Οι καλλιτέχνες πολλές φορές γίνονται πιο οικείοι σε εμάς όταν οι ίδιοι μας μιλάνε για τη ζωή τους με τα δικά τους λόγια, με τις δικές τους εμπειρίες και στιγμές που ο κόσμος δεν γνωρίζει.
Αυτό συνέβη και με την αείμνηστη Μαρινέλλα, μια από τις μεγαλύτερες φωνές του ελληνικού πενταγράμμου, που «έφυγε» για την μεγάλη μπάντα του παραδείσου.
Ο γυρισμός του πατέρα της από τον πόλεμο
Μία από τις πιο σημαντικές στιγμές στη ζωή της ήταν όταν ο πατέρας της που πολεμούσε στην Αλβανία το ’41, γύρισε στο πατρικό τους.
«Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι στη ζωή μου είναι η μέρα που γύρισε από τον πόλεμο ο πατέρας μου. Hταν άνοιξη του ’41. Hμουν δεν ήμουν τριών ετών. Από τα ξημερώματα τα καράβια έφερναν φαντάρους. Τον περίμενα”. Από την ανυπομονησία, βγήκα από το σπίτι μας, μπλέχτηκα μες στον κόσμο κι όπως περνούσαν οι φαντάροι, τους κοίταζα μέσα στα μάτια. Ποιος θα μπορούσε να είναι ο πατέρας μου; Κάποια στιγμή, χωρίς να καταλαβαίνω γιατί, σταμάτησα μπροστά σε έναν ψηλό άνδρα. Κοιταχτήκαμε για λίγο. “Μπαμπά!” φώναξα. Εκείνος πέταξε το σακίδιό του και με σήκωσε στην αγκαλιά του. Ξωπίσω ερχόταν η μάνα μου αλαφιασμένη. “Γιώργο! Πώς σε γνώρισε το παιδί;”. Είχαν σαστίσει. Αφού βρέφος ήμουν όταν είχε φύγει, ούτε φωτογραφία του δεν είχα δει, πώς ήξερα ότι ήταν εκείνος; Ένστικτο θα μου πεις. Μάλλον» είπε η Μαρινέλλα σε συνέντευξή της στην Καθημερινή.
Ο μεγάλος της έρωτας Στέλιος Καζαντζίδης
Η Μαρινέλλα νοσταλγούσε τα χρόνια της με τον Στέλιο Καζαντζίδη και θυμόταν πολλές φορές στιγμιότυπα από τη ζωή της μαζί του. Εκείνος της έμαθε πολλά για το επάγγελμα της τραγουδίστριας και την «έβαλε» στη ζωή των νυχτερινών κέντρων και της μουσικής σκηνής της εποχής.
Είχε πει χαρακτηριστικά πάλι στην Καθημερινή:
«Πολλές φορές. Αλλά δεν ήθελε να το κάνει. “Να τραγουδήσω για ποιον;” έλεγε. Δεν εκτιμούσε ιδιαίτερα το κοινό. Στα χρόνια της απουσίας του όλα είχαν αλλάξει. Είχε αφήσει τη νύχτα στο Αλφα κι είχε πλέον φτάσει στο Ωμέγα… Αυτό, πάντως, το λάθος τού το χρεώνω: ότι στέρησε τη χαρά τού να τον ακούσουν λάιβ, από όσους τον αγαπούσαν αλλά και από τις νέες γενιές, που τον γνώρισαν και τον αγάπησαν μέσω των μανάδων, των πατεράδων, των παππούδων τους. Μου λείπει ο Στέλιος, ξέρεις. Είχε καρδιά μικρού παιδιού. Νοσταλγώ τα πρώτα μας χρόνια, τα αγαπησιάρικα. Μετά τον χωρισμό μας μείναμε φίλοι – και με τον ίδιο, και με τη Βάσω, τη γυναίκα του. Οταν νοσηλευόταν στο Οφενμπαχ της Γερμανίας είχα πάει να τον δω. Εμεινα δεκαπέντε ημέρες. Του μιλούσα, του τραγουδούσα, τον τάιζα. Εχω πάντα στην κρεβατοκάμαρά μου μια φωτογραφία από τότε που ήμασταν πολύ νέοι και πολύ ερωτευμένοι. Την κοιτάω και του μιλάω. “Γιατί έπρεπε να φύγεις τόσο γρήγορα, χριστιανέ μου; Γιατί δεν πρόσεξες τον εαυτό σου; Είναι καλύτερα εκεί που είσαι τώρα;”, του λέω και καμιά φορά του θυμώνω».
