Της Ραφαέλλας Χαραλάμπους
- Φοιτήτρια Νομικής University Of Sunderland
Πενήντα δύο χρόνια μετά την τουρκική εισβολή του 1974, η Κύπρος εξακολουθεί να θυμάται. Θυμάται τους νεκρούς, τους αγνοουμένους, τους πρόσφυγες και τους αιχμαλώτους. Θυμάται τις οικογένειες που διαλύθηκαν και τις ζωές που άλλαξαν οριστικά. Η συλλογική μνήμη διατήρησε ζωντανές πολλές από τις τραγωδίες εκείνου του καλοκαιριού. Υπάρχουν, όμως, πτυχές της ιστορίας που άρχισαν να αναδεικνύονται δημόσια μόλις τα τελευταία χρόνια. Όχι επειδή δεν συνέβησαν, αλλά επειδή για δεκαετίες παρέμειναν στο περιθώριο του δημόσιου διαλόγου ή δεν είχαν ακόμη αναδειχθεί μέσα από δημόσιες μαρτυρίες και επίσημες θεσμικές αναγνωρίσεις. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο γεννάται ένα ερώτημα που αξίζει να εξεταστεί με νηφαλιότητα, νομική ακρίβεια και σεβασμό προς κάθε θύμα:
Έχει η συλλογική μας μνήμη αναγνωρίσει ισότιμα κάθε τεκμηριωμένη μορφή θυματοποίησης που προκάλεσε η εισβολή;
Η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στο διεθνές δίκαιο
Η σεξουαλική βία σε καιρό πολέμου δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη μορφή βίας. Συνιστά σοβαρή παραβίαση του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μπορεί να στοιχειοθετήσει έγκλημα πολέμου ή έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Οι Συμβάσεις της Γενεύης, το Καταστατικό της Ρώμης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου και η σύγχρονη διεθνής νομολογία αντιμετωπίζουν τη σεξουαλική βία ως προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, χωρίς διάκριση ως προς το φύλο του θύματος. Η προστασία που παρέχει το διεθνές δίκαιο δεν διαφοροποιείται ανάλογα με το αν το θύμα είναι γυναίκα, άνδρας ή παιδί· θεμελιώνεται στον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και στην υποχρέωση προστασίας κάθε προσώπου που βρίσκεται εκτός μάχης ή υπό τον έλεγχο εμπόλεμου μέρους.
Η Κύπρος και οι θεσμοί Η συζήτηση γύρω από τις λιγότερο προβεβλημένες μορφές θυματοποίησης κατά την τουρκική εισβολή δεν στηρίζεται πλέον αποκλειστικά σε προσωπικές μαρτυρίες. Τα τελευταία χρόνια, οι σχετικές αναφορές έχουν αποκτήσει και θεσμική υπόσταση.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η παρέμβαση της Μόνιμης Αντιπροσώπου της Κυπριακής Δημοκρατίας στον ΟΗΕ, Μαρίας Μιχαήλ, κατά την ανοικτή συζήτηση του Συμβουλίου Ασφαλείας για τις «Γυναίκες, Ειρήνη και Ασφάλεια». Στην τοποθέτησή της αναφέρθηκε στη σεξουαλική βία που διαπράχθηκε κατά την τουρκική εισβολή του 1974, επισημαίνοντας ότι τα θύματα περιλάμβαναν γυναίκες και κορίτσια, αλλά και άνδρες και αγόρια.
Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Στο ψήφισμα της 8ης Ιουλίου 2026 για τις επιπτώσεις της τουρκικής εισβολής στις γυναίκες και τα κορίτσια, δεν περιορίστηκε στην καταδίκη της σεξουαλικής βίας ως σοβαρής παραβίασης του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Αναγνώρισε επίσης ότι μεταξύ των θυμάτων περιλαμβάνονταν αγόρια και άνδρες, υπογραμμίζοντας παράλληλα την ανάγκη διατήρησης της ιστορικής μνήμης, αναγνώρισης των επιζώντων και λογοδοσίας για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν.
