Στόχος της Κυβέρνησης είναι η μετατροπή του μεταναστευτικού από πρόβλημα σε λύση, με τρόπο που να συμβάλλει στην ενίσχυση της οικονομίας και να διαφυλάσσει την κοινωνική συνοχή, καθώς και τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, ανέφερε τη Δευτέρα ο Υφυπουργός Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Νικόλας Ιωαννίδης, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου όπου παρουσίασε τον απολογισμό του έργου του Υφυπουργείου για το έτος 2025.
Σημείωσε επίσης ότι σε σύγκριση με το 2022, οι παράτυπες αφίξεις το 2025 μειώθηκαν κατά 86% και οι νέες αιτήσεις ασύλου σημείωσαν μείωση της τάξης του 87%, ενώ σημαντική μείωση παρατηρείται και στις εκκρεμούσες υποθέσεις ασύλου, οι οποίες, σε σχέση με το 2024, μειώθηκαν κατά 34%.
Στάθηκε ακόμη στο γεγονός ότι η Κύπρος κατατάσσεται μεταξύ των πρώτων κρατών μελών της ΕΕ ως προς τον αριθμό των επιστροφών υπηκόων τρίτων χωρών, καθώς το 2025, ο συνολικός αριθμός αναχωρήσεων ανήλθε στις 12.029, ο υψηλότερος που έχει επιτευχθεί ποτέ, ενώ από την έναρξη της διακυβέρνησης μέχρι και τις 28 Φεβρουαρίου 2026, συνολικά 31.312 υπήκοοι τρίτων χωρών έχουν αναχωρήσει από την Κυπριακή Δημοκρατία.
Ξεκινώντας από τον τομέα του ασύλου, ο Υφυπουργός τόνισε ότι το 2025 υπήρξε καθοριστικό για την προώθηση της πρώτης στρατηγικής επιδίωξης του Υφυπουργείου, η οποία συναρτάται και με την εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο.
Ειδικότερα, ανέφερε ότι στον νομοθετικό τομέα προωθήθηκε τροπολογία του περί Προσφύγων Νόμου, η οποία ψηφίστηκε σε νόμο και παρέχει πλέον στη Δημοκρατία τη δυνατότητα αφαίρεσης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας όταν ο κάτοχός του συνιστά κίνδυνο για τη δημόσια τάξη ή και την εθνική ασφάλεια, ενώ αναφέρθηκε επίσης στην ανασύνταξη του περί Προσφύγων Νόμου, λέγοντας ότι το νομοσχέδιο έχει ήδη κατατεθεί στη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Στο πλαίσιο αυτό της προετοιμασίας για την εφαρμογή του Συμφώνου, το Υφυπουργείο προχώρησε, μεταξύ άλλων, όπως είπε, σε ευρείας κλίμακας αναθεώρηση των υφιστάμενων τυποποιημένων διαδικασιών λειτουργίας της Υπηρεσίας Ασύλου, στον ορισμό του Κέντρου Πρώτης Υποδοχής Πουρνάρα σε Κέντρο Ελέγχου, Διαλογής, Υποδοχής και Ταυτοποίησης (ΚΕΔΥΤ), καθώς και σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες, ώστε να εφαρμόζονται οι διαδικασίες ελέγχου, διαλογής και ταυτοποίησης που προβλέπονται στο Σύμφωνο.
Προσέθεσε ότι παράλληλα, μεταξύ άλλων, καταρτίστηκε εθνική στρατηγική για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, Εθνικό Σχέδιο Έκτακτης Ανάγκης, ξεκίνησε η ψηφιοποίηση των φακέλων της Υπηρεσίας Ασύλου και προωθείται τόσο η αναβάθμιση του πληροφοριακού της συστήματος όσο και η διαλειτουργικότητα των επιμέρους συστημάτων.
Επιπλέον, ο Υφυπουργός επεσήμανε ότι κατά το 2025 δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα και στην αναβάθμιση των υποδομών, όπως η αναβάθμιση του ΚΕΔΥΤ Πουρνάρα, η οποία χρηματοδοτήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, βρίσκεται σχεδόν στο τελικό της στάδιο, ενώ προχωρεί η ανέγερση του Κέντρου Φιλοξενίας στις Λίμνες, χωρητικότητας 1.000 ατόμων, με χρηματοδότηση από την ΕΕ.
