Η δεκατετραήμερη εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η οποία συμφωνήθηκε στις 8 Απριλίου, δεσπόζει αυτή την εβδομάδα στον διεθνή Τύπο, με αναλυτές από τη Δύση έως την Ασία να καταλήγουν σε κοινό συμπέρασμα: ούτε η Ουάσιγκτον ούτε το Τελ Αβίβ πέτυχαν τους στρατηγικούς τους στόχους. Το Ιράν διατηρεί το πυρηνικό του πρόγραμμα, το καθεστώς παραμένει όρθιο και τα παραστρατιωτικά του δίκτυα εξακολουθούν να λειτουργούν. Την ίδια στιγμή, η εκεχειρία αντιμετωπίζεται περισσότερο ως τακτική παύση παρά ως βήμα προς οριστική αποκλιμάκωση, καθώς και οι δύο πλευρές αξιοποιούν το διάστημα αυτό για ανασυγκρότηση και ανεφοδιασμό.
Σε ευρύτερο γεωπολιτικό επίπεδο, ο δυτικός και ο ασιατικός Τύπος εστιάζουν στις συστημικές συνέπειες της σύγκρουσης: στην ευκαιρία που δημιουργεί για την Κίνα η δυτική αποσταθεροποίηση, στα περιθώρια επιρροής που διαθέτει το Πεκίνο στην τελική διευθέτηση και στα κίνητρα του Τραμπ για ενδεχόμενη παράταση των εχθροπραξιών. Στο ίδιο πλαίσιο, ο γαλλικός Τύπος εξετάζει την «παγωμένη» αντιπαλότητα μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, ενώ ο ουκρανικός Τύπος ασκεί κριτική στη στρατηγική του «αντίστροφου Κίσινγκερ», την οποία αποδίδει στην κυβέρνηση Τραμπ, για την απομάκρυνση της Ρωσίας από την Κίνα μέσω παραχωρήσεων σε βάρος της Ουκρανίας.
Ο δυτικός Τύπος
Το άρθρο «Ο Πόλεμος του Ιράν σε όλο τον Κόσμο», που δημοσιεύθηκε στη Wall Street Journal στις 6 Απριλίου και υπογράφεται από τον Walter Russell Mead, εξετάζει τις παγκόσμιες γεωπολιτικές συνέπειες μιας σύγκρουσης με επίκεντρο το Ιράν. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η κρίση δεν αφορά μόνο τη Μέση Ανατολή, αλλά επηρεάζει άμεσα τις ισορροπίες ισχύος στην Ευρώπη, την Ασία και, ευρύτερα, το διεθνές σύστημα. Η Κίνα βλέπει στην αποσταθεροποίηση μια ευκαιρία να ενισχύσει τη θέση της, επωφελούμενη από τη δυτική διάσπαση και την αμερικανική εμπλοκή σε ακόμη μία μεγάλη σύγκρουση. Η Ευρώπη εμφανίζεται διχασμένη, χωρίς ενιαία στρατηγική, καθώς τα επιμέρους κράτη αξιολογούν διαφορετικά τους κινδύνους για την ενέργεια, την ασφάλεια και τις σχέσεις τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Ρωσία, πέρα από την ίδια την Τεχεράνη, φαίνεται να έχει τα περισσότερα να χάσει, καθώς η αποδυνάμωση του Ιράν θα μπορούσε να υπονομεύσει έναν κρίσιμο εταίρο της και να περιορίσει τη ρωσική επιρροή στην περιοχή. Το βασικό επιχείρημα είναι ότι ένας πόλεμος με επίκεντρο το Ιράν θα προκαλούσε αλυσιδωτές επιπτώσεις πολύ πέρα από τα άμεσα πεδία των μαχών, αναδιαμορφώνοντας συμμαχίες, στρατηγικές προτεραιότητες και την παγκόσμια κατανομή ισχύος.
