Λευκωσία, γωνία Δημοσθένη Σεβέρη και Αγίων Ομολογητών.
Μια γωνία που για περισσότερες από τρεις δεκαετίες ήταν κάτι πολύ περισσότερο από ένα ακόμη σημείο αναφοράς στον χάρτη της πρωτεύουσας. Ήταν η Corner. Η θρυλική μπυραρία που έγινε συνώνυμο μιας ολόκληρης εποχής και που σήμερα δεν υπάρχει πια, παρά μόνο στις αναμνήσεις όσων πέρασαν το κατώφλι της. Και είναι ίσως ειρωνικό… μια γωνία που κράτησε τόσες ιστορίες μέσα στους τοίχους της, να κατέληξε η ίδια μια ιστορία που γράφτηκε στις στάχτες.
Για τρεις και πλέον δεκαετίες η Corner αποτελούσε σημείο αναφοράς για χιλιάδες ντόπιους αλλά και ξένους, σημείο συνάντησης κάθε λογής ανθρώπων. Ένας χώρος που δημιούργησε παρέες, γιόρτασε στιγμές. Ένας χώρος γεμάτος αναμνήσεις.
Στέκι επιχειρηματιών, πολιτικών, δημοσιογράφων, ροκάδων, νεαρόκοσμου, οικογενειών. Λέσχη οπαδών της Manchester United..
Μορφή της Corner, ο Ντίνος. Ο γνωστός Ντίνος της Manchester, ο οποίος σε ηλικία 25 ετών ανέλαβε την οικογενειακή επιχείρηση, μετατρέποντας το άλλοτε γαλλο-κυπριακό εστιατόριο του πατέρα του Στέφανου που πρωτολειτούργησε το 1977, στην πασίγνωστη αγγλικού τύπου μπυραρία, η οποία έπειτα από 33 χρόνια αδιάλειπτης λειτουργίας της, το 2020 κατέβασε ρολά ελέω κορωνοϊού.
«25 του Σεπτέμβρη το 1987 ανοίξαμε κάναμε εγκαίνια και τώρα λόγω κορωνοϊού που τα μέτρα θα είναι λίγο πιο αυστηρά και θα βάζουμε λίγο κόσμο μέσα λέω και εγώ φτάνει κουράστηκα και είπα και εγώ να σταματήσω. Η ιστορία του αρχοντικού αυτού κτίσματος πάει πολλά χρόνια πίσω… Ιδιοκτήτης του, ο πρώην Γενικός Γραμματέας της ΣΕΚ και μετέπειτα διπλωμάτης Μιχαήλ Πισσάς.»
Η Νικόλ Πίσσα, συνιδιοκτήτρια του διατηρητέου αρχοντικού, εξηγεί ότι ο πατέρας της αγόρασε το συγκεκριμένο σπίτι το 1960, επειδή δούλευε στο ΥΠΕΞ που ήταν απέναντι.
Η κόρη του, Νικόλ Πισσά, συνιδιοκτήτρια σήμερα του διατηρητέου κτίσματος, επιστρέφει σε έναν χώρο που για εκείνη δεν ήταν ποτέ απλώς ένα παλιό σπίτι. Ήταν το σπίτι των παιδικών της χρόνων.
«Εδώ ήταν το γραφείο του πατέρα μου. Δίπλα είχε ένα μεγάλο τζάκι όπου περνούσαμε τις περισσότερες μας ώρες. Εδώ ήταν το σαλόνι – σαλοτραπεζαρία με δύο τζάκια, στο βάθος ήταν τα υπνοδωμάτια. Συνολικά εάν μείναμε 6 χρόνια λόγω της δουλειάς του πατέρα μου πηγαινοερχόμασταν Κύπρο και εξωτερικό.»
– Πως ήταν η περιοχή εδώ;
– Η αλήθεια δεν ήταν τόσο ανεπτυγμένη. Είχε πολύ λίγα σπίτια, δεν είχε τόσα κτίρια, τα περισσότερα ήταν χωράφια. Το προεδρικό και το ΥΠΕΞ.
Διαβάστε επίσης: Έτοιμος να συμβάλει στην αποκατάσταση του κτιρίου της Corner ο Δήμος, «η καταστροφή του πληγώνει τις αναμνήσεις των Λευκωσιατών»
Χρόνια αργότερα, το ίδιο σπίτι θα αποκτούσε μια εντελώς διαφορετική ζωή. Θα γινόταν η Corner. Θα γέμιζε με ανθρώπους, φωνές, γέλια, μουσική και αμέτρητες ιστορίες. Και όταν στις πόρτες της μπυραρίας έμπαινε λουκέτο το 2020, ουδείς μπορούσε να φανταστεί ότι το κτίριο θα έμενε για χρόνια βουβό και εγκαταλελειμμένο.
Μέχρι τις 5 Αυγούστου, φέτος. Μια φωτιά που προκλήθηκε κακόβουλα, στην προσπάθεια νεαρού ο οποίος και συνελήφθη, να αφαιρέσει χαλκό από τα καλώδια του εγκαταλελειμμένου κτηρίου, τύλιξε το διατηρητέο στις φλόγες. Και μέσα σε λίγες ώρες, ένα κομμάτι της ιστορίας της περιοχής καταστράφηκε.
Εκεί όπου κάποτε υπήρχαν παιδικές αναμνήσεις, οικογενειακές στιγμές και αργότερα χιλιάδες ιστορίες ανθρώπων της Λευκωσίας, έμειναν καμένα ξύλα, στάχτες και μπάζα.
Για τη Νικόλ Πισσά, η εικόνα αυτή δεν ήταν απλώς η καταστροφή ενός παλιού κτιρίου. Ήταν η απώλεια ενός κομματιού της ίδιας της ζωής της.
– Πως νιώσατε;
– Μεγάλη θλίψη. Χάθηκαν τα παιδικά μου χρόνια που έζησα εδώ, είδα το κτίριο και να γκρεμίζεται, να παίρνει φωτιά, να τυλίγεται στις φλόγες και μην μπορώ να κάνω τίποτα.
Στα έξι και πλέον χρόνια που το αρχοντικό παρέμενε κλειστό, η οικογένεια της Νικόλ Πισσά δέχθηκε προτάσεις για την πώληση του διατηρητέου, με σημαντικό οικονομικό αντίκρισμα. Τις απέρριψε. Γιατί, παρά τη φωτιά και την καταστροφή, δεν θέλει να τελειώσει εδώ η ιστορία του. Θέλει να το δει ξανά αγέρωχο. Να αποκτήσει ξανά ζωή.
«Θέλω να το επισκευάσω, θέλω να γίνει πλήρης ανακαίνιση, θέλω να κάνω κάποια δουλειά δική μου, είναι στα μελλοντικά μου σχέδια, θέλω να είναι ο πνεύμονας της Λευκωσίας.»
Το αρχοντικό που έγινε μπυραρία, η μπυραρία που έγινε σημείο αναφοράς και το σημείο αναφοράς που έγινε ανάμνηση, μισοστέκει σήμερα μέσα στα αποκαϊδια. Ανάμεσα σε καμένα μπάζα και ερείπια, όμως, παραμένει κάτι που η φωτιά δεν κατάφερε να καταστρέψει. Οι ιστορίες. Οι παρέες. Οι άνθρωποι που πέρασαν από εκεί. Και όσο το παλιό αρχοντικό περιμένει να ξαναγεννηθεί, η Corner θα παραμένει για πολλούς κάτι περισσότερο από ένα όνομα και μια διεύθυνση.
Μια γωνία της Λευκωσίας που μπορεί να έσβησε από τον χάρτη, αλλά δεν έσβησε από τη μνήμη της πόλης.