Το Κέντρο αυτό, όπως σημείωσε, θα ενισχύσει ουσιαστικά τη δυνατότητα αξιοπρεπούς φιλοξενίας αιτούντων άσυλο και θα συμβάλει στην αποσυμφόρηση των αστικών περιοχών, ενώ παράλληλα, το Προαναχωρησιακό Κέντρο, χωρητικότητας 800 ατόμων, αναμένεται να βελτιώσει τον ρυθμό και την αποτελεσματικότητα των επιστροφών, έχοντας ήδη τεθεί σε λειτουργία η πρώτη ζώνη του.
Όπως τόνισε ο Υφυπουργός, οι πολιτικές της Κυβέρνησης αποδίδουν και αυτό αντανακλάται και στους αριθμούς.
Ειδικότερα, ανέφερε ότι σε σύγκριση με το 2022, οι παράτυπες αφίξεις το 2025 μειώθηκαν κατά 86% και οι νέες αιτήσεις ασύλου σημείωσαν μείωση της τάξης του 87%, ενώ σημαντική μείωση παρατηρείται και στις εκκρεμούσες υποθέσεις ασύλου, οι οποίες, σε σχέση με το 2024, μειώθηκαν κατά 34%.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, η Κύπρος κατατάσσεται μεταξύ των πρώτων κρατών μελών της ΕΕ ως προς τον αριθμό των επιστροφών υπηκόων τρίτων χωρών, καθώς το 2025, ο συνολικός αριθμός αναχωρήσεων ανήλθε στις 12.029, ο υψηλότερος που έχει επιτευχθεί ποτέ, ενώ από την έναρξη της διακυβέρνησης μέχρι και τις 28 Φεβρουαρίου 2026, συνολικά 31.312 υπήκοοι τρίτων χωρών έχουν αναχωρήσει από την Κυπριακή Δημοκρατία.
Παράλληλα, ο Υφυπουργός σημείωσε ότι το 70% των επαναπατρισμών του 2025 αφορούσε πρόσωπα που αξιοποίησαν προγράμματα υποβοηθούμενης εθελούσιας επιστροφής, τα οποία συγχρηματοδοτούνται κατά 90% από ευρωπαϊκά ταμεία.
Συμπλήρωσε ότι η δυναμική αυτή συνεχίστηκε και κατά τους πρώτους μήνες του 2026, αφού μόνο κατά το διάστημα από την 1η Ιανουαρίου έως και την 28η Φεβρουαρίου 2026 καταγράφηκαν 1.341 αναχωρήσεις.
Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε ο Υφυπουργός και στη μεταβολή της σχέσης αφίξεων και αναχωρήσεων, σημειώνοντας ότι, το 2025 αναχωρούν πέντε φορές περισσότεροι απ’ όσοι έρχονται, ενώ ανέδειξε και το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημείωσε στην πρώτη ετήσια έκθεσή της για το Άσυλο και τη Μετανάστευση ότι μεταξύ Ιουλίου 2024 και Ιουνίου 2025, η Κύπρος εξέδωσε τις περισσότερες αποφάσεις επιστροφής στην Ευρώπη, σε αναλογία πληθυσμού και ΑΕΠ.
Σε ειδική αναφορά στους Σύρους υπηκόους, ο Υφυπουργός σημείωσε ότι αυτοί αποτελούν τη μεγαλύτερη πληθυσμιακά ομάδα αιτούντων διεθνή προστασία. Όπως ανέφερε, κατά το 2025 καταγράφηκε σημαντικός αριθμός αποσύρσεων εκκρεμουσών αιτήσεων και ανακλήσεων καθεστώτος, ενώ 4.081 υπήκοοι Συρίας επέστρεψαν στην πατρίδα τους μέχρι τη λήξη του έτους.
