Ο κ. Γιώργος Κουτσόπουλος είναι παρών σε κάθε συνεδρίαση του δικαστηρίου που δικάζει τους κατηγορούμενους για την τραγωδία των Τεμπών. Ο ηλικιωμένος άνδρας από την Καρδίτσα κάθεται στην ίδια θέση κάθε φορά και κρατά στα χέρια του τη φωτογραφία του εγγονού, του Τάσου. Το βράδυ της 28ης Φεβρουαρίου του 2023, ο Τάσος, που είχε πάει στο χωριό να βοηθήσει τον πατέρα του, σκοτώθηκε κατά τη σύγκρουση των δύο τρένων. Τίποτα στη ζωή της οικογένειάς του δεν είναι ίδιο από τότε.
Τις προηγούμενες μέρες οι γονείς του κατέθεσαν στη δίκη, περιέγραψαν τα γεγονότα από το μοιραίο βράδυ, μίλησαν με συγκίνηση για τον χαμό του παιδιού τους. «Θέλω να μιλήσω για τον Τάσο», είπε η μάνα του. Καθώς οι καταθέσεις των συγγενών των 57 νεκρών ολοκληρώνονται στις επόμενες συνεδριάσεις, οι μαρτυρίες περιγράφουν «τις ζωές τους μετά»: μετά την τραγωδία, μετά την απώλεια, μετά τη μάχη μέχρι να φτάσει η υπόθεση ενώπιον της Δικαιοσύνης. Ο χρόνος για αυτές τις οικογένειες έχει ορόσημο τα Τέμπη, μετριέται πριν από και μετά το δυστύχημα.
Στο διάστημα από την τραγωδία μέχρι σήμερα οι περισσότερες οικογένειες δεν είχαν δημόσιο λόγο. Οι περισσότεροι δεν το επεδίωξαν, άλλοι βρέθηκαν στη δίνη σεναρίων και υποθέσεων που τους έκαναν να νιώθουν κατηγορούμενοι και υπόλογοι. Οι μαρτυρικές καταθέσεις αναδεικνύουν την τραγωδία για κάθε οικογένεια χωριστά. Οι μανάδες περιγράφουν με κάθε λεπτομέρεια την τελευταία μέρα που έζησαν με τα παιδιά τους, πατεράδες εξιστορούν πώς τα συνόδευσαν ως τον σταθμό του τρένου ήσυχοι, πιστεύοντας ότι είχαν επιλέξει τον ασφαλέστερο τρόπο για να ταξιδέψουν.
«Θέλω να μιλήσω για τον Τάσο. Ήταν ένα πολύ αξιόλογο παιδί», είπε η κυρία Βασιλική Κούλπα, μητέρα του Τάσου Κουτσόπουλου, κοιτάζοντας σχεδόν βουρκωμένη τους δικαστές στην ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα Γαιόπολις, του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, όπου τον περασμένο Μάρτιο ξεκίνησε η δίκη. «Δεν ήταν να φύγει εκείνη την ημέρα, ήταν να φύγει την επόμενη. Είχε πάρει καινούριο κινητό και μου το έδειχνε. Έλα να βγάλουμε μια φωτογραφία, μου είπε. Δεν ήθελα να φύγει και του το είπα», είπε. «Ετοιμάζουμε τα πράγματα. Να προσέχεις, του είπα. Τι να προσέχω; Με το τρένο θα πάω. Βγαίνω στο μπαλκόνι και τον χαιρετάω. Του λέω “ξέχασες το νερό σου”. “Θα πάρω από το τρένο”, μου είπε. Μιλήσαμε στις 11.05. Μας είπε ότι το τρένο είχε καθυστέρηση. “Πάρε όταν φτάσεις”, του είπα. Στις 12.15 με παίρνει ο Γιώργος, ο γιος μου. “Ξέρεις ο Τάσος”… “Τι ο Τάσος;”, του λέω, “Εκτροχιάστηκε το τρένο”, μου λέει. Πήραμε το αυτοκίνητο για Λάρισα. Βρήκαμε 2-3 ασθενοφόρα και πυροσβεστικά. Του λέω του άντρα μου “Μην τρέχεις, ο Τάσος έφυγε”. Φτάσαμε στο σημείο. Κοιτούσα αριστερά – δεξιά να δω τον Τάσο μου. Γύρω-γυρω ήταν παιδιά που κλαίγαν. Γυρίσαμε σπίτι πήγα στο δωμάτιο του Τάσου πήρα τις πιτζάμες του κι έμεινα εκεί…
Είδαμε ένα φέρετρο κλειστό. Θέλω να τον δω, θέλω να του βάλω ρούχα. Μου λένε καλύτερα να μην το δεις… Από τότε είπα θα αγωνίζομαι μέχρι τέλους για να δικαιωθεί. Δεν δεχόμουν ότι ο θάνατος του Τάσου ήταν ακαριαίος. Το αισθανόμουν. Μετά βγήκαν τα ηχητικά. Τα άκουσα και αναγνώρισα τη φωνή του Τάσου. Ποια μάνα δεν θα αναγνώριζε τη φωνή του. Ξαναζούσα, δεύτερη φορά τον θάνατο του Τάσου, την τραγωδία».
Σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά την τραγωδία, οι οικογένειες εξακολουθούν να ζητούν απαντήσεις. «Έχω ένα αίσθημα ματαίωσης και παραίτησης. Δεν θέλω να πω τίποτα», κατέθεσε ο κ. Αθανάσιος Καραθεοδώρου, πατέρας του Νικήτα. «Ο Νικήτας ήταν το παιδί που θα ήθελε ο καθένας να έχει. Ήταν ένας άγγελος. Θεωρούσαμε το τρένο το ασφαλέστερο μεταφορικό μέσο. Με πήρε τηλέφωνο ότι θα έρθει. Μείναμε να περιμένουμε τον Νικήτα ο οποίος δεν ήρθε ποτέ. Άνοιξαν οι πύλες της κολάσεως. Δεν ήξερα αν το ζούσα ή έβλεπα ταινία. Αλαλούμ, χάος, άπειρα τηλέφωνα. Ακόμη και τώρα δεν ξέρουμε τι παραλάβαμε . Καθολική απανθράκωση, μας είπαν. Όλα έγιναν σε κλάσματα δευτερολέπτου. Το παιδί δεν κατάλαβε τίποτα. Είναι όμως έτσι; Εκεί έρχεται η απαίτηση να μάθουμε τι ήταν αυτή η πυροσφαιρα που έκανε τόσο μεγάλη ζημιά. Είναι άλλο να χάσεις τον γιο σου στο καθήκον, ήταν στην Πυροσβεστική. Έτσι θα είχε νόημα. Είναι αλλιώς να πέσει στο καθήκον και αλλιώς να χάνεται έτσι. Δεν έχει νόημα. Δεν μπορούμε να το δούμε. Χάθηκε όλος αυτός ο κόσμος γιατί όλη η αλυσίδα που ονομάζεται ελληνικός σιδηρόδρομος ήταν σάπια. Ήταν θέμα χρόνου να συμβεί. Δεν είχαν τη δικαιολογία “δεν ήξερα”. Τώρα πια νιώθουμε θεατές που βλέπουμε τη ζωή να περνάει μπροστά μας. Δεν μπορούμε πλέον να νιώσουμε τη χαρά».
Οι γονείς των δύο μηχανοδηγών της εμπορικής αναξοστοιχίας, του Δημήτρη Μασσαλή και του Σπύρου Βούλγαρη, σήκωσαν δεύτερο σταυρό πέρα από την απώλεια των παιδιών τους. Καθώς φούντωναν τα σενάρια για ξυλόλια, παράνομα φορτία, λαθρεμπόριο, είδαν σπασμένες τις φωτογραφίες των παιδιών τους στο μνημείο στον τόπο της τραγωδίας, εκδιώχθηκαν από συγκέντρωση συγγενών καθώς, όπως τούς ειπώθηκε, υπήρχαν «αντικρουόμενα συμφέροντα». Η αναφορά, μάλιστα, στο συγκεκριμένο περιστατικό προκάλεσε ένταση στη δικαστική αίθουσα, αφού ο Αντώνης Ψαρρόπουλος, πρώην σύζυγος της Μαρίας Καρυστιανού και πατέρας της Μάρθης που «χάθηκε» εκείνο το βράδυ, δεν διέψευσε το γεγονός, αλλά υποστήριξε ότι έγινε για να προστατευτούν οι οικογένειες των δύο μηχανοδηγών. «Τα παιδιά μας τα πήραμε ακέραια και άκαυτα. Αν μετέφεραν παράνομο φορτίο που προκάλεσε την πυρόσφαιρα πρώτα εκείνα θα είχαν καεί», κατέθεσαν την αλήθεια τους τα μέλη των οικογενειών Βούλγαρη και Μασσαλή. Οι μηχανοδηγοί της εμπορικής αμαξοστοιχίας είχαν προσπαθήσει να ακινητοποιήσουν το τρένο βρέθηκαν στην ακαριαία πέδηση.