Στο άρθρο «Καθώς η πολιτική οικονομία του Ιράν καταρρέει, η στρατιωτική του οικονομία γίνεται ισχυρότερη», που δημοσιεύθηκε στον Economist στις 6 Απριλίου, αναλύεται πώς ο πόλεμος διχάζει την ιρανική οικονομία στα δύο. Αρχικά, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ απέφευγαν σε μεγάλο βαθμό να πλήξουν πολιτικές υποδομές, όμως από τις αρχές Απριλίου κλιμάκωσαν τα πλήγματα σε γέφυρες, ηλεκτρικά δίκτυα και άλλους οικονομικούς στόχους, επιδιώκοντας να παραλύσουν την καθημερινή ζωή και να μειώσουν τα δημόσια έσοδα του καθεστώτος. Ωστόσο, το κείμενο υποστηρίζει ότι αυτή η στρατηγική ίσως αποτύχει, επειδή το καθεστώς και οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης δεν εξαρτώνται πλέον σε μεγάλο βαθμό από την επίσημη πολιτική οικονομία. Η ζωή των απλών Ιρανών επιδεινώνεται ραγδαία: ανεργία, ελλείψεις, πληθωρισμός, υποτίμηση του ριάλ, διακοπές στο διαδίκτυο και περιορισμός των εισαγωγών. Αντίθετα, οι Φρουροί ενισχύονται μέσω τριών βασικών πηγών: των πετρελαϊκών εξαγωγών, του ελέγχου εγχώριων βιομηχανιών και του παράνομου εμπορίου. Οι υψηλές τιμές του πετρελαίου, η μειωμένη ξένη ανταγωνιστικότητα και η αναστάτωση στις μεταφορές αυξάνουν τα έσοδά τους. Παρά τις ζημιές σε εργοστάσια και βιομηχανικές μονάδες, το άρθρο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, χωρίς πλήγμα στις ιρανικές πετρελαϊκές ροές, η χρηματοδοτική ισχύς των Φρουρών δύσκολα θα εξουδετερωθεί.
Ο Jean-Pierre Filiu, στην παρέμβασή του με τίτλο «Η πάλη ισχύος μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων έχει απλώς ανασταλεί», που δημοσιεύθηκε στη Le Monde στις 5 Απριλίου, αναλύει τη βαθιά αλλά προσωρινά παγωμένη αντιπαλότητα ανάμεσα στο Ριάντ και το Άμπου Ντάμπι. Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι, παρά τη συγκυριακή σύγκλιση των δύο χωρών λόγω των ιρανικών επιθέσεων και του ευρύτερου πολέμου, οι στρατηγικές τους διαφορές παραμένουν ενεργές. Η σχέση του Μοχάμεντ μπιν Ζαγέντ με τον Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν μεταβλήθηκε από σχέση καθοδήγησης σε σχέση ανταγωνισμού, ιδιαίτερα μετά το 2021 και την άρση του αποκλεισμού του Κατάρ. Οι δύο χώρες ανταγωνίζονται για επενδύσεις, επιρροή στην αγορά πετρελαίου και περιφερειακή ηγεμονία. Στην Υεμένη, η Σαουδική Αραβία ανέτρεψε τους αυτονομιστές που στήριζαν τα Εμιράτα, οδηγώντας ουσιαστικά στην απομάκρυνση των Εμιράτων από τη χώρα. Στο Σουδάν, η Σαουδική Αραβία απομακρύνθηκε από τον ρόλο του ουδέτερου μεσολαβητή και προσέγγισε περισσότερο την Αίγυπτο, απέναντι στην εμιρατινή στήριξη προς τις Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης. Αντίστοιχες αποκλίσεις εμφανίζονται και στη Σομαλία, αλλά και στο παλαιστινιακό: η Γάζα αποθάρρυνε το Ριάντ από την εξομάλυνση των σχέσεων με το Ισραήλ, ενώ το Άμπου Ντάμπι ενίσχυσε τη συνεργασία του με αυτό. Ο συγγραφέας καταλήγει ότι η τρέχουσα κοινή πίεση δεν επιλύει, αλλά απλώς αναβάλλει, μια μελλοντική αναμέτρηση.
Η El País δημοσίευσε στις 7 Απριλίου κύριο άρθρο με τίτλο «Τόσο οι απειλές του Τραμπ όσο και η περιφρόνηση των αγιατολάχ προς την εκεχειρία που πρότεινε το Πακιστάν εμποδίζουν το τέλος του πολέμου». Στο άρθρο υποστηρίζεται ότι, παρά τις προσπάθειες για εκεχειρία, τόσο η ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ όσο και η στάση της ιρανικής ηγεσίας απομακρύνουν την προοπτική της ειρήνης. Το κείμενο κατακρίνει τις δηλώσεις του Τραμπ ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να «καταστρέψουν μια ολόκληρη χώρα μέσα σε μια νύχτα», θεωρώντας τες αλαζονικές, επικίνδυνες και ασύμβατες με τη δημοκρατική ηγεσία. Τονίζεται ότι αυτές οι απειλές δεν διαχωρίζουν το ιρανικό καθεστώς από τον ιρανικό λαό και δεν αφήνουν στην Τεχεράνη καμία ρεαλιστική διέξοδο πέρα από την πλήρη υποχώρηση. Παράλληλα, η απόρριψη από το Ιράν του πακιστανικού σχεδίου για προσωρινή εκεχειρία παρουσιάζεται ως εξίσου σοβαρή, αφού οι ιρανικές απαιτήσεις κρίνονται ανέφικτες εν μέσω πολέμου. Το άρθρο επισημαίνει επίσης ότι το Ιράν και το Ισραήλ πλήττουν πολιτικές υποδομές και κατοικημένες περιοχές, παραβιάζοντας το διεθνές δίκαιο. Τέλος, υπογραμμίζεται ότι ο Τραμπ αγνοεί τις πραγματικές συνέπειες των αποφάσεών του, ενώ η εικόνα των Ηνωμένων Πολιτειών επιδεινώνεται διεθνώς και ενισχύεται η ανησυχία για περαιτέρω κλιμάκωση.
Ο Τύπος της Μέσης Ανατολής
«Ημέρα 40 του πολέμου: Ποιος πού στέκεται;» είναι ο τίτλος του άρθρου γνώμης που δημοσίευσε η Daily Sabah στις 8 Απριλίου. Στην ανάλυσή του, ο Muhittin Ataman επισημαίνει ότι, σαράντα ημέρες μετά την έναρξη των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων εναντίον του Ιράν, ο πόλεμος έχει ανατρέψει τις περιφερειακές ισορροπίες χωρίς οι επιτιθέμενοι να έχουν πετύχει τους στόχους τους. Το Ιράν δεν παραδόθηκε, το καθεστώς δεν κατέρρευσε και ο λαός δεν εξεγέρθηκε· αντιθέτως, η χώρα παρουσιάζεται πιο συνεκτική. Το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ επέφερε ισχυρό πλήγμα στην παγκόσμια οικονομία, αναγκάζοντας τις ΗΠΑ να άρουν το εμπάργκο πετρελαίου κατά της Ρωσίας. Το εμπλουτισμένο ουράνιο του Ιράν παραμένει αγνώστου τύχης, με ορισμένους αναλυτές να εκτιμούν ότι η νέα ηγεσία μπορεί να επιδιώξει ακόμη και την απόκτηση πυρηνικών όπλων ως αποτρεπτικού μέσου. Οι ΗΠΑ υπέστησαν σοβαρές απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό και υποδομές, ενώ η αξιοπιστία τους έναντι των συμμάχων τους στο ΝΑΤΟ και στη Μέση Ανατολή κατακρημνίστηκε. Το Ισραήλ εμφανίζεται επίσης αποδυναμωμένο, τόσο στρατιωτικά όσο και διπλωματικά. Οι χώρες του Κόλπου υπέστησαν βαρύτατες απώλειες σε έναν πόλεμο που δεν τους ανήκε, αναδεικνύοντας την ευθραυστότητα της ασφάλειάς τους. Συμπέρασμα: τίποτε στη Μέση Ανατολή δεν θα είναι πλέον το ίδιο.
Η ανάλυση του Dan Perry με τίτλο «Το Ιράν δέχθηκε πράγματι βαρύ πλήγμα στις δυνατότητές του, αλλά το τίμημα ενδέχεται να είναι υψηλότερο από ό,τι φανταζόμασταν» δημοσιεύθηκε στη Maariv στις 9 Απριλίου. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, ο πόλεμος εναντίον του Ιράν έληξε χωρίς σαφή νίκη. Ο Τραμπ πέρασε μέσα σε μία ημέρα από απειλές για αφανισμό ολόκληρου του ιρανικού πολιτισμού σε κατάπαυση πυρός δύο εβδομάδων, υπό τον όρο της επαναλειτουργίας του Στενού του Ορμούζ. Ωστόσο, αυτός ο στόχος θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί και χωρίς πόλεμο. Οι κεντρικοί στόχοι δεν επιτεύχθηκαν: το Ιράν διατηρεί τα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου του, δεν έχει δεσμευθεί για αποπυρηνικοποίηση, ενώ το δίκτυο παραστρατιωτικών οργανώσεών του παραμένει άθικτο. Οι στρατιωτικές υποδομές του Ιράν υπέστησαν σοβαρές ζημιές —συμπεριλαμβανομένης της εξόντωσης του Χαμενεΐ— όμως πρόκειται, κατά τον αρθρογράφο, για ένα «κούρεμα γκαζόν» που μπορεί να αναστραφεί. Το κόστος ήταν βαρύ: εκατοντάδες άμαχοι νεκροί, οικονομικές αναταραχές λόγω της αύξησης των τιμών του πετρελαίου, κλονισμός της εμπιστοσύνης στο ΝΑΤΟ και διεθνής απομόνωση των ΗΠΑ. Το Ιράν απέδειξε ότι μπορεί να κρατά ομήρους τις παγκόσμιες αγορές μέσω του Ορμούζ. Η κατάρρευση του καθεστώτος, την οποία πολλοί ανέμεναν, δεν επήλθε. Τελικό συμπέρασμα: στρατηγικά αμφίβολο αποτέλεσμα για τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.