Παράλληλα, το Υφυπουργείο προχώρησε στην υλοποίηση του πιλοτικού προγράμματος «Σχέδιο υποβοήθησης εθελούσιου επαναπατρισμού οικογενειών από τη Συρία», το οποίο εφαρμόστηκε το καλοκαίρι του 2025 και αφορούσε οικογένειες Σύρων που είχαν αιτηθεί άσυλο ή είχαν καταστεί δικαιούχοι διεθνούς προστασίας πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2024, ενώ στο ίδιο πλαίσιο, ο Υφυπουργός ανέφερε ότι σύντομα θα ανακοινωθεί νέο πρόγραμμα για την περαιτέρω ενίσχυση των επιστροφών στη Συρία, προσθέτοντας ότι μετά την επανέναρξη της εξέτασης των εκκρεμουσών αιτήσεων ασύλου από Σύρους πολίτες, απορρίφθηκαν εντός του 2025 οι 600 από τις 800 αιτήσεις που είχαν υποβληθεί κατά το ίδιο έτος.
Σε ό,τι αφορά στη νόμιμη μετανάστευση, ο κ. Ιωαννίδης είπε ότι κατά τη λήξη του 2025 βρίσκονταν σε ισχύ 184.745 άδειες μετανάστευσης, με τη μεγαλύτερη κατηγορία να αφορά στην οικιακή απασχόληση, ενώ ακολουθούν άλλες σημαντικές κατηγορίες που συνδέονται με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Σημείωσε επίσης ότι η κατηγορία της διεθνούς προστασίας αφορά στον μικρότερο αριθμό αδειών μετανάστευσης και είναι η μόνη που παρουσιάζει πτωτική τάση σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.
Ο Υφυπουργός αναφέρθηκε επίσης στην έναρξη εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Μπλε Κάρτας, η οποία συνδέει τη μεταναστευτική πολιτική με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας σε εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, προσθέτοντας ότι το 2025 τέθηκε σε εφαρμογή το πιλοτικό σχέδιο «Επισκέπτης – Παρακολούθηση Προγράμματος», το οποίο επιτρέπει σε υπηκόους τρίτων χωρών να διαμένουν στη Δημοκρατία για σκοπούς παρακολούθησης εγκεκριμένων προγραμμάτων σε σχολές ναυτικής και αεροπορικής εκπαίδευσης, ενώ το 2025 δόθηκε ξανά η δυνατότητα υποβολής αιτήσεων στο σχέδιο «Ψηφιακοί Νομάδες».
Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε ο Υφυπουργός και στον καταρτισμό της πρώτης ολοκληρωμένης Εθνικής Στρατηγικής για την Ένταξη των νομίμως διαμενόντων μεταναστών, για την υλοποίηση της οποίας, όπως είπε, εξασφαλίστηκε χρηματοδότηση από την Ελβετία, ενώ αναμένεται και επιπρόσθετη χρηματοδότηση από ευρωπαϊκά ταμεία.
«Στόχος της Κυβέρνησης είναι η μετατροπή του μεταναστευτικού από πρόβλημα σε λύση, με τρόπο που να συμβάλλει στην ενίσχυση της οικονομίας και να διαφυλάσσει την κοινωνική συνοχή, καθώς και τη δημόσια τάξη και ασφάλεια», σημείωσε καταληκτικά.
Ερωτηθείς για το κόστος της διαδικασίας επεξεργασίας των αιτήσεων ασύλου και των επιστροφών και αν μέρος του καλύπτεται με συγχρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο κ. Ιωαννίδης διευκρίνισε αρχικά ότι στατιστικώς οι περισσότεροι αλλοδαποί που βρίσκονται στην Κύπρο είναι κάτοχοι νόμιμων αδειών, είτε ως εργάτες, είτε ως φοιτητές και μέλη οικογενειών Κυπρίων και Ευρωπαίων.
Προσέθεσε ότι οι αιτούντες άσυλο και οι κάτοχοι προστασίας αποτελούν πολύ μικρότερη πληθυσμιακή ομάδα, ενώ με τη μείωση των ροών και την αύξηση των επιστροφών μειώνεται συνεχώς αυτός ο αριθμός.