Τον πατέρα της Αγάπης Τσακλίδη θα τον βασανίζει πάντα ένα ερώτημα. «Το χαρτί (σ.σ.: πιστοποιητικό θανάτου) έγραφε ολική απανθράκωση. Δεν μας επετράπη να δούμε τη σορό. Υπάρχει ερώτημα γιατί δεν μπορέσαμε. Δεν ξέρουμε αν έζησε από τη σύγκρουση και πέθανε μετά απ’ αυτή. Γίναμε ντεντέκτιβ για να βρούμε απαντήσεις», κατέθεσε ο κ. Γιώργος Τσακλίδης. Ο ίδιος, όμως, αναφέρθηκε και στο μπάζωμα του χώρου του δυστυχήματος, λέγοντας ότι χάθηκαν πειστήρια «που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην εξήγηση για την πυρόσφαιρα», άλλωστε ακόμη δεν έχει πειστεί για τις εξηγήσεις που δόθηκαν.
Κάθε κατάθεση συγγενούς ξεδιπλώνει μια διαφορετική ιστορία, με κοινή, όμως, κατάληξη. Ανθρωποι που δεν είχαν τίποτα κοινό μέχρι το βράδυ της 28ς Φεβρουαρίου του 2023 βρέθηκαν στην ίδια διαδρομή που έμελλε να είναι η τελευταία της ζωής τους. Για την Αθηνά Κατσαρά, την κόρη της Ευαγγελίας Μπαμπαράκου, η διαδρομή ήταν ένα ταξίδι με τον άνδρα της. Το ζευγάρι είχε ένα αγοράκι μόλις δύο ετών όταν η μάνα του χάθηκε. «Η κόρη μου ήταν νιόπαντρη. Αποφάσισε να πάνε με τον γαμπρό μου ταξίδι στην Αθήνα. Πριν επιστρέψουν το βράδυ μιλήσαμε στις 10.30. Με παίρνει στις 12 το βράδυ μια συγγενής να μας πει ότι πήρε φωτιά το τρένο. Πήγαμε στη Λάρισα για να πάρουμε τα παιδιά. Κάποια στιγμή ο γιος μου βρήκε σε ένα φορείο τον γαμπρό μου. Βλέπαμε τα ασθενοφόρα να κατεβάζουν μαύρες σακούλες. Δεν πίστευα πως το παιδί μου είναι εκεί μέσα.
Την επόμενη μέρα πήγα στο σημείο και είδα τα μηχανήματα. Αρχισα να φωνάζω να ουρλιάζω αν είναι το παιδί μου εκεί. Λίγες ημέρες μετά μας είπαν πως ήταν νεκρή. Εγινε η κηδεία της. Η ζωή μας είναι ένα μαρτύριο. Η ζωή μας όλη είναι αυτό το μωρό που άφησε πίσω η κόρη μου. Εγώ και σαν μάνα και σαν γιαγιά. Δεν υπάρχει χειρότερο από το να σου σκοτώσουν το παιδί. Θέλω να τιμωρηθούν όλοι όσοι ευθύνονται για τον θάνατο της κόρης μου και των 57 ψυχών. Να είστε δίκαιοι», ζήτησε από το δικαστήριο η κυρία Μπαμπαράκου.
Ο κ. Ζήσης Κατσάρας ταξίδευε στο μοιραίο τρένο με τη σύζυγό του, Αθηνά. «Κατάλαβα το μέγεθος της καταστροφής», κατέθεσε, «όταν φτάσαμε στο Πανεπιστημιακό, γονείς να αναζητούν τα παιδιά τους». Ο ίδιος είχε τραυματιστεί. «Οι πρώτες μέρες στο νοσοκομείο ήταν εφιαλτικές. Έβλεπα μόνο φωτιές, καπνούς και άκουγα ασθενοφόρα. Στις 3 Μαρτίου δύο ώρες πριν την κηδεία μού είπαν ότι η Αθηνούλα “έφυγε”. Να μην μπορώ να δώσω ένα τελευταίο φιλί στη γυναίκα μου. Μετά ο νους μου ήταν συνέχεια στο παιδί… Πείτε μου εσείς που το παιδί μου μου ζητάει τη μάνα του… Θέλω να μπει το μαχαίρι έως το κόκκαλο. Να τιμωρηθούν. Θα είναι μια ηθική ικανοποίηση για εμάς. Ξέρω ότι το 2023 ήταν στην ίδια γραμμή δύο τρένα. Τα σπίτια μας τα έκαναν νεκροταφεία.
Η γυναίκα μου καθόταν στο παράθυρο κι εγώ δίπλα και διαγώνια καθόταν η Αναστασία. Τις κόρες του κυρίου Πλακιά τις θυμάμαι, πήγαιναν προς το κυλικείο. Ο γιος του κ. Κουτσόπουλου, ο Τάσος ήταν δίπλα μου. Κατάλαβα ότι χτύπησα κάπου πάρα πολύ».
Η κυρία Αννα Καρατζόγλου είναι η μητέρα της Κέλλυς Πορφυρίδου. «Το παιδί μου είναι νεκρό, εγώ είμαι εδώ και οι υπεύθυνοι στα σπίτια τους», κατέθεσε προτού η φωνή της να μπερδευτεί με το κλάμα της στο βήμα του μάρτυρα. «Είχε πάντα ένα χαμόγελο. Εκείνο το διάστημα την έβλεπα ευτυχισμένη», είπε για το κορίτσι της. «Η τελευταία επικοινωνία που είχα με το παιδί μου ήταν όταν ανέβηκε στο τρένο. Είχε πολλές καθυστερήσεις».
Λίγες μέρες μετά την τραγωδία έγινε η ταυτοποίηση της Κέλλυς. «Μας είπαν να μην ανοίξουμε τα φέρετρα. Εγώ το παιδί μου δεν το αποχαιρέτησα. Δεν το φίλησα, έστω, νεκρό ρε γαμώτο. Κι αυτό μου το στέρησαν», είπε κλαίγοντας.
Η Αγγελική Γεωργάκη επέβαινε στο μοιραίο επιβατικό τρένο. «Ημουν στην θέση 101 στο πέμπτο βαγόνι. Ηταν στην αριστερή μεριά στο παράθυρο. Υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στον σταθμό του Παλιοφάρσαλου. Η ταχύτητα του τρένου ήταν μεγάλη. Μετά τη Λάρισα ακούγεται ένας εκκωφαντικός ήχος σαν να έσκασε βόμβα. Επεσα κάτω και χτύπησα στο γόνατο», περιέγραψε. «Το τρένο είχε γυρίσει προς τη δική μου πλευρά. Κατάλαβα ότι εκτροχιάστηκε. Σηκώθηκα και πήγα προς τον διάδρομο. Μόλις πλησίασα στον διάδρομο άκουσα μια κοπέλα να φωνάζει “φωτιά, φωτιά”. Πλησίασα προς τον διάδρομο κοίταξα έξω από την πλευρά του δρόμου και βλέπω τη φωτιά έξω από το βαγόνι. Πήγαινε προς τα μπροστινά βαγόνια. Πήρα τηλέφωνο τη μητέρα μου την ενημέρωσα για να έρθει η Πυροσβεστική. Επικρατούσε ένας πανικός. Δεν υπήρχε κανένας να μας πει κάτι. Κάποιοι διατηρώντας την ψυχραιμία τους προσπάθησαν να ανοίξουν την πόρτα. Ενας επιβάτης μικρής ηλικίας έσπασε το παράθυρο λόγω της φωτιάς η ατμόσφαιρα έγινε αποπνικτική. Ανοιξε η πόρτα. Σχηματίστηκε μια ουρά και κατεβήκαμε από την αριστερή πλευρά απο την πίσω πόρτα. Προχωρήσαμε κάποια μέτρα προς σήραγγα, έβλεπες την αμαξοστοιχία σαν να μπαίνει σε στεφάνι φωτιάς. Εκείνη τη στιγμή φοβήθηκα ότι θα εκραγεί…», περιέγραψε.
