Την ανάγκη τα μέτρα κοινωνικής πολιτικής να είναι περισσότερο στοχευμένα, ώστε η κρατική στήριξη να φτάνει πράγματι σε όσους τη χρειάζονται περισσότερο, υπογράμμισε ο Πρόεδρος του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, Ανδρέας Χαραλάμπους. Μιλώντας στην εκπομπή Alpha Ενημέρωση, έθεσε παράλληλα ζήτημα αποτελεσματικότητας των οριζόντιων παρεμβάσεων, ενώ προειδοποίησε ότι οι χρόνιες καθυστερήσεις στον ενεργειακό σχεδιασμό καθιστούν την Κύπρο ιδιαίτερα ευάλωτη κάθε φορά που σημειώνονται αναταράξεις στις διεθνείς αγορές.
Ο κ. Χαραλάμπους στάθηκε αρχικά στην εξάρτηση της κυπριακής οικονομίας από τις συμβατικές μορφές ενέργειας, συνδέοντάς την με την ένταση με την οποία οι διεθνείς αυξήσεις των τιμών μεταφέρονται στην Κύπρο. Όπως επεσήμανε, «πέρυσι ο πληθωρισμός στην Κύπρο ήταν πολύ χαμηλός, χαμηλότερος του μέσου όρου. Φέτος όμως, λόγω των διεθνών τιμών, έχει επηρεαστεί δυσανάλογα».
Σύμφωνα με τον ίδιο, η εικόνα αυτή αποτελεί ένδειξη ότι η χώρα δεν προχώρησε με την απαιτούμενη ταχύτητα στην ενεργειακή μετάβαση. «Αυτό μας δείχνει, αυτό υποδεικνύει ότι δεν κάναμε αυτά που έπρεπε να κάνουμε για την ενεργειακή μετάβαση και αυτό κάθε φορά που υπάρχει διεθνής κρίση μας αγγίζει δυσανάλογα», ανέφερε.
Αναφερόμενος στην κοινωνική πολιτική, αναγνώρισε ότι το κράτος έχει σαφή ευθύνη να παρεμβαίνει για τη στήριξη των πολιτών, σημειώνοντας ωστόσο ότι το πρόβλημα εντοπίζεται πολλές φορές στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται οι σχετικές δαπάνες. «Το μεγαλύτερο πρόβλημα που εντοπίζουμε σε γενική μορφή είναι ότι οι πλείστες κοινωνικές δαπάνες δεν είναι στοχευμένες. Είναι έτσι καθολικές, με εξαίρεση ίσως το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα», είπε. Όπως εξήγησε, όταν η στήριξη παρέχεται οριζόντια, μειώνεται η αποτελεσματικότητά της ως προς τον βασικό της στόχο, που είναι η μείωση της κοινωνικής ανισότητας και η ενίσχυση των πιο ευάλωτων νοικοκυριών.
Σε σχέση με τα πρόσφατα μέτρα κατά των πληθωριστικών πιέσεων, ο Πρόεδρος του Δημοσιονομικού Συμβουλίου ανέφερε ότι το δημοσιονομικό τους κόστος είναι διαχειρίσιμο, ενώ αναγνώρισε ότι τα περισσότερα περιλαμβάνουν κάποιο βαθμό στόχευσης. Διαφοροποίησε, ωστόσο, τη θέση του ως προς τις παρεμβάσεις στα καύσιμα, όπου η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης λειτουργεί οριζόντια για το σύνολο των καταναλωτών. Κατά τον ίδιο, μια τέτοια προσέγγιση δεν αποτελεί τον αποτελεσματικότερο τρόπο κοινωνικής παρέμβασης, αφού το όφελος δεν κατευθύνεται αποκλειστικά ή κυρίως σε εκείνους που αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη οικονομική πίεση. «Καλύτερος τρόπος να γίνεται η στόχευση είναι μέσω δαπανών», τόνισε, φέρνοντας ως παράδειγμα την απευθείας ενίσχυση συγκεκριμένων κατηγοριών πολιτών για το πετρέλαιο θέρμανσης ή άλλες ενεργειακές ανάγκες.
Την ίδια φιλοσοφία ανέπτυξε και σε σχέση με τη φορολογική μεταρρύθμιση, υποστηρίζοντας ότι το φορολογικό σύστημα δεν αποτελεί από μόνο του το καταλληλότερο εργαλείο για την επίτευξη κοινωνικών στόχων. Όπως εξήγησε, όταν παρέχονται φορολογικές ελαφρύνσεις, το μεγαλύτερο όφελος αποκομίζουν εκ των πραγμάτων όσοι καταβάλλουν μεγαλύτερο ποσό φόρου. «Εάν για παράδειγμα αυξήσουμε το όριο αφορολόγησης, κάποιος ο οποίος η κλίμακά του είναι στο 35% επωφελείται πολύ περισσότερο, ενώ αν κάποιος δεν πληρώνει καθόλου φόρο δεν επωφελείται καθόλου», ανέφερε. Διευκρίνισε ότι αυτό δεν σημαίνει πως η φορολογική μεταρρύθμιση δεν είναι αναγκαία, αλλά ότι μπορεί να υπηρετήσει κυρίως αναπτυξιακούς και όχι κατ’ ανάγκην κοινωνικούς στόχους.