«Μπορώ να σας πω για το κόστος, ότι τα τελευταία τρία χρόνια ο αριθμός των υλικών συνθηκών υποδοχής, όπως λέγονται τα επιδόματα, που παίρνουν μόνο όσοι υποβάλλουν αίτηση άσυλου, έχει μειωθεί στο μισό, έχει μειωθεί κατά 50% λόγω ακριβώς της μείωσης. Επίσης, να πούμε ότι δεν δικαιούνται όλοι οι αιτούντες άσυλο επιδόματα, υπάρχει και η δυνατότητα να εργάζονται μετά τους 9 μήνες και σύντομα αυτή η δυνατότητα θα είναι στους 6 μήνες. Συνεπώς η προσπάθειά μας είναι να μειώνουμε συνεχώς το κόστος, ενώ πολλά από τα προγράμματα που υλοποιούμε, στο μεγαλύτερο ποσοστό τους συγχρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλους φορείς», εξήγησε ακολούθως.
«Θα έλεγα συνολικά, άνω του 60% του κόστος του μεταναστευτικού, καλύπτεται είτε από συγχρηματοδότηση ευρωπαϊκή, είτε σε συνεργασία με άλλες χώρες, όπως η Ελβετία, και η προσπάθειά μας είναι η συνεχής μείωση αυτού του ποσού για να μην επιβαρύνουν το κρατικό προϋπολογισμό», συμπλήρωσε.
Ερωτηθείς αν προβληματίζουν το Υφυπουργείο οι εξελίξεις στην περιοχή και αν υπάρχει εκτίμηση για κίνδυνο νέων ροών μεταναστών, ο Υφυπουργός είπε ότι μέχρι στιγμής δεν παρατηρούνται οποιεσδήποτε ροές από την περιοχή.
«Βεβαίως, εμείς παραμένουμε σε εγρήγορση, όλη η Ευρώπη, ήμασταν και στις Βρυξέλλες με τους συναδέλφους το περασμένο διάστημα. Είμαστε σε επικοινωνία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα άλλα κράτη-μέλη, υπάρχουν πλέον διαδικασίες που εισάγονται και με το Νέο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, αλλά γενικότερα έχει αλλάξει η στάση και ο τρόπος που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη-μέλη του μεταναστευτικού», ανέφερε ακολούθως.
«Αντιλαμβάνονται όλοι ότι δεν πρέπει να επιτραπεί μια νέα προσφυγική κρίση όπως είχαμε το 2015. Η νομοθεσία έχει βελτιωθεί, οι υποδομές έχουν βελτιωθεί, η νοοτροπία έχει αλλάξει, οπότε είμαστε σε ετοιμότητα για αντιμετώπιση οποιονδήποτε ενδεχόμενο νέων μεταναστευτικών κυμάτων. Αλλά σας λέω, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη, ούτε έχουν καταφτάσει στην Κύπρο άνθρωποι λόγω της κρίσης», σημείωσε σχετικά.
Σε ερώτηση για τους Σύρους που έχουν ενσωματωθεί στην κυπριακή κοινωνία και αν υπάρχει το ενδεχόμενο να θέλουν και οι ίδιοι να αποχωρήσουν από την Κύπρο μετά από τόσα χρόνια, ο κ. Ιωαννίδης είπε ότι πέρα από τις οικειοθελείς αναχωρήσεις πλέον έχουμε περάσει και σε μια άλλη φάση με την απόρριψη πολλών αιτήσεων ασύλου από Σύρους υπηκόους καθώς πλέον δεν πληρούνται τα κριτήρια που θέτει το Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο.
«Πολλές αιτήσεις είναι πλέον καταχρηστικές, έρχονται ξεκάθαρα για εργασία, χωρίς να διατρέχουν οποιοδήποτε κίνδυνο, τις απορρίπτουμε. Κάποιες από αυτές έχουν ήδη επικυρωθεί και από το Δικαστήριο, που αυτό σημαίνει ότι γίνεται σωστή δουλειά από την Υπηρεσία Ασύλου του Υφυπουργείου μας», ανέφερε στη συνέχεια.
