Το «δάκτυλο» προς το ιδιωτικό νοσοκομείο που διενήργησε τις χειρουργικές επεμβάσεις στην ασθενή, στρέφει ο Οργανισμός Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας και απαντά στον βουλευτή του ΔΗΣΥ Γιώργο Παμπορίδη που κατήγγειλε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι η ιδιωτική κλινική και το ΓΝ Λευκωσίας «έδιωξαν» τη γυναίκα που παρουσίασε μετεγχειρητικές επιπλοκές, με το πρόσχημα της έλλειψης κλινών.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Καταγγελία Παμπορίδη: «Έδιωξαν ασθενή με μετεγχειρητικές επιπλοκές προφασιζόμενοι έλλειψη κλινών»
Σε γραπτή ανακοίνωση, ο ΟΚΥΠΥ διευκρινίζει ότι «τα Δημόσια Νοσηλευτήρια και ιδιαίτερα το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, το μοναδικό τεταρτοβάθμιο νοσοκομείο εντός ΓεΣΥ, δεν αρνούνται την παροχή της αναγκαίας φροντίδας σε οποιοδήποτε περιστατικό, ανεξαρτήτως της πολυπλοκότητας ή της βαρύτητάς του.»
«Αποστολή του Οργανισμού είναι η παροχή έγκαιρης και αποτελεσματικής φροντίδας υγείας σε όσους τη χρειάζονται, με προτεραιότητα την ασφάλεια και την ανθρώπινη ζωή.
Ο Οργανισμός τονίζει ότι «η ανάληψη περιστατικών με μετεγχειρητικές ή άλλες επιπλοκές από τον ιδιωτικό τομέα αποτελεί συχνό φαινόμενο για τα Δημόσια Νοσηλευτήρια.»
«Χαρακτηριστικά, μόνο κατά την τρέχουσα εβδομάδα, δύο ασθενείς με επιπλοκές μεταφέρθηκαν από ιδιωτικό νοσηλευτήριο εντός ΓεΣΥ στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, όπου έγιναν δεκτοί και τυγχάνουν της αναγκαίας περίθαλψης.»
Όπως εξηγεί «η συγκεκριμένη περίπτωση αφορά ασθενή η οποία είχε υποβληθεί σε σειρά επεμβάσεων σε ιδιωτικό νοσηλευτήριο και ακολούθως παρουσίασε σοβαρές μετεγχειρητικές επιπλοκές, με αποτέλεσμα να προσέλθει στο ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας.»
«Οι Ειδικοί Ιατροί του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας ουδέποτε αρνήθηκαν την παροχή της αναγκαίας ιατρικής φροντίδας. Κατά την αξιολόγηση του περιστατικού επισημάνθηκε ότι, εφόσον αυτό ήταν ιατρικά εφικτό και ασφαλές, η συνέχιση της διαχείρισης της ασθενούς από το νοσηλευτήριο και τη θεραπευτική ομάδα που είχαν πραγματοποιήσει τις επεμβάσεις ήταν η ενδεδειγμένη επιλογή από πλευράς συνέχειας της φροντίδας, δεδομένης της άμεσης γνώσης του ιστορικού της και των προηγηθεισών επεμβάσεων.»
Το περιστατικό συζητήθηκε χθες σε τηλεδιάσκεψη, στην οποία συμμετείχαν οι εμπλεκόμενοι ιατροί του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, εκπρόσωποι του ιδιωτικού νοσηλευτηρίου και εκπρόσωποι του Οργανισμού Ασφάλισης Υγείας.
«Ο ΟΚΥπΥ επανέλαβε τη θέση ότι ένα νοσηλευτήριο το οποίο αναλαμβάνει και διενεργεί συγκεκριμένες επεμβάσεις οφείλει να διαθέτει την κατάλληλη υποδομή, στελέχωση και δυνατότητα ασφαλούς διαχείρισης των περιστατικών που αναλαμβάνει και των επιπλοκών που ευλόγως ενδέχεται να προκύψουν από τις παρεχόμενες υπηρεσίες, σύμφωνα με τις απαιτήσεις και τα πρότυπα ποιότητας και ασφάλειας που διέπουν την παροχή ενδονοσοκομειακής φροντίδας εντός ΓεΣΥ.»
Παράλληλα, ο ΟΚΥπΥ κατέστησε απολύτως σαφές ότι, εάν υπήρχε πραγματική αδυναμία του ιδιωτικού νοσηλευτηρίου να παράσχει την απαιτούμενη φροντίδα και η κατάσταση της ασθενούς απαιτούσε διαχείριση από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, το περιστατικό θα αναλαμβανόταν, όπως άλλωστε συμβαίνει καθημερινά με σοβαρά και σύνθετα περιστατικά που παραπέμπονται στα Δημόσια Νοσηλευτήρια.
«Σημειώνεται ότι οι ιατροί των Δημόσιων Νοσηλευτηρίων συνδράμουν συστηματικά στη διαχείριση σύνθετων περιστατικών που προκύπτουν στον ιδιωτικό τομέα. Ενδεικτικά, λοιμωξιολόγοι των Δημόσιων Νοσηλευτηρίων βρίσκονται σε 24ωρη βάση στη διάθεση ιδιωτικών νοσηλευτηρίων όταν απαιτείται η επιστημονική συνδρομή τους».
Σύμφωνα με τον Οργανισμό «το ευρύτερο ζήτημα που αναδεικνύεται αφορά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχονται εξειδικευμένες υπηρεσίες από νοσηλευτήρια εντός του ΓεΣΥ.»
«Το ερώτημα που τίθεται, είναι κάτω από ποιες προϋποθέσεις λειτουργούν τα νοσηλευτήρια εντός του ΓεΣΥ, και πώς είναι δυνατόν ένα νοσηλευτήριο κατηγορίας Α1 να πραγματοποιεί επεμβάσεις, αλλά να μην μπορεί να διαχειριστεί τις επιπλοκές που ενδέχεται να προκύψουν από αυτές;»
Τα Δημόσια Νοσηλευτήρια, σημειώνει ο ΟΚΥΠΥ, αποτελούν το δίχτυ ασφαλείας και τον βασικό πυλώνα του συστήματος υγείας και θα συνεχίσουν να βρίσκονται δίπλα σε κάθε ασθενή που χρειάζεται τη φροντίδα τους, με γνώμονα την ασφάλεια, την ποιότητα της περίθαλψης και την προστασία της ανθρώπινης ζωής.



