Της Χριστιάνας Ξενοφώντος
- Σύμβουλος πολιτικής επικοινωνίας / Μέλος Πολιτικού Γραφείου ΔΗΣΥ
Στις 18 Φεβρουαρίου 2024 έγραφα ότι η αγάπη δεν μπορεί να είναι επιλεκτική. Ότι τα δικαιώματα δεν μπορεί να είναι επιλεκτικά. Ότι δεν υπάρχει «λίγο Δημοκράτης», «λίγο ελεύθερος» ή «λίγο άνθρωπος». Ή είσαι ή δεν είσαι.
Δύο χρόνια μετά, το Συμβούλιο της Επικρατείας ήρθε να επιβεβαιώσει ακριβώς αυτό. Ότι ο νόμος για τον γάμο και την τεκνοθεσία ομόφυλων ζευγαριών στην Ελλάδα δεν ήταν μια πολιτική υπερβολή, αλλά μια συνταγματική αναγκαιότητα. Ότι η ισότητα, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και η προστασία της ανθρώπινης αξίας δεν είναι έννοιες υπό διαπραγμάτευση.
Το 2024, εν μέσω μιας προεκλογικής περιόδου που θα έπρεπε να χαρακτηρίζεται από πολιτικό διάλογο, βρέθηκα στο στόχαστρο. Όχι για μια πολιτική θέση, αλλά για το αυτονόητο. Για ένα άρθρο που μιλούσε για αγάπη και ισότητα. Ένα άρθρο που για κάποιους μετατράπηκε σε εργαλείο επίθεσης, επαναλαμβανόμενο και στοχοποιημένο.
Δεν ήταν προσωπικό. Ή μάλλον δεν ήταν μόνο προσωπικό.
Ήταν η αντίδραση μιας μερίδας που δεν φοβάται απλώς την αλλαγή. Φοβάται την απώλεια ελέγχου πάνω σε αφηγήματα που για χρόνια θεωρούσε δεδομένα. Γιατί κάθε διεύρυνση δικαιωμάτων δεν αφαιρεί κάτι από κανέναν. Απλώς αφαιρεί την ψευδαίσθηση ότι κάποιοι μπορούν να καθορίζουν τη ζωή των άλλων.
Η απόφαση του ΣτΕ δεν είναι απλώς νομική. Είναι βαθιά πολιτική, με την ουσιαστική έννοια της πολιτικής. Επιβεβαιώνει ότι οι θεσμοί μπορούν, όταν λειτουργούν σωστά, να προστατεύσουν αυτό που η κοινωνία αργεί να αποδεχθεί. Ότι το Σύνταγμα δεν είναι στατικό. Εξελίσσεται μαζί με την κοινωνία, χωρίς να χάνει τον πυρήνα του.
Και ίσως αυτό είναι το πιο σημαντικό σήμερα. Ότι η Δημοκρατία δοκιμάζεται και στα αυτονόητα. Στο αν μπορεί να προστατεύσει τον άνθρωπο, ακόμη κι όταν η κοινωνία δεν είναι έτοιμη να το κάνει συλλογικά. Στο αν μπορεί να αντέξει τον θόρυβο, τις αντιδράσεις, τις επιθέσεις, και να παραμείνει σταθερή.
Γιατί τελικά, το ερώτημα δεν ήταν ποτέ αν «επιτρέπεται» σε δύο ανθρώπους να αγαπιούνται, να δεσμεύονται, να δημιουργούν οικογένεια. Το ερώτημα ήταν αν το κράτος αναγνωρίζει αυτή την πραγματικότητα με αξιοπρέπεια ή αν επιλέγει να την αγνοεί.
Και σήμερα, η απάντηση είναι ξεκάθαρη. Δεν θίγονται παραδόσεις όταν επεκτείνονται δικαιώματα. Δεν απειλείται η κοινωνία όταν γίνεται πιο συμπεριληπτική. Αντίθετα, ενισχύεται. Ωριμάζει. Προχωρά.
Το πιο άβολο ερώτημα είναι για εμάς στην Κύπρο, πόσο ακόμη θα βαφτίζουμε τη στασιμότητα «παράδοση» για να μην χρειαστεί να προχωρήσουμε;
Κοιτάζοντας πίσω, δεν αλλάζω ούτε μία λέξη από εκείνο το άρθρο του 2024. Αντίθετα, το διαβάζω σήμερα με ακόμη μεγαλύτερη βεβαιότητα.
Γιατί κάποια πράγματα δεν είναι θέμα άποψης. Είναι θέμα αρχής.
Και τελικά ναι, επιμένω στην ίδια φράση:
Ίσως, τελικά, να είναι η αγάπη που θα σώσει τον κόσμο. Ξανά.