«Θα συνεχίσουμε σε αυτούς τους ρυθμούς γιατί θέλουμε το σύστημα ασύλου να είναι βιώσιμο, για να μπορούμε να παράσχουμε προστασία σε αυτούς που την δικαιούνται. Όταν έρχονται άνθρωποι και πάνω από 80% των αιτήσεων είναι καταχρηστικές, αντιλαμβάνεστε ότι επιβαρύνεται δυσανάλογα το σύστημα και δεν μπορούμε να βοηθήσουμε αυτούς που το αξίζουν. Θα συνεχίσουμε με την εντατική εξέταση αιτήσεων ασύλου, τις απορρίψεις εκεί που επιτρέπει ο νόμος», προσέθεσε επί του θέματος.
Στάθηκε επίσης και σε ένα νέο στοιχείο που αφορά την αφαίρεση καθεστώτος προστασίας από ανθρώπους που πλέον δεν δικαιούνται να έχουν διεθνή προστασία γιατί έχουν αλλάξει συνθήκες στις χώρες καταγωγής τους.
«Αυτό δεν αφορά μόνο τους Σύρους, αφορά και άλλες εθνικότητες. Είναι δύο υποκατηγορίες, αυτοί που διαπράττουν ποινικά αδικήματα που είναι το εργαλείο που έχουμε πλέον με την νέα νομοθεσία όταν θεωρούνται κίνδυνος για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, και οι υπόλοιποι οι οποίοι μπορεί να μην θεωρούνται κίνδυνος για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια αλλά δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου για να έχουν άσυλο», εξήγησε περαιτέρω.
Σε σχέση με αυτούς που βρίσκονται πολλά χρόνια στην Κύπρο, ο Υφυπουργός είπε ότι όσοι έχουν τη βούληση να ενταχθούν στην κοινωνία είναι ευπρόσδεκτοι και γι’ αυτό υπάρχει η στρατηγική για την ένταξη.
«Εφόσον είναι κοινωνοί της ελληνικής γλώσσας, του πολιτισμού, του τρόπου ζωής και σέβονται τη χώρα που τους φιλοξενεί, είναι ευπρόσδεκτοι και έχουμε αρκετά παραδείγματα τέτοια. Όσοι δεν μπορούν να συμμορφωθούν με την νομοθεσία, με τον τρόπο ζωής τότε υπάρχει και ο δρόμος του επαναπατρισμού», συμπλήρωσε.
«Γενικότερα η προσπάθειά μας είναι να μείνουν οι άνθρωποι που θέλουν να εργαστούν νόμιμα και να επαναπατριστούν με την ομαλοποίηση της κατάστασης. Αυτό ήταν και το πρόγραμμα που εφαρμόσαμε τον καλοκαίρι, να επαναπατριστούν οι οικογένειες, να μείνει ο ένας εκ των δύο γονέων, να εργάζεται με διαφορετική άδεια, όχι πλέον με καθεστώς ασύλου, ούτως ώστε να μειωθούν και οι αιτήσεις ασύλου, οι κάτοχοι συμπληρωματικής προστασίας, και να εξορθολογήσουμε και το σύστημα ασύλου», σημείωσε.
Ερωτηθείς επίσης αν υπάρχει συντονισμός με τις αρχές στην Συρία και ενδεχομένως σκέψεις και για επαναλειτουργία πρεσβείας στη χώρα που θα διευκολύνει ενδεχομένως την προσπάθεια που καταβάλλει η Κυπριακή Δημοκρατία, ο κ. Ιωαννίδης είπε ότι τα τελευταία χρόνια έχει επαναλειτουργήσει η κυπριακή πρεσβεία, αλλά με επιτετραμμένο, όχι με πρέσβη, προσθέτοντας πως η Κυπριακή Δημοκρατία έχει παρουσία στη Συρία και όντως υπάρχει επαφή με την συριακή κυβέρνηση, ενώ υπενθύμισε ότι είχε επισκεφθεί τη χώρα ο Υπουργός Εξωτερικών.
«Η επικοινωνία γίνεται σε διάφορα επίπεδα και είναι σε μεγάλο βαθμό αυτό που διευκολύνει κατά κάποιο τρόπο και τις οικειοθελείς επιστροφές των υπηκόων Σύριας, γιατί θυμίζω ήδη με την αλλαγή της κυβέρνησης από το Δεκέμβριο του 2024 πολλοί, σχεδόν πέντε χιλιάδες, έχουν αποσύρει αιτήσεις, ανακαλέσει καθεστώς και οι περισσότεροι έχουν αναχωρήσει με τους αριθμούς αυτούς να συνεχίζουν να αυξάνονται», συμπλήρωσε σχετικά.
