H εποικιστική δραστηριότητα του Iσραήλ συνεχίζεται «σε υψηλά επίπεδα», με περισσότερες από 6.000 νέες οικιστικές μονάδες να εγκρίνονται ή να προωθούνται στη Δυτική Όχθη και στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, ενώ παράλληλα εγκρίθηκαν μέτρα που «επεκτείνουν τον ισραηλινό αστικό έλεγχο» στη Δυτική Όχθη και ενισχύουν τον διοικητικό έλεγχο ακόμη και σε τμήματα των περιοχών Α και Β, ανέφερε ο Αναπληρωτής Ειδικός Συντονιστής του ΟΗΕ για τη Μέση Ανατολή, Ραμίζ Αλκμπάροφ, καταδικάζοντας την καταδικάζεται η συνεχιζόμενη επέκταση εποικισμών.
Ο Αλκμπάροφ παρουσίασε στο Συμβούλιο Ασφαλείας την 37η έκθεση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για την εφαρμογή της Απόφασης του ΣΑ ΟΗΕ 2334. Τόνισε ότι οι κατεδαφίσεις παλαιστινιακών κατασκευών επιταχύνθηκαν, με 429 δομές να κατεδαφίζονται ή να κατάσχονται, οδηγώντας σε εκτοπισμό 575 ανθρώπων, ανάμεσά τους πολλά παιδιά και γυναίκες.
Στο πεδίο της ασφάλειας, ανέφερε ότι η κατάπαυση πυρός στη Γάζα παραμένει «ιδιαίτερα εύθραυστη», καθώς συνεχίζονται αεροπορικά πλήγματα, βομβαρδισμοί και ανταλλαγές πυρών μεταξύ ισραηλινών δυνάμεων και παλαιστινιακών ένοπλων οργανώσεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, 292 Παλαιστίνιοι σκοτώθηκαν και 1.741 τραυματίστηκαν κατά την υπό αναφορά περίοδο, ενώ συνολικά από την έναρξη της εκεχειρίας οι νεκροί ανέρχονται σε 651. Παράλληλα, στη Δυτική Όχθη η βία παραμένει «ανησυχητικά υψηλή», με 32 Παλαιστινίους νεκρούς, 833 τραυματίες και κλιμάκωση επιθέσεων εποίκων, τις οποίες χαρακτήρισε ιδιαίτερα ανησυχητικές, καθώς συχνά σημειώνονται «παρουσία ισραηλινών δυνάμεων».
Ο αξιωματούχος του ΟΗΕ αναφέρθηκε, επίσης, στην «παράνομη εποικιστική πολιτική», στις εξώσεις παλαιστινιακών οικογενειών, στις εκτεταμένες μετακινήσεις πληθυσμού και στις σοβαρές οικονομικές πιέσεις κατά της Παλαιστινιακής Αρχής, σημειώνοντας ότι το Ισραήλ συνεχίζει να παρακρατεί πάνω από 8 δισ. σέκελ παλαιστινιακών εσόδων. Εξέφρασε, ακόμη, «βαθιά ανησυχία» για την ανθρωπιστική κατάσταση στη Γάζα, όπου 1,4 εκατομμύριο άνθρωποι παραμένουν εκτοπισμένοι, ενώ η πρόσβαση ανθρωπιστικής βοήθειας παραμένει περιορισμένη.
Στις παρατηρήσεις του Γενικού Γραμματέα, που μετέφερε ο κ. Αλακμπάροφ, καταδικάζεται η συνεχιζόμενη επέκταση εποικισμών ως πρακτική που «απειλεί τη βιωσιμότητα ενός πλήρως ανεξάρτητου και συνεχούς παλαιστινιακού κράτους», ενώ επαναλαμβάνεται ότι όλοι οι εποικισμοί «δεν έχουν νομική ισχύ» και συνιστούν «κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου». Παράλληλα, γίνεται έκκληση για τερματισμό των κατεδαφίσεων, προστασία του παλαιστινιακού πληθυσμού, πλήρη σεβασμό του «status quo» στους ιερούς τόπους και επανεκκίνηση αξιόπιστης πολιτικής πορείας προς λύση δύο κρατών, με ανεξάρτητο και κυρίαρχο παλαιστινιακό κράτος δίπλα στο Ισραήλ, στη βάση των προ του 1967 συνόρων.
