Όταν ένας οργανισμός βγαίνει δημόσια και κάνει απεργία, υποστηρίζοντας ότι ζητά μέτρα «για να φθηνίσει το ρεύμα», εκφράζοντας ανησυχίες για την επάρκεια ηλεκτρισμού της χώρας, εύλογα οι πολίτες αναμένουν ξεκάθαρες θέσεις και καίριες προτάσεις. Ωστόσο, τίποτα από όλα αυτά δεν συμπεριλαμβάνονταν στα σημεία απεργίας της ΑΗΚ. Άρα, ουσιαστικά, πρόκειται για μια απαίτηση ειδικής μεταχείρισης. Και αυτό στην τελική είναι το πραγματικό πρόβλημα.
*Άρθρο του Σωτήρη Κυπριανού, Σύμβουλος Ενέργειας
Αν παρατηρήσει κανείς προσεκτικά τι ζητείται εκ μέρους της ΑΗΚ, θα καταλάβει ότι πίσω από τις εύηχες λέξεις περί «φθηνού ρεύματος» και «συμφέροντα των καταναλωτών», «κρύβεται» η εξής λογική: να συνεχίσει η ΑΗΚ να λειτουργεί ως δεσπόζων παίκτης και ταυτόχρονα να απολαμβάνει επιπρόσθετα προνόμια που κανένας συμμετέχοντας στην αγορά δεν έχει. Και εδώ τίθεται το απλό ερώτημα: έτσι αντιλαμβανόμαστε την απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρισμού στην Κύπρο;
Η περίπτωση της Δεκέλειας αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νοοτροπίας. Η απαίτηση για «κρατική ενίσχυση» και «δίκαιη κατανομή του κόστους» ακούγεται τεχνικής φύσεως και ενδεχομένως εύλογη σε κάποιους. Στην πράξη όμως τι σημαίνει; Σημαίνει ότι μια επένδυση της ΑΗΚ -η οποία είναι ασύμφορη οικονομικά κατά την άποψη πολλών ειδικών στον τομέα της ενέργειας και θα οδηγήσει σε ακριβότερο ρεύμα- δεν θα κριθεί αυστηρά από την αγορά. Αντ’ αυτού, θα επιδιωχθεί να στηριχθεί από το κράτος και να «φορτωθεί» στους καταναλωτές. Δηλαδή, εάν η μονάδα δεν μπορεί να σταθεί εμπορικά από μόνη της, να βρεθεί τρόπος να πληρωθεί από όλους. Αυτό είναι η αγορά; Ή πρόκειται για μεταφορά ρίσκου από τον επενδυτή στους καταναλωτές;
Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται και σε ό,τι αφορά την απαίτηση της ΑΗΚ να προσπεραστούν αποφάσεις της ΡΑΕΚ. Η ΡΑΕΚ δεν δημιουργήθηκε για να χειροκροτεί την ΑΗΚ. Δημιουργήθηκε για να ελέγχει την αγορά, να επιβλέπει τη λειτουργία της και να προστατεύει το δημόσιο συμφέρον μέσα από κανόνες. Ο ίδιος ο υπουργός Ενέργειας δήλωσε πως οι αποφάσεις της δεν ελέγχονται πολιτικά και ότι ζητήθηκε ουσιαστικά να παρακαμφθούν οι διαδικασίες κρατικών ενισχύσεων για τη Δεκέλεια. Αν φτάσαμε στο σημείο να θεωρείται φυσιολογικό να ζητείται από την πολιτεία να παραμερίζει τον ρυθμιστή, τότε για ποια αγορά μιλάμε; Για αγορά κανόνων ή για αγορά εξαιρέσεων;
Εξίσου αποκαλυπτική είναι και η απαίτηση να δοθεί χαλίτικη γη στην ΑΗΚ, ώστε – όπως λέγεται – να φθηνίσει το ρεύμα και να παρακάμψει τις πρόσφατες διαδικασίες διαγωνισμών σε χαλίτικη γη που εξέδωσε το Υπουργείο Εσωτερικών. Ακόμα μια περίπτωση κατά την οποία ζητά ειδική μεταχείριση. Για όσους δε υποστηρίζουν πως η ΑΗΚ παρεμποδίζεται στον τομέα των Φ/Β, η πραγματικότητα είναι ότι διαθέτει 28 άδειες και διαχειρίζεται περίπου το 70% όλης της παραγόμενης ενέργειας από Φ/Β στην Κύπρο.