«Δεν είμαι εδώ για να μιλήσω για τον δικό μου πόνο. Είμαστε εδώ για να μιλήσω για τη Φραντζέσκα μου», είπε στην κατάθεσή της η κυρία Φωτεινή Κοκκάλα. «Hταν ένα χαρούμενο φωτεινό πλάσμα με ευαισθησία. Το σπίτι μας έγινε νεκροταφείο. Hταν γεμάτο από το τραγούδι και την παρουσία της. Παρακαλούσα να βρω την κόρη μου έστω και βαριά τραυματισμένη στο νοσοκομείο. Από την ώρα που έμαθα για τον χαμό της η ζωή μου χωρίστηκε στο πριν και το μετά. Ηταν στο κυλικείο. Η κόρη μου επέζησε της σύγκρουσης και αν δεν υπήρχε η φωτιά θα ζούσε σήμερα. Ακούγεται να φωνάζει. Και παρόλο που πάλευε για τη ζωή της βρήκε τη δύναμη να εκφράσει την αγάπη της στην επιστήθια φίλη. Τα παιδιά μας έζησαν την κόλαση. Αν δεν υπήρχε η φωτιά, η κόρη μου θα ζούσε σήμερα. Αυτή η σκέψη με σκοτώνει κάθε μέρα. Τι ήταν αυτό που έκαψε τα παιδιά μας. Ποια ήταν τα αίτια της πυρόσφαιρας».
Ο κ. Γιώργος Καρακώστας που έχασε στα Τέμπη τη γυναίκα του Βάια Μπλέκα, σταμάτησε πολλές φορές ενώ κατέθεσε, αφού δεν μπορούσε να συγκρατήσει το κλάμα του. Η γυναίκα του επρόκειτο να ταξιδεύσει στην Αμερική για να τον συναντήσει. «Θέλω να αποδοθεί δικαιοσύνη χωρίς παζάρια. Η σιδηροδρομική γραμμή δεν είχε κανένα μέσο παρακολούθησης. Στέλναμε ένα τρένο και δεν ξέραμε πού βρίσκεται». Ο κ. Καρακώστας, ο οποίος είναι μηχανικός αεροσκαφών, ρωτήθηκε από συνήγορο και είπε πως η πυρόσφαιρα δεν μπορεί να συμβεί από υδραυλικά έλαια.
«Ηρθα να σας ζητήσω δικαίωση για τον γιο μου. Ηθελε να προχωρήσει στη ζωή του αλλά για εμάς όλα άλλαξαν. Τίποτε δεν είναι ίδιο. Ούτε το κυριακάτικο τραπέζι. Ζητάμε να βγει η αλήθεια, να τιμωρηθούν όλοι αυτοί που έφταιξαν», ζήτησε η Μαρία Νατσούρα, μητέρα του Σωτήρη Καραγεωργίου. «Εχασα το παιδί μου και άλλοι έχασαν τους δικούς τους. Υποφέρουν άνθρωποι που είναι τραυματίες. Υποφέρει ο Γεράσιμος. Εγώ ζητώ την παραδειγματική τιμωρία όσων εμπλέκονται. Τιμωρήστε τους παραδειγματικά. Δεν ακολούθησαν τους κανόνες. Τότε μόνο θα έχει αξία», είπε.
Ο Γεράσιμος Γεωργιάδης είναι ο μοναδικός επιζών επιβάτης από το πρώτο βαγόνι. Η κατάθεση του πατέρα του, Διονύση, πάγωσε την αίθουσα του δικαστηρίου στη Λάρισα. «Αν ο Γεράσιμος με τέτοιο πείσμα αρνείται να εγκαταλείψει, εγώ σαν πατέρας είμαι υποχρεωμένος να αγωνιστώ για να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι και αυτό να μην ξαναγίνει», είπε ο κ. Γεωργιάδης, περιγράφοντας παράλληλα τον Γολγοθα του παιδιού και της οικογένειάς του. «Οι γιατροί στη Βοστόνη μας είπαν πως ίσως, παρά την καταστροφή, υπάρχουν ίχνη συνείδησης, μετά από τεστ που έκαναν, αντιδρώντας στη φωνή του αδελφού του. Ο Γεράσιμος θέλει πάρα πολύ να ζήσει. Οι ίδιοι οι γιατροί δηλώνουν έκπληκτοι πώς έφτασε μέχρι σήμερα. Σε όλη αυτή τη διαδρομή κοιμόμασταν οκτώ μήνες σε μια καρέκλα. Παρακαλούσα να μην ανοίξει η πόρτα. Η κατάσταση του παιδιού μου είπαν πως είναι μη αναστρέψιμη. Είμαι σίγουρος πως ο Γεράσιμος αντιλαμβάνεται». Μετά την ολοκλήρωση των καταθέσεων των συγγενών των νεκρών αναμένεται να ξεκινήσουν οι καταθέσεις εμπειρογνωμόνων.
Πηγή: protothema.gr