Η σιωπή των επιζώντων
Οι θεσμικές αναγνωρίσεις των τελευταίων ετών αποκτούν ιδιαίτερη σημασία όταν εξετάζονται παράλληλα με τις δημόσιες μαρτυρίες επιζώντων, οι οποίες άρχισαν να καταγράφονται συστηματικότερα μόλις πρόσφατα. Η απόφαση ανθρώπων να μιλήσουν έπειτα από περισσότερες από πέντε δεκαετίες δεν αποτελεί μόνο προσωπική πράξη θάρρους· αναδεικνύει και το βάρος της σιωπής που συνόδευσε αυτά τα εγκλήματα για πολλά χρόνια.
Η πρόσφατη δημοσιογραφική έρευνα της εκπομπής «24 Ώρες» έδωσε δημόσιο βήμα σε επιζώντες να καταθέσουν τις εμπειρίες τους, αναδεικνύοντας μια πτυχή της ιστορίας που για δεκαετίες παρέμενε ελάχιστα γνωστή στον δημόσιο διάλογο. Η μαρτυρία του «Χρήστου», ο οποίος επέλεξε να μιλήσει δημόσια διατηρώντας την ανωνυμία του, περιγράφει όχι μόνο τη σωματική και σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη ως παιδί κατά τη διάρκεια της εισβολής, αλλά και τις συνέπειες που, όπως ο ίδιος δηλώνει, εξακολουθούν να τον συνοδεύουν «εδώ και πενήντα χρόνια». Παράλληλα, ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Αιχμαλώτων, Βάσος Χρήστου, επισημαίνει ότι πρόκειται για πτυχές της εισβολής που επί δεκαετίες παρέμεναν ταμπού στον δημόσιο διάλογο.
Η εικόνα αυτή ενισχύεται και από την επιστημονική προσέγγιση. Ο Καθηγητής Κλινικής Ψυχολογίας Δρ Στέλιος Γεωργιάδης εξηγεί ότι τα συμπτώματα που περιγράφονται είναι συμβατά με τη Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες (PTSD), μία σοβαρή ψυχική διαταραχή που μπορεί να συνοδεύει τα θύματα τραυματικών εμπειριών για ολόκληρη τη ζωή τους. Υπό το πρίσμα αυτό, η καθυστερημένη εμφάνιση τέτοιων μαρτυριών δεν θα πρέπει να προκαλεί έκπληξη· αντιθέτως, συνάδει με όσα γνωρίζει σήμερα η επιστήμη για τις μακροχρόνιες συνέπειες του ψυχικού τραύματος.
Όταν η μνήμη γίνεται δικαιοσύνη
Η ιστορική μνήμη δεν παραμένει αμετάβλητη. Εμπλουτίζεται όσο νέα στοιχεία, δημόσιες μαρτυρίες και θεσμικές αναγνωρίσεις προστίθενται στην ιστορική καταγραφή. Η διαδικασία αυτή δεν αναθεωρεί τα γεγονότα· συμβάλλει στην πληρέστερη κατανόησή τους. Η αναγνώριση των γυναικών και των κοριτσιών που υπέστησαν σεξουαλική βία κατά την τουρκική εισβολή αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ιστορικής αλήθειας. Το ίδιο ισχύει και για κάθε άλλο τεκμηριωμένο θύμα. Η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, όπως κατοχυρώνεται από το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, δεν διαφοροποιείται ανάλογα με το φύλο, την ηλικία, την εθνικότητα ή οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό του ανθρώπου. Για τον λόγο αυτό, ούτε η ιστορική μνήμη μπορεί να λειτουργεί επιλεκτικά. Η ανάδειξη αυτών των μαρτυριών δεν επιδιώκει να αναδιατάξει την ιεράρχηση του ανθρώπινου πόνου ούτε να αντιπαραθέσει γυναίκες και άνδρες. Επιδιώκει να υπενθυμίσει ότι η ιστορική δικαιοσύνη προϋποθέτει την αναγνώριση κάθε τεκμηριωμένου θύματος.



