Έντονες αντιδράσεις προκαλεί η αναπομπή πέντε νόμων που ψήφισε η Βουλή των Αντιπροσώπων και η αναφορά τεσσάρων στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Νίκο Χριστοδουλίδη, κατόπιν συμβουλής του Γενικού Εισαγγελέα και της Νομικής Υπηρεσίας. Ανάμεσα τους, η πρόταση νόμου ΑΚΕΛ και Οικολόγων για τις εκποιήσεις ακινήτων που προέβλεπε πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε περιπτώσεις παράνομων χρεώσεων και καταχρηστικών ρητρών.
Σε γραπτή ανακοίνωση το ΑΚΕΛ αναφέρει ότι η απόφαση «αποκαλύπτει ότι ο κ. Χριστοδουλίδης, ως πιστός συνεχιστής της διακυβέρνησης Αναστασιάδη – Συναγερμού, ήταν και παραμένει προστάτης των τραπεζών και των ταμείων απέναντι στην κοινωνία.»
«Ο κ. Χριστοδουλίδης είναι διπλά εκτεθειμένος. Πρώτο γιατί αγνοεί την πλειοψηφία της κοινωνίας που απαιτεί αλλαγή του υφιστάμενου πλαισίου. Δεύτερο γιατί συνεχίζει να αγνοεί τις υποχρεώσεις της Κύπρου έναντι ευρωπαϊκών νομοθεσιών για αποτελεσματική πρόσβαση των δανειοληπτών σε ένδικα μέσα, με αποτέλεσμα η Κύπρος να αποτελεί μοναδική εξαίρεση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Υπάρχει όμως και κάτι που δεν αγνοεί ο κ. Χριστοδουλίδης. Τη συνεπή εξυπηρέτηση των συμφερόντων των τραπεζών και των ταμείων απέναντι στο συμφέρον της κοινωνίας. Το ΑΚΕΛ επιμένει για την ανάγκη προστασίας τους δικαιώματος στη στέγη. Επιμένει για την ανάγκη αποτελεσματικής ρύθμισης της πρόσβασης στην δικαιοσύνη ώστε να αναστέλλεται η διαδικασία εκποίησης μέχρι τον καθορισμό του πραγματικού υπολοίπου. Επιμένει να στέκεται μαζί και δίπλα από την κοινωνία.»
Μιλώντας στο ΚΥΠΕ, ο Διευθυντής του Γραφείου Τύπου του Προέδρου της Δημοκρατίας, Βίκτωρας Παπαδόπουλος εξήγησε ότι τέσσερις από τους πέντε νόμους αναπέμφθηκαν με στόχο την επανεξέταση συγκεκριμένων διατάξεων για βελτίωση, λόγω νομικοτεχνικών ζητημάτων, πιθανών ασυμβατοτήτων και συγκρούσεων ή αλληλεπικαλύψεων με άλλες νομοθεσίες.
Σε ό,τι αφορά ειδικά την αναπομπή του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2026, ανέφερε ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, με πιθανές επιπτώσεις στα δημόσια οικονομικά που εκτιμώνται έως και 100 εκατ. ευρώ ετησίως. Παράλληλα, σημείωσε τον κίνδυνο δημιουργίας κουλτούρας μη αποπληρωμής δανείων, καθώς και επιβάρυνσης και καθυστερήσεων στην εκδίκαση σχετικών υποθέσεων, γεγονός που, όπως είπε, μπορεί τελικά να λειτουργήσει εις βάρος των ίδιων των δανειοληπτών και να οδηγήσει σε καταχρηστική αξιοποίηση της διαδικασίας εκποιήσεων.
Επιπλέον, είπε ότι ο Πρόεδρος προχώρησε σε αναφορά στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο τεσσάρων προτάσεων νόμου που αφορούν τροποποιήσεις του ίδιου βασικού νόμου για τις μεταβιβάσεις και υποθηκεύσεις ακινήτων.
«Η Κυβέρνηση προσεγγίζει το ζήτημα των εκποιήσεων και της προστασίας των δανειοληπτών με σοβαρότητα και επίγνωση της κοινωνικής του διάστασης, επιδιώκοντας λειτουργικές και δίκαιες λύσεις», ανέφερε.
Στο πλαίσιο αυτό, υπενθύμισε ότι εγκρίθηκαν από τη Βουλή δύο κυβερνητικά νομοσχέδια, τα οποία, όπως σημείωσε, συνιστούν ουσιαστική παρέμβαση υπέρ των δανειοληπτών.
Όπως είπε, ο πρώτος νόμος καθιστά δεσμευτικές τις αποφάσεις του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου για ποσά έως 20.000 ευρώ, ενισχύοντας τη θέση των καταναλωτών και επιταχύνοντας την εξέταση παραπόνων που αφορούν δάνεια, επενδύσεις και ασφαλιστικά προϊόντα.
Ο δεύτερος νόμος αφορά άμεσα τις εκποιήσεις και ενισχύει την προστασία της κύριας κατοικίας. Μεταξύ άλλων, προστίθεται επιπλέον στάδιο προστασίας, καθώς μετά την απόφαση του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου για το ύψος της οφειλής, ο οφειλέτης μπορεί να αποταθεί σε σύμβουλο αφερεγγυότητας για κατάρτιση σχεδίου αποπληρωμής ή εξεύρεση άλλης λύσης, πριν προχωρήσει η διαδικασία εκποίησης.
Τέλος, υπενθυμίζεται ότι ο Πρόεδρος υπέγραψε επίσης νόμο που διατηρεί την πρόνοια ότι η τιμή πλειστηριασμού δεν μπορεί να καθορίζεται κάτω από το 50% της αγοραίας αξίας του ακινήτου.