Ερωτηθείς ποιες προκλήσεις έχει εντοπίσει το Υφυπουργείο σχετικά με την έναρξη εφαρμογής του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο από τον προσεχή Ιούνιο, ο κ. Ιωαννίδης είπε ότι πράγματι αποτελεί έναν τεράστιο στόχο για όλα τα κράτη-μέλη και για την Κυπριακή Δημοκρατία.
Όπως εξήγησε, στο πλαίσιο της προετοιμασίας το Υφυπουργείο έχει αναθεωρήσει την νομοθεσία του Περί Προσφύγων νόμου, έχει βελτιώσει τις υποδομές και συνεχίζει να τις βελτιώνει ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί στις διαδικασίες που προβλέπει το Σύμφωνο.
Ανέφερε ακολούθως ως παράδειγμα τον καθορισμό μηχανισμού παρακολούθησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων που θα είναι ο Επίτροπος Διοικήσεως, έχουν ανατεθεί ρόλοι και εσωτερικά στο Υπουργείο, αλλά και σε συνεργασία με άλλα υπουργεία.
«Είναι μια πολύ σημαντική εξέλιξη, γιατί πρώτη φορά έχουμε σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης ένα ολοκληρωμένο ενιαίο νομικό πλαίσιο, που θα μας επιτρέψει να αντιμετωπίσουμε αυτή τη μεγάλη πρόκληση του προσφυγικού μεταναστευτικού με μια σύμπνοια, με έναν συντονισμένο τρόπο, καθώς τα προηγούμενα χρόνια ήταν κατακερματισμένες προσπάθειες της Ένωσης να αντιμετωπίσει αυτό το ακανθώδες ζήτημα. Οπότε, σε σχέση με το Σύμφωνο, οι τομείς στους οποίους δίδουμε έμφαση, είναι η νομοθεσία, οι υποδομές και οι εσωτερικές διαδικασίες», συμπλήρωσε.
Σε ερώτηση για τους ασυνόδευτους ανηλίκους που φιλοξενούνται αυτή τη στιγμή στη χώρα, ο Υφυπουργός, αφού υπενθύμισε αρχικά ότι από την 1η Ιανουαρίου του 2026, η αρμοδιότητα για την φιλοξενία των ασυνόδευτων σε κέντρα και δομές έχει μεταβιβαστεί από το Υφυπουργείο Πρόνοιας στο Υφυπουργείο Μετανάστευσης και Υφ. Προστασίας, είπε ότι οι αριθμοί τους είναι πολύ μειωμένοι, ως απότοκο της γενικότερης μείωσης των ροών.
«Δεν ξεπερνούν στα κέντρα φιλοξενίας μας τους 150 περίπου οι ασυνόδευτοι, άρα οι αριθμοί παραμένουν χαμηλοί. Η Υπηρεσία Ασύλου έχει αναλάβει την διαχείριση και έχει καταρτίσει ένα πολύ σοβαρό πλάνο, ούτως ώστε να διαχειριστούμε αυτά τα παιδιά με ένα ολιστικό τρόπο, γιατί δεν είναι μόνο η στέγαση, είναι και η γενικότερη προσέγγιση, η εκπαίδευσή τους, η ψυχολογική στήριξη, ο εντοπισμός οικογενειών αν υπάρχουν, είτε στην Κύπρο είτε στην πατρίδα τους, αν κάποτε θα θέλουν να πιστέψουν. Συνεπώς, εργαζόμαστε με πολύ σοβαρότητα για το θέμα των ασυνόδευτων», προσέθεσε σχετικά.
