείς για ευχαριστώ τώρα έγινε εκιουρεντερίμ. Ήρθα μετά από 50 χρόνια από τον Καναδά και μου λέει εσεκιουρεντεριμ και δεν ήξερα τι είναι, πήγα να φάω κάτι και μου λέει κάποιος τρως κοτόπουλο, τι είναι το κοτόπουλο; εν όρνιθα που το ξέραμε εμείς, ήταν βλατζιή όχι συκωτάκι. Τζιαι η γλώσσα η ελληνική είναι καλή γλώσσα και η γλώσσα η τουρκική είναι καλή γλώσσα αλλά είχαμε και εμείς την γλώσσα μας, είχαμε την κυπριακή γλώσσα αλλάξαμε τα, πάλε περνούμε καλά.»
Οι κάτοικοι στις Κάτω Αρόδες είναι ελάχιστοι, κυρίως πρόσφυγες από την κατεχόμενη Αμμόχωστο. Ο Mehmet Kamil μοιράζεται μαζί μας το όραμα του για το χωριό του.
«Το μόνο πράγμα που θέλω να δω είναι να έρθουν κόσμο στον χωρκό. Να έρθουν παιδιά που παίζουν μέσα στο σχολείο, μέσα στην αυλή. Είναι εκείνο το θέμα για εμένα. Δεν Είναι τα λεφτά ή κάτι άλλο. Θέλω να δω και να φέρω κόσμο στον χωρκό.»
Η εξυπηρέτηση των πελατών του βασίζεται στις αρχές της κυπριακής φιλοξενίας. Υποδέχεται τους φιλοξενούμενους του με ένα αυθεντικό χαμόγελο και με μια πηγαία ευγένεια.
«Αυτοί που ξέρουν την οικογένειά μου, τον παπά μου. Έρχονται όλοι, υποστηρίζουν μας. Προσπαθούμε να κάνουμε κάτι καλό, κάτι καθαρό. Έρχονται οι χωρκανοί, όπως είδες έρχονται και τα μωρά, από τα σχολεία της περιοχής. Αλλά το χωρκό έχει κίνηση. Ο δρόμος του χωρκού έχει κίνηση. Έχει πολλούς τουρίστες. 55-60% που σταματούν εδώ είναι ξένοι και τουρίστες.»
Οι κυπριακές γεύσεις αποτελούν τη βάση του λιτού μενού που προσφέρει στους πελάτες του.
«Να σου πω, φαγιά δεν έχουμε. Έχουμε όλους τους καφές, τον κυπριακό. Έχουμε τα αμερικάνικα, τα λάττε. Και κάνουμε παραδοσιακά κυπριακά snacks, πουρεκούθκια, πουρεκούθκια με κεϊμά. Πουρεκούθκια με χαλούμι. Κάνουμε χαλούμι σάντουιτς. Αυτά τα πράγματα, απλά πράγματα. Αλλά όλα τα κάνουμε εμείς. Ο κόσμος αρέσει του.»
Μια μαυρόασπρη φωτογραφία στον τοίχο της καφετέριας, μας μεταφέρει στο μακρινό 1975, την ημέρα που οι Τουρκοκύπριοι έφευγαν από το χωριό με το λεωφορείο για να μεταφερθούν στο Καπούτι. Μια εικόνα που καταγράφει την ιστορία και περιγράφει τις φιλικές σχέσεις που είχαν μεταξύ τους οι ελληνοκύπριοι και οι τουρκοκύπριοι κάτοικοι της περιοχής.
«Η φωτογραφία που είδατε μέσα ήταν η μέρα που φεύγαν οι Τουρκοκύπριοι από το χωριό. Και ήρθαν με τα λεωφορεία να μας πάρουν Καπούτι. Ήταν αυτή η μέρα. Ήταν Μάρτης 1975. Δεν ήμουν εγώ στο χωριό, εμείς κόψαμε Λεμεσό και μετά έφυγα για Αγγλία. Τη φωτογραφία τζιαχαμέ είναι δύο Τουρκοκύπριοι και τρεις Ελληνοκύπριοι. Και ο Κασάπης, ο Τουρκοκύπριος Κασάπης πούλησε το αυτοκίνητο του σε ένα που την Ίνια και βλέπεις που κάναν ττόκαν. Νομίζω η ιστορία είναι που του είπε αν έρθω πίσω, θέλω το πίσω, αν δεν έρθω χαλάλι σου. Κάτι τέτοιο είναι η ιστορία.»
Το παλιό σχολείο των Αρόδων αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα συνύπαρξης ανθρώπων με διαφορετική καταγωγή και θρησκεία, ανθρώπων που τους συνδέουν οι μυρωδιές και οι ομορφιές του χωριού και του τόπου τους.
Δείτε το ρεπορτάζ της Όλγας Κωνσταντίνου:



