Το Ανώτατο Δικαστήριο, με απόφασή του ημερομηνίας 24 Μαρτίου 2026, παράπεμψε για επανεκδίκαση υπόθεση που αφορά σοβαρό τροχαίο ατύχημα που σημειώθηκε το 1995, κατά το οποίο το θύμα κτυπήθηκε από αυτοκίνητο στην προσπάθειά του να διασταυρώσει τη λεωφόρο Μόρφου στην περιοχή του Αρχαγγέλου, ενώ τραυματίστηκε βαριά από αυτοκίνητο που οδηγούσε τρίτο πρόσωπο, με αποτέλεσμα να καταστεί τετραπληγικός και να χάσει ακόμη και την ικανότητα ομιλίας.
Η σύζυγος του θύματος, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του, καταχώρισε αρχικά αγωγή εναντίον του οδηγού του αυτοκινήτου για οδική αμέλεια. Η αγωγή αυτή πρωτόδικα απερρίφθη, αφού κρίθηκε ότι ο οδηγός δεν είχε ευθύνη και η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο με τον τότε Πρόεδρο να παρατηρεί: «Λυπούμαστε για το αποτέλεσμα. Ένας άνθρωπος οδηγήθηκε από κακή μοίρα στην κατάσταση που περιγράψαμε. Ένα στιγμιαίο συμβάν, ένα ατύχημα που συνέβη μέσα σε κλάσμα δευτερολέπτου του κατέστρεψε τη φυσιολογική ζωή. Θα ήταν επιθυμητό τέτοιες κακοτυχίες να μην είναι αντικείμενο δικαστικής διαμάχης, αλλά σε πρώτο στάδιο εξωδικαστικής διευθέτησης».
Στη συνέχεια, η σύζυγος του θύματος κατέθεσε νέα αγωγή, αυτή τη φορά εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα και του Δήμου Λακατάμιας, ισχυριζόμενη ότι παρέλειψαν να ηλεκτροφωτίσουν την Λεωφόρο στην οποία συνέβη το τροχαίο και να δημιουργήσουν οποιαδήποτε διάβαση πεζών, γεγονός που, όπως υποστήριξε, «δημιουργούσε σαφώς το θανάσιμο κίνδυνο δυστυχημάτων».
Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Ανωτάτου, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, κρίνοντας ότι «η επαναφορά του θέματος ευθύνης των Εναγομένων, Δημοκρατίας και Δήμου Λακατάμιας, με την παρούσα αγωγή, θεωρώ υπό τις περιστάσεις κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και θα απορρίψω την αγωγή ως καταχρηστική».
Ωστόσο, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως καταχρηστική, σημειώνοντας ότι «ο Πρώτος Λόγος Έφεσης, με τον οποίο η εφεσείουσα υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή λόγω κατάχρησης, κρίνεται βάσιμος και επιτυγχάνει».
«Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι η αγωγή ήταν καταχρηστική και θα την απέρριπτε, προχώρησε να σημειώσει ότι η ενάγουσα «δεν δικογράφησε με λεπτομέρεια τις ειδικές ζημιές», για να προσθέσει ότι αυτή «αναφέρθηκε στη γραπτή της δήλωση στα διάφορα ποσά γενικά». Όμως, επαναλαμβάνουμε, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αξιολόγησε τη μαρτυρία, δεν προέβη σε εύρημα σε σχέση με την ευθύνη, ενώ δεν εξέτασε ούτε το θέμα των γενικών αποζημιώσεων, όταν αδιαμφισβήτητα στην απόφαση του καταγράφει ότι το θύμα τραυματίστηκε σοβαρά, με αποτέλεσμα να καταστεί τετραπληγικός και μάλιστα με απώλεια ικανότητας για ομιλία», προχώρησε το Ανώτατο.
Επομένως, το Ανώτατο έκρινε βάσιμο και τον τρίτο λόγο έφεσης, ο οποίος προσβάλλει την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με τη δικογράφηση των ειδικών ζημιών.
Καταλήγοντας, το Ανώτατο αποφάσισε ότι οι λόγοι έφεσης της συζύγου του θύματος κρίνονται βάσιμοι, σημειώνοντας ότι «η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται στο σύνολο της». Ως εκ τούτου, διέταξε την επανεκδίκαση της αγωγής, η οποία αναβιώνει. «Αναμένεται ότι θα δοθεί προτεραιότητα στην εκδίκαση της» πρόσθεσε.
Πηγή: ΚΥΠΕ