Ερωτηθείς αν οι πρωτοβουλίες το Υφυπουργείου για τη νόμιμη μετανάστευση ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των εργοδοτών για εργατικό δυναμικό, ο κ. Ιωαννίδης είπε ότι υπήρξε μεγάλη αύξηση των αδειών τα τελευταία χρόνια, κάτι που, όπως είπε, οφείλεται εν μέρει και στο ότι οι πολιτικές της Κυβέρνησης έχουν οδηγήσει τη μείωση της ανεργίας για τους Κυπρίους κάτω από το 5%, δηλαδή υπάρχουν συνθήκες πλήρους απασχόλησης για τους Κυπρίους, συνεπώς τα κενά πρέπει να καλυφθούν από τους αλλοδαπούς.
«Το Τμήμα Μετανάστευσης εργάζεται εντατικά, γιατί μιλάμε για δεκάδες χιλιάδες αιτήσεις που πρέπει να διεκπεραιώσει, για να βοηθήσουμε τους παραγωγικούς τομείς της οικονομίας μας. Είμαστε σε συνεχή επαφή με τις οργανώσεις των εργοδοτών, έχουμε βοηθήσει πάρα πολύ με προγράμματα, με διευκολύνσεις, ούτως ώστε να μην αντιμετωπίζουμε προβλήματα σε σχέση με το εργατικό δυναμικό», συνέχισε.
Τόνισε παράλληλα ότι, όπως σε όλα σχεδόν τα κράτη, η μεταναστευτική νομοθεσία είναι εξορισμού αυστηρή, πρέπει να πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις για να πάρει κάποιος άδεια εισόδου και παραμονής στη χώρα.
«Δεν μπορεί να κάνουμε τέτοια προσπάθεια να περιορίσουμε τις παράτυπες ροές και απ’ την άλλη να μην ασκούμε αποτελεσματικό έλεγχο για τη νόμιμη μετανάστευση. Οπότε πρέπει να το έχουμε όλοι υπόψη με αυτό, ότι μπορεί να χρειαζόμαστε εργατικά χέρια, αλλά αυτό πρέπει να γίνει και με τις σωστές διαδικασίες. Προσπάθειά μας να μειώσουμε τη γραφειοκρατία, πάντα με σεβασμό στην νομιμότητα, αλλά απ’ την άλλη λαμβάνοντας υπόψη για τις ανάγκες της οικονομίας», συμπλήρωσε σχετικά.
Ερωτηθείς τέλος για τις ενέργειες του Υφυπουργείου σχετικά με την αύξηση των ροών Ρομά που έχει παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια στην Κυπριακή Δημοκρατία και τα φαινόμενα υψηλής παραβατικότητας αλλά και παραπόνων από πολίτες που καταγράφει η αστυνομία, ο κ. Ιωαννίδης είπε ότι πράγματι έχει αυξηθεί ο αριθμός των Ρομά και είναι κάτι που έχει παρατηρήσει και το Υφυπουργείο.
«Αλλά εδώ πρέπει να λάβουμε ένα πολύ σημαντικό παράγοντα υπόψη, ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι Ευρωπαίοι πολίτες. Έχουμε υπηκόους της Ελληνικής Δημοκρατίας και άλλων βαλκανικών κρατών, οπότε οι Ευρωπαίοι πολίτες έχουν μια διαφορετική μεταχείριση από τους ειδικούς τρίτων χωρών, είναι πιο αυστηρές οι προϋποθέσεις για να αναχωρήσουν από την Κύπρο, δεν μπορούν να μπουν σε ένα κατάλογο απαγορευμένων προσώπων, όπως βάζουμε τους υπηκόους τρίτων χωρών, απλώς περιορίζουμε την διακίνησή τους», εξήγησε στη συνέχεια.
«Οι άνθρωποι αυτοί όμως υπόκεινται στους ίδιους νόμους και υποχρεώσεις με όλους τους πολίτες. Συνεργαζόμαστε με την αστυνομία για την καταπολέμηση της παραβατικότητας των αλλοδαπών και σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η προσπάθεια αντιμετώπισης της παραβατικότητας από πλευράς αυτών των ανθρώπων. Απλώς ήθελα να σημειώσω ότι η διαφορετική φύση έγκειται στο καθεστώς τους ως Ευρωπαίοι πολίτες που εκεί χρειάζονται διαφορετικοί χειρισμοί», κατέληξε.