Ο κ. Χαραλάμπους χρησιμοποίησε μάλιστα το παράδειγμα του αφορολόγητου για να εξηγήσει τη διαφορά. Όπως είπε, εάν το αφορολόγητο αυξηθεί κατά €1.000, ένας φορολογούμενος που βρίσκεται σε κλίμακα 35% μπορεί να έχει όφελος €350, την ώρα που κάποιος ο οποίος λόγω χαμηλού εισοδήματος δεν καταβάλλει φόρο δεν θα έχει κανένα άμεσο όφελος. «Για την κοινωνική στόχευση, για την κοινωνική διάσταση, το εργαλείο πρέπει να είναι στοχευμένες δαπάνες», σημείωσε, επιμένοντας ότι η κοινωνική πολιτική θα πρέπει να σχεδιάζεται με τρόπο που να εντοπίζει τις πραγματικές ανάγκες και να διοχετεύει εκεί τους διαθέσιμους πόρους.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στον κίνδυνο δημοσιονομικής χαλάρωσης ενόψει εκλογικών αναμετρήσεων. Στην ενδιάμεση έκθεσή του, το Δημοσιονομικό Συμβούλιο παραπέμπει σε διεθνή εμπειρική βιβλιογραφία, σύμφωνα με την οποία δεν προκύπτει ότι η αύξηση των προεκλογικών δαπανών βελτιώνει κατ’ ανάγκην τις πιθανότητες επανεκλογής μιας κυβέρνησης. Όπως ανέφερε ο κ. Χαραλάμπους, «ο κόσμος πιστεύει, πάρα πολλοί πιστεύουν, ότι έχει όφελος μια κυβέρνηση από προεκλογικού χαρακτήρα δαπάνες. Η πραγματικότητα είναι ότι αυτό δεν ανταποκρίνεται σε αυτό που δείχνουν μελέτες». Το ζητούμενο, πρόσθεσε, είναι να μην δαπανώνται δημόσιοι πόροι χωρίς ουσιαστική στόχευση και με περιορισμένο κοινωνικό αποτέλεσμα.
Στο ενεργειακό, ο Πρόεδρος του Δημοσιονομικού Συμβουλίου ήταν ιδιαίτερα επικριτικός για τις καθυστερήσεις προηγούμενων ετών. Όπως σημείωσε, είναι πλέον γνωστό ότι η ηλιακή ενέργεια αποτελεί μία από τις φθηνότερες διαθέσιμες μορφές ενέργειας, ωστόσο δεν μπορεί από μόνη της, τουλάχιστον υπό τις σημερινές συνθήκες, να καλύψει το σύνολο των αναγκών, μεταξύ άλλων εξαιτίας των ζητημάτων αποθήκευσης. Ως εκ τούτου, απαιτούνται συμπληρωματικές πηγές. Σε αυτό το πλαίσιο, επεσήμανε ότι η καθυστέρηση στην εξεύρεση λύσεων που θα επέτρεπαν τη χρήση φυσικού αερίου ως ενδιάμεσης λύσης έχει σημαντικό οικονομικό κόστος. «Η καθυστέρηση στην υιοθέτηση λύσεων που επιτρέπουν τη χρήση φυσικού αερίου μάς κοστίζει πάρα πολλά. Και σε τιμή και σε πρόστιμα τα οποία πληρώνουμε συνεχώς», ανέφερε.
Κλείνοντας, ο κ. Χαραλάμπους έστειλε μήνυμα ότι η σημερινή καλή εικόνα των δημόσιων οικονομικών δεν θα πρέπει να δημιουργεί εφησυχασμό. Αντίθετα, υποστήριξε ότι τα πλεονάσματα, η πτωτική πορεία του δημόσιου χρέους και οι γενικότερα θετικές μακροοικονομικές επιδόσεις δημιουργούν ένα παράθυρο ευκαιρίας, το οποίο θα πρέπει να αξιοποιηθεί για την αντιμετώπιση προβλημάτων που παραμένουν άλυτα εδώ και χρόνια. Έθεσε μεταξύ αυτών το δημογραφικό και τις επιπτώσεις του στο συνταξιοδοτικό, το ενεργειακό και την ανάγκη αποτελεσματικότερης κοινωνικής πολιτικής. «Δεν αξιοποιούμε αυτή τη συγκυρία για να αντιμετωπίσουμε χρόνια προβλήματα διαρθρωτικής φύσης», ανέφερε, προειδοποιώντας ότι «αν δεν αρχίσουμε έγκαιρα, αυτά τα προβλήματα θα μετατραπούν σταδιακά σε δημοσιονομικό κόστος».