«Ο Στέλιος δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο στην καριέρα μου»
Τον αγαπούσε πολύ αλλά την ίδια στιγμή τον θεωρούσε μέντορα της και μεγάλο δάσκαλο. Αν δεν ήταν τα ντουέτα τους η Μαρινέλλα θα ήταν κάτι το διαφορετικό στην καριέρα της.
«Ο Καζαντζίδης δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο στη διαδρομή μου, ούτε στην ανέλιξή μου. Απεναντίας, με βοήθησε πάρα πολύ. Απ’ αυτόν έμαθα πάρα πολλά στα δέκα χρόνια που ήμασταν μαζί. Μεγάλο σχολείο ο άνθρωπος αυτός. Όταν πρωτομιλήσαμε, μου ζήτησε να κατέβω στην Αθήνα μαζί του για να του κάνω σεγκόντο. “Θα γίνουμε ντουέτο”, τον θυμάμαι να μου λέει, και φυσικά δέχθηκα αμέσως. Είχε χωρίσει από την Καίτη Γκρέυ και πήγαμε να μείνουμε στο σπίτι του, στη Νέα Ιωνία, μαζί με τη μητέρα του, Γεσθημανή, την οποία λάτρευε, όπως και αυτή το ίδιο».
«Με τον Καζαντζίδη δεν βγήκαμε ποτέ κανονικό ραντεβού»
Η Μαρινέλλα ήταν ακόμη μικρή όταν συνάντησε για πρώτη φορά τον Καζαντζίδη και όταν του είπε πως έπρεπε να φύγει ένα βράδυ νωρίς γιατί θα πήγαινε για ψάρεμα με τον πατέρας της, εκείνος ενθουσιάστηκε γιατί αγαπούσε πολύ το ψάρεμα.
«Μπήκαμε στη βάρκα και βγήκαμε στον Θερμαϊκό. Το καλύτερο δόλωμα ήταν το μαμούνι, όπως το λέγαμε. «Να έχεις υπομονή και παρακαλώ μη ρίξετε στάχτη μέσα στη βάρκα», έλεγε ο πατέρας μου. Τρέλα με την καθαριότητα!
Είχαμε αφήσει τα παπούτσια κάτω από την κουπαστή. Περπατούσαμε ξυπόλυτοι σε έναν ωραίο μουσαμά και μετά, πριν βγούμε έξω, καθαρίσαμε τη βάρκα από τα λέπια. Αυτά ήταν τα ραντεβού μας», αφηγείται στη συνέχεια η Μαρινέλλα.
Νομίζω υπήρξατε η πρώτη σταρ στην Ελλάδα με κοντό μαλλί, παντελόνι και πουκάμισο, τη ρωτάει ο δημοσιογράφος και εκείνη δίνει την αφοπλιστική απάντηση.
«Ναι, τα παντελόνια τα έβαλα, γιατί μου πετούσαν πιάτα και μου μάτωναν τα πόδια. Κάτι πήγαν να μου πουν τότε, ότι είμαι λεσβία», απαντά η Μαρινέλλα αμέσως μετά.»
Τα παιδικά της χρόνια τα θυμόταν με χαρά
Η Μαρινέλλα είχε καλά παιδικά χρόνια, με δύο γερούς γονείς, έμεναν στη Θεσσαλονίκη. Δεν πείνασαν ποτέ στα δύσκολα χρόνια της εποχής, μάλιστα έλεγε πως ο πατέρας της εκτός από δεινός ψαράς, είχε και οικολογική συνείδηση.