Το ίδιο ισχύει και για το αίτημα να της δοθεί για 3η φορά εξαίρεση από τη νομοθεσία περί ρύπων για τις μονάδες 1, 2 και 3 του Βασιλικού, ούτως ώστε να μην μπουν φίλτρα και να μη γίνουν οι απαιτούμενες δαπάνες μείωσης ρύπων. Η συγκεκριμένη, μάλιστα, παρουσιάζεται ως μέτρο εξοικονόμησης. Είναι όμως πράγματι εξοικονόμηση; Ή για μία ακόμα προσπάθεια να μετατεθεί το κόστος συμμόρφωσης πιο κάτω, να αγνοηθεί η περιβαλλοντική επιβάρυνση και να συντηρηθούν για λίγο ακόμα παλιές πρακτικές; Διότι το επιχείρημα «να μην ξοδέψουμε περισσότερα» ακούγεται βολικό, αλλά πάντα κάποιος πληρώνει στο τέλος. Αν όχι ο οργανισμός σήμερα, τότε οι καταναλωτές αύριο.
Την ίδια ώρα ζητείται άμεση υλοποίηση της κεντρικής αποθήκευσης. Πράγματι, η αποθήκευση είναι αναγκαία. Ωστόσο στην προκειμένη υπάρχουν μεγάλες αντιφάσεις. Διότι όταν πρόκειται για ιδιωτικά έργα αποθήκευσης, η διαδικασία «κολλά», καθυστερεί, περιπλέκεται. Όταν όμως πρόκειται για κεντρικές λύσεις που ελέγχονται από το υφιστάμενο σύστημα, τότε παρουσιάζονται ως εθνική ανάγκη που πρέπει να «τρέξει» άμεσα. Αυτό όμως δεν είναι στρέβλωση; Δεν δημιουργείται η εικόνα ότι άλλα έργα προχωρούν και άλλα μένουν πίσω, ανάλογα με το ποιος τα ελέγχει;
Ακόμα και η απαίτηση της ΑΗΚ Προμήθειας ότι πρέπει να αγοράζει φθηνή ενέργεια από υφιστάμενα φωτοβολταϊκά πάρκα, τι ακριβώς σημαίνει; Πλαφόν ή ακόμα μια στρέβλωση της αγοράς προς το συμφέρον της; Εδώ όμως προκύπτει όλη η ουσία. Η ΑΗΚ δεν φαίνεται να έχει αποδεχθεί πραγματικά ότι υπάρχει ανταγωνισμός. Θέλει να παραμείνει κυρίαρχη, να έχει ρυθμιστική ευελιξία, να λαμβάνει κρατική στήριξη, να αποκτά πρόσβαση σε γη από την πίσω πόρτα, να αποφεύγει κόστη συμμόρφωσης και όλα αυτά να τα παρουσιάζει ως πολιτική υπέρ των καταναλωτών. Οι καταναλωτές όμως δεν προστατεύονται όταν ενισχύεται ακόμα περισσότερο ο δεσπόζων παίκτης της αγοράς ενέργειας. Αντιθέτως, προστατεύονται όταν υπάρχει πραγματικός ανταγωνισμός, ξεκάθαροι κανόνες και ίση μεταχείριση.
Το τελικό ερώτημα, λοιπόν, είναι: Θέλουμε μια αγορά ηλεκτρισμού με ίσους κανόνες για όλους ή προτιμάμε μια αγορά όπου ο μεγαλύτερος παίκτης θα ζητά συνεχώς χάρες, εξαιρέσεις και ρουσφέτι, βαφτίζοντάς τα ως «μέτρα για φθηνό ρεύμα»; Γιατί αν συμβαίνει το δεύτερο, τότε δεν χτίζουμε μια ανταγωνιστική αγορά. Απλώς συντηρούμε, με διαφορετικό περιτύλιγμα, το παλιό σύστημα που μας έφερε το κόστος ηλεκτρισμού στο ύψος που βρίσκεται σήμερα.