Ο Τύπος της Ασίας
Η ανάλυση «Η Κίνα δεν μπορεί να τερματίσει τον πόλεμο με το Ιράν, αλλά μπορεί να διαμορφώσει την τελική έκβαση», που δημοσιεύθηκε στους Japan Times στις 7 Απριλίου από την Karishma Vaswani, εξετάζει τα όρια αλλά και τις δυνατότητες της κινεζικής διπλωματίας στη σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν. Η Κίνα επιθυμεί τον τερματισμό του πολέμου, τόσο για να ενισχύσει το αφήγημά της ως δύναμης σταθερότητας απέναντι στις ΗΠΑ όσο και για να προστατεύσει τα δικά της στρατηγικά συμφέροντα. Πρότεινε, μαζί με το Πακιστάν, ένα σχέδιο πέντε σημείων που περιλαμβάνει εκεχειρία, συνομιλίες, προστασία αμάχων και αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, όμως το σχέδιο στερείται μηχανισμών εφαρμογής και αποφεύγει κρίσιμα ζητήματα, όπως το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Παρά τον σκεπτικισμό για την αποτελεσματικότητά του, το Πεκίνο έχει σοβαρό κίνητρο να παρέμβει, αφού απορροφά περίπου το 90% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου και εξαρτάται από τη ροή ενέργειας μέσω του Ορμούζ. Οι σχέσεις του με την Τεχεράνη, το Ισραήλ και την Ουάσιγκτον του δίνουν περιθώρια επιρροής, χωρίς όμως να το καθιστούν ουδέτερο μεσολαβητή. Το πιθανότερο είναι ότι η Κίνα θα επιδιώξει να επηρεάσει τη λύση χωρίς να αναλάβει το βάρος της επιβολής της.
Στο άρθρο «Γιατί ο Ντόναλντ Τραμπ χρειάζεται τώρα έναν “αιώνιο πόλεμο”», που δημοσιεύθηκε στη South China Morning Post στις 7 Απριλίου από τον Alex Lo, υποστηρίζεται ότι ο Πρόεδρος των ΗΠΑ μπορεί να έχει προσωπικό και πολιτικό συμφέρον να παρατείνει τον πόλεμο με το Ιράν. Ο αρθρογράφος παρουσιάζει τον Τραμπ ως ηγέτη που έχει ήδη χάσει αξιοπιστία λόγω της σύγκρουσης, αφού δεν πέτυχε μια γρήγορη νίκη και, αντίθετα, συνέβαλε στην περιφερειακή αποσταθεροποίηση και στην ενεργειακή κρίση. Αν και θεωρητικά θα μπορούσε να αποχωρήσει, να κηρύξει νίκη και να περιορίσει τη ζημία, το κείμενο εκτιμά ότι κάτι τέτοιο θα τον εξέθετε, μετά τη θητεία του, σε διώξεις, έρευνες και πιθανές ποινικές συνέπειες. Γι’ αυτό ο συγγραφέας θεωρεί πιθανότερο να ακολουθήσει το παράδειγμα ηγετών όπως ο Βλαντίμιρ Πούτιν και ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, για τους οποίους ο παρατεταμένος πόλεμος λειτούργησε ως μηχανισμός πολιτικής επιβίωσης. Το άρθρο προειδοποιεί επίσης για ενδεχόμενη χερσαία εμπλοκή των ΗΠΑ, για επίκληση της ασφάλειας της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, για καταστολή της εσωτερικής αντιπολίτευσης και ακόμη και για παρέμβαση στις ενδιάμεσες εκλογές μέσω έκτακτων εξουσιών. Καταληκτικά, υπονοεί ότι το βαθύτερο πρόβλημα βρίσκεται πλέον στο ίδιο το αμερικανικό πολιτικό σύστημα.
