Του Χρ. Χριστοδούλου-Βόλου
- Καθηγητής Μακροοικονομετρίας και Χρηματοοικονομικών και Προέδρος του Τμήματος Οικονομικών και Διοίκησης του Πανεπιστήμιου Νεάπολις Πάφος
Η συζήτηση γύρω από την αύξηση των μισθών επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο, σε μια περίοδο κατά την οποία οι οικονομίες της Ευρώπης βρίσκονται αντιμέτωπες με διαδοχικές κρίσεις και έντονες αβεβαιότητες. Η ενίσχυση των εισοδημάτων αποτελεί, αναμφίβολα, μια κοινωνικά αναγκαία πολιτική. Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο οι αυξήσεις αυτές μπορούν να μεταφραστούν σε πραγματική βελτίωση της οικονομικής ευημερίας ή αν τελικά εξουδετερώνονται από τις ευρύτερες πιέσεις στην οικονομία.
Η βασική ανησυχία που διατυπώνεται από οικονομικούς παράγοντες εστιάζει σε δύο άξονες. Πρώτον, στο κατά πόσο η επιβολή αυξήσεων μισθών από το κράτος λαμβάνει υπόψη τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων. Και δεύτερον, στο αν οι αυξήσεις αυτές έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο στην αγοραστική δύναμη των εργαζομένων, τη στιγμή που η ακρίβεια συνεχίζει να διαβρώνει τα εισοδήματα.
Σε θεωρητικό επίπεδο, η αύξηση των μισθών ενισχύει την κατανάλωση και, κατ’ επέκταση, την οικονομική δραστηριότητα. Στην πράξη, όμως, τα δεδομένα είναι πιο σύνθετα. Όταν οι επιχειρήσεις καλούνται να αυξήσουν το μισθολογικό κόστος χωρίς αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας ή των εσόδων τους, συνήθως μετακυλίουν το κόστος αυτό στις τιμές. Το αποτέλεσμα είναι η ενίσχυση του πληθωρισμού, που με τη σειρά του μειώνει την πραγματική αξία των αυξήσεων.
Το πρόβλημα αυτό καθίσταται εντονότερο σε ένα περιβάλλον ήδη επιβαρυμένο από εξωγενείς παράγοντες. Τα τελευταία χρόνια, η ευρωπαϊκή οικονομία έχει δεχθεί ισχυρά πλήγματα: από την πανδημία της COVID-19, την ενεργειακή κρίση που ακολούθησε τη ρήξη με τη Ρωσία, μέχρι και τις γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή. Η σύγκρουση στο Ιράν προσθέτει ένα ακόμη στοιχείο αβεβαιότητας, εντείνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις, κυρίως μέσω της αύξησης των τιμών της ενέργειας και των βασικών αγαθών.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αύξηση των μισθών κινδυνεύει να λειτουργήσει περισσότερο ως προσωρινή ανακούφιση παρά ως ουσιαστική λύση. Αν η ακρίβεια απορροφά άμεσα τις αυξήσεις, τότε το πραγματικό εισόδημα των εργαζομένων παραμένει στάσιμο ή ακόμη και μειώνεται. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που έχει παρατηρηθεί επανειλημμένα σε περιόδους υψηλού πληθωρισμού.
Παράλληλα, δεν πρέπει να αγνοείται η πίεση που ασκείται στις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα στις μικρομεσαίες. Αυτές αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, δημιουργώντας θέσεις εργασίας και συμβάλλοντας καθοριστικά στα φορολογικά έσοδα. Όταν επιβαρύνονται με αυξημένα κόστη σε μια περίοδο μειωμένης ζήτησης και αυξημένων λειτουργικών εξόδων, ενδέχεται να οδηγηθούν σε περιορισμό δραστηριότητας ή ακόμη και σε παύση λειτουργίας.
Το ζήτημα, συνεπώς, δεν είναι αν πρέπει να αυξηθούν οι μισθοί, αλλά υπό ποιες προϋποθέσεις. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι βιώσιμες αυξήσεις μισθών προκύπτουν κυρίως μέσα από την ενίσχυση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Όταν οι επιχειρήσεις αναπτύσσονται, επενδύουν και αυξάνουν τα έσοδά τους, τότε μπορούν να προσφέρουν υψηλότερες αμοιβές χωρίς να διαταράσσεται η ισορροπία.
Αυτό οδηγεί σε μια ευρύτερη συζήτηση για το μοντέλο οικονομικής πολιτικής. Η ενίσχυση των παραγωγικών δυνάμεων —δηλαδή των επιχειρήσεων που δημιουργούν πλούτο, θέσεις εργασίας και φορολογικά έσοδα— αναδεικνύεται ως βασική προτεραιότητα. Πολιτικές που διευκολύνουν τις επενδύσεις, μειώνουν τη γραφειοκρατία και ενισχύουν την καινοτομία μπορούν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για μια πιο δυναμική και ανθεκτική οικονομία.
Ταυτόχρονα, τίθεται και το ζήτημα της ευελιξίας στην άσκηση οικονομικής πολιτικής. Σε ένα περιβάλλον όπου οι εθνικές κυβερνήσεις λειτουργούν εντός ενός ευρύτερου ευρωπαϊκού πλαισίου, οι δυνατότητες παρέμβασης είναι συχνά περιορισμένες. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν περιθώρια δράσης, αλλά απαιτείται προσεκτικός σχεδιασμός και προσαρμογή στις ιδιαιτερότητες κάθε οικονομίας.
Η πρόκληση για την Ελλάδα —και γενικότερα για τις ευρωπαϊκές οικονομίες— είναι να επιτύχουν μια λεπτή ισορροπία. Από τη μία πλευρά, να στηρίξουν τα εισοδήματα των πολιτών και να αντιμετωπίσουν τις κοινωνικές ανισότητες. Από την άλλη, να διασφαλίσουν τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων και τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη.
Σε τελική ανάλυση, η αύξηση των μισθών δεν μπορεί να αποτελεί αποκομμένη πολιτική. Πρέπει να εντάσσεται σε ένα ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο που λαμβάνει υπόψη τις συνθήκες της πραγματικής οικονομίας. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος οι καλές προθέσεις να οδηγήσουν σε ανεπιθύμητα αποτελέσματα.
Η οικονομία δεν λειτουργεί με απλές εξισώσεις. Απαιτεί ισορροπία, συντονισμό και κυρίως ρεαλισμό. Και σε μια εποχή διαρκών ανατροπών, αυτός ο ρεαλισμός είναι πιο απαραίτητος από ποτέ.