Η Ελλάδα στην παρέμβασή της υπογράμμισε ότι η πλήρης εφαρμογή του συνολικού σχεδίου για τη Γάζα παραμένει κρίσιμη για τη σταθεροποίηση της κατάστασης στη Μέση Ανατολή, σημειώνοντας ότι «η πρώτη φάση του σχεδίου έχει ήδη αποδώσει σημαντικά αποτελέσματα».
«Eπέτρεψε την απελευθέρωση των Ισραηλινών ομήρων, την κατάπαυση του πυρός —η οποία πρέπει να εδραιωθεί και να διατηρηθεί— καθώς και την επαναφορά της ανθρωπιστικής βοήθειας στη Γάζα» ανέφερε η Μόνιμη Αντιπρόσωπος της Ελλάδας, Πρέσβυς Αγλαϊα Μπαλτά.
Στην παρέμβασή της, η κ. Μπαλτά τόνισε ότι απαιτείται πλέον συλλογική συνέχιση της εφαρμογής του σχεδίου, επισημαίνοντας ότι «η Χαμάς και οι ένοπλες ομάδες πρέπει επειγόντως και πλήρως να αφοπλιστούν», ενώ η ανθρωπιστική βοήθεια πρέπει να αυξηθεί σε μεγάλη κλίμακα και να συνοδευθεί από έργα πρώιμης αποκατάστασης σε όλη τη Λωρίδα της Γάζας.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην «προστιθέμενη αξία πρωτοβουλιών όπως ο Θαλάσσιος Ανθρωπιστικός Διάδρομος της Κύπρου», καθώς και στον «απαραίτητο ρόλο της UNRWA».
Η κ. Μπαλτά τόνισε ότι οι ρυθμίσεις διακυβέρνησης στη Γάζα πρέπει να είναι «νόμιμες, διαρκείς και να διασφαλίζουν πλήρη παλαιστινιακή ιδιοκτησία». Παράλληλα, υπογράμμισε ότι κάθε μεταβατικό πλαίσιο οφείλει να οδηγήσει στην ενίσχυση της Παλαιστινιακής Αρχής, η οποία, όπως ανέφερε, «είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος του παλαιστινιακού λαού».
Αναφερόμενη στη Δυτική Όχθη, η κ. Μπαλτά χαρακτήρισε την κατάσταση «αιτία σοβαρής ανησυχίας» και δήλωσε ότι η Ελλάδα αντιτίθεται σε κάθε σχέδιο ενίσχυσης του ελέγχου σε προσαρτημένες περιοχές, συμπεριλαμβανομένης «της κατασκευής νέων οικιστικών μονάδων, ιδιαίτερα στην περιοχή Ε1, των κατασχέσεων γης, των κατεδαφίσεων παλαιστινιακών κατοικιών και του εξαναγκαστικού εκτοπισμού αμάχων».
Σύμφωνα με την ελληνική θέση, τέτοιες ενέργειες «αντίκεινται στο διεθνές δίκαιο, παραβιάζουν την Απόφαση 2334 και υπονομεύουν τις προοπτικές μιας λύσης δύο κρατών μετά από διαπραγμάτευση».
Η Ελλάδα καταδίκασε, επίσης, «την αυξανόμενη και πρωτοφανή βία εποίκων» κατά του παλαιστινιακού πληθυσμού και επανέλαβε ότι μόνο μέσω διαλόγου και διπλωματίας μπορεί να επιτευχθεί «δίκαιη και διαρκής ειρήνη», στη βάση της λύσης δύο κρατών και των σχετικών Αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας.