Ο Τύπος της Ρωσίας και της Ουκρανίας
Οι Bogdan Stepovoy και Yulia Leonova δημοσίευσαν στις 9 Απριλίου στην Izvestia την ανάλυση με τίτλο «Πόλεμος ανασυγκρότησης: ΗΠΑ και Ιράν χρησιμοποιούν την εκεχειρία για ενίσχυση των δυνάμεών τους». Σύμφωνα με την ανάλυση, η δεκατετραήμερη εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, που συμφωνήθηκε στις 8 Απριλίου, θεωρείται από ειδικούς τακτική παύση και όχι πραγματική λύση. Καμία από τις βασικές αιτίες της σύγκρουσης δεν έχει επιλυθεί: το ιρανικό καθεστώς παραμένει στην εξουσία, τα πυρηνικά και πυραυλικά προγράμματα συνεχίζονται, ενώ οι ΗΠΑ και το Ισραήλ δεν έχουν επιτύχει κανέναν από τους στόχους τους. Οι ΗΠΑ αξιοποιούν το διάστημα αυτό για να στείλουν στην περιοχή τρίτη ομάδα αεροπλανοφόρου, με επικεφαλής το USS George H. W. Bush, καθώς και το αποβατικό USS Boxer με πεζοναύτες, φθάνοντας τα 200 ναυτικά αεροσκάφη. Παράλληλα, επαναπληρώνουν τα αποθέματα πυραύλων Patriot και THAAD. Το Ιράν, από την πλευρά του, επιχειρεί να ξεμπλοκάρει τις υπόγειες αποθήκες πυραύλων και drone που βομβαρδίστηκαν, να αναδιανείμει το οπλοστάσιό του και να ενισχύσει τις αντιαεροπορικές του δυνατότητες, αναζητώντας φορητά συστήματα από την Κίνα ή αφρικανικές χώρες. Η εκεχειρία παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη: βομβαρδισμοί σε διυλιστήριο στο νησί Λαβάν και ισραηλινές επιδρομές στον Λίβανο έχουν ήδη θέσει υπό αμφισβήτηση τη διάρκειά της. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι, μετά τις 14 ημέρες, οι εχθροπραξίες θα επαναληφθούν με ακόμη μεγαλύτερη ένταση.
Σε άρθρο γνώμης με τίτλο «Η κυβέρνηση Τραμπ προσπαθεί να αντιστρέψει τον Κίσινγκερ, και ακόμη και ο Κίσινγκερ πιθανότατα στριφογυρίζει στον τάφο του», που δημοσιεύθηκε στο Kyiv Independent στις 8 Απριλίου, ο Casey Michel ασκεί οξεία κριτική στη στρατηγική που εξετάζει η κυβέρνηση Τραμπ για αποκόλληση της Ρωσίας από την Κίνα μέσω παραχωρήσεων στη Μόσχα σε βάρος της Ουκρανίας. Η λεγόμενη θεωρία του «αντίστροφου Κίσινγκερ» αντλεί έμπνευση από τη διπλωματική κίνηση του Κίσινγκερ τη δεκαετία του 1970, όταν οι ΗΠΑ εκμεταλλεύτηκαν το ήδη υπάρχον σινοσοβιετικό χάσμα για να προσεγγίσουν το Πεκίνο. Ο Michel τονίζει ότι η σύγκριση είναι εσφαλμένη: ο Κίσινγκερ δεν δημιούργησε αυτό το χάσμα, απλώς το αξιοποίησε. Σήμερα, αντίθετα, η Μόσχα και το Πεκίνο είναι στενότεροι σύμμαχοι από ποτέ, με τη Ρωσία να έχει καταστεί ουσιαστικά εξαρτημένη από την Κίνα λόγω του πολέμου στην Ουκρανία. Ο Πούτιν δεν αναζητεί αμερικανική προστασία από το Πεκίνο, αλλά, αντιθέτως, αξιοποιεί την κινεζική υποστήριξη για να αντιμετωπίσει τη Δύση. Ο Michel καταλήγει ότι η μόνη βιώσιμη στρατηγική παραμένει η ενίσχυση της Ουκρανίας, ώστε να αυξηθεί το κόστος για τη Μόσχα και το Πεκίνο.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: LIVE: Αποτυχία στο Πακιστάν, δεν τα βρήκαν ΗΠΑ-Ιράν μετά από 21 ώρες διαπραγματεύσεων | AlphaNews