«Από τα παιδικά μου χρόνια, που ήταν ευτυχισμένα, με δυο καλούς γονείς. Στο σπίτι μας στη Θεσσαλονίκη, στη γωνία Παλαιών Πατρών και Παύλου Μελά, δεν είχαμε να φάμε, αλλά ποτέ δεν μας έλειψε το φαγητό. Ποτέ δεν μείναμε νηστικοί. Κι όποιον περνούσε απέξω ο πατέρας μου τον καλούσε να φάει μαζί μας. “Μα, Γιώργο μου, δεν έχουμε τίποτα. Τι θα τους ταΐσω τόσους ανθρώπους;” απελπιζόταν η μαμά. “Μη στενοχωριέσαι, Δομνίτσα μου – έτσι την έλεγε. Eντεκα δεν θα είμαστε; Περίμενε και θα δεις”, απαντούσε εκείνος. Κι έπειτα γυρνούσε προς το μέρος μου. “Πάμε”, μου έλεγε. Παίρναμε το βαρκάκι μας, ανοιγόμασταν έξω από τον Λευκό Πύργο και πιάναμε ακριβώς έντεκα τσιπούρες. “Βρε, Γιώργο μου, δεν μπορούσες να φέρεις δώδεκα;” διαμαρτυρόταν η μαμά μου όταν γυρίζαμε. “Γιατί, κοριτσάκι μου; Εντεκα δεν είμαστε; Τα ψάρια εκεί θα είναι και αύριο. Μπορεί να μην την τρώγαμε τη δωδέκατη τσιπούρα. Γιατί να την πετάξουμε; Στη θάλασσα θα μείνει, άσ’ τη να μεγαλώσει”. Πώς το λέτε σήμερα, οικολογική συνείδηση; Ε, αυτό είχε ο πατέρας μου, ήταν μπροστά από την εποχή του. Και ήταν ο καλύτερος ψαράς που υπάρχει! Είδες; Ενεστώτα χρησιμοποιώ…»
«Τα λέω σταράτα. Η ντομπροσύνη μου και η ειλικρίνεια μου μού χάρισαν πολλά»
Η Μαρινέλλα είχε τρομερή φωνή από μικρή, επίσης ήταν μία γυναίκα εμφανίσιμη και πολλοί την ήθελαν, αυτή όμως επέμενε πως το χαρακτηριστικό της που την έκανε διάσημη αλλά και τελικά της έδωσε τύχη στη δουλειά της ήταν η ειλικρίνεια της.
«Τα λέω σταράτα. Η ντομπροσύνη μου και η ειλικρίνεια μου μου χάρισαν πολλά αλλά την ίδια στιγμή έκαναν πολλούς να εκνευριστούν. Θα ήθελα ο κόσμος να νιώθει και να αισθάνεται αγάπη. Αυτό είναι το πιο σημαντικό. Με την αγάπη μόνο θα έρθει ειρήνη στον κόσμο, αλλά δυστυχώς δεν αγαπάμε, έχουμε μέσα μας πολλές κακίες».
Η Μαρινέλλα και το ελληνικό σινεμά που την έκανε υπέρσταρ
Το τραγούδι ήταν το φόρτε της αλλά όμως μετά που εμφανίστηκε για να τραγουδήσει σε διάφορες ελληνικές ταινίες της δεκαετίας του ’50 και του ’60, μόνο τότε το αστέρι της έλαμψε πραγματικά και την γνώρισε όλο το πανελλήνιο.
«Το 1968 ο Γιάννης Δαλιανίδης ήθελε να τραγουδήσω σε κάποια σκηνή της ταινίας Γοργόνες και Μάγκες. Τελικά, ερμήνευσα το «Άνοιξε, πέτρα» που έγραψε ο Λευτέρης Παπαδόπουλος σε μουσική του Μίμη Πλέσσα. Ένα τραγούδι που ακόμη αντέχει και έχει ριζώσει στις καρδιές των ανθρώπων. Κάθε φορά, όπου και να βρίσκομαι, μου ζητούν να το πω. Καμιά φορά, αν δεν το κάνω, γίνεται χαμός. Αλλά δεν χαλάω χατίρι. Και η κατάληξη; Τόσα χρόνια, το ίδιο παρατεταμένο χειροκρότημα. Μια ωραία συνεργασία, πάντως, ήταν κι εκείνη με τον Κώστα Χατζή στην Πλάκα της δεκαετίας του ’70. Τότε παρουσιάσαμε το πρόγραμμα «Ρεσιτάλ» με 52 καινούργια τραγούδια, τα «Τρελός ή παλικάρι», «Γλυκό της νιότης μου πουλί», «Όλος ο κόσμος είσαι εσύ», «Σ’ αγαπώ», «Σύνορα η αγάπη δε γνωρίζει», «Η αγάπη όλα τα υπομένει» – ένας τριπλός δίσκος που κυκλοφόρησε το Πάσχα του ’76 και πούλησε 500.000 αντίτυπα. Μέχρι και σήμερα ανήκει στους δέκα εμπορικότερους ελληνικούς δίσκους όλων των εποχών. Με τον Κώστα συνεργαστήκαμε ξανά το 1980 στον δίσκο «Το ταμ-ταμ» και το 1987 στον δίσκο «Συνάντηση».»
Πηγή: cnn.gr



