Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει, ασφαλώς, το συνταγματικό δικαίωμα να διορίζει τα πρόσωπα που ο ίδιος επιλέγει σε θέσεις-κλειδιά. Είτε πρόκειται για το Υπουργικό Συμβούλιο είτε για τα Διοικητικά Συμβούλια των ημικρατικών οργανισμών.
Το ίδιο όμως δικαίωμα έχει και η κοινωνία: να κρίνει αν αυτές οι επιλογές ανταποκρίνονται στις προσδοκίες που ο ίδιος καλλιέργησε προεκλογικά. Αν πρόκειται για επιλογές αξιοκρατίας ή αν τελικά είναι προϊόν κομματικών ισορροπιών και συνδιαλλαγών.
Και εδώ, δυστυχώς, καταγράφεται μια ξεκάθαρη ανακολουθία.
Η αρχή έγινε με το Υπουργικό Συμβούλιο. Προεκλογικά ο Πρόεδρος δεσμευόταν για μια κυβέρνηση που θα απέκλειε τα κομματικά στελέχη. Σήμερα, όμως, το Υπουργικό φέρει έντονο κομματικό αποτύπωμα.
Η ίδια εικόνα φαίνεται να επαναλαμβάνεται και στους διορισμούς των ημικρατικών οργανισμών. Για εβδομάδες ακούγαμε για τις απαιτήσεις του Νικόλα Παπαδόπουλου να ενισχυθεί η παρουσία του ΔΗΚΟ στους ημικρατικούς οργανισμούς. Και τελικά, μια ματιά στους διορισμούς αρκεί για να διαπιστώσει κανείς ότι οι θέσεις στελεχώνονται, σε μεγάλο βαθμό, από κομματικά στελέχη.
Κάπου εδώ, λοιπόν, προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα.
Ποιος είναι τελικά ο ρόλος του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου; Είναι πραγματικά ένας θεσμός που επηρεάζει τις αποφάσεις; Είναι απλώς συμβουλευτικός; Ή μήπως κατέληξε να είναι διακοσμητικός, ώστε να υπηρετήσει μια προεκλογική εξαγγελία που ακυρώθηκε στην πορεία;
Άλλωστε, ήδη ο Πρόεδρος του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου αποποιήθηκε κάθε ευθύνη για την υπόθεση σύγκρουσης συμφερόντων μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΤΗΚ. Αν όμως αποποιείται της ευθύνης τότε τι ακριβώς κάνει αυτό το σώμα;
Με ποια ακριβώς κριτήρια επιλέχθηκαν τα συγκεκριμένα πρόσωπα; Πώς μπορεί ο πολίτης να γνωρίζει ότι, ανάμεσα στις αιτήσεις που υποβλήθηκαν, επιλέχθηκαν πράγματι οι καταλληλότεροι; Και, κυρίως, ποιος μπορεί σήμερα να διασκεδάσει την εντύπωση που έχει δημιουργηθεί σε ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας ότι το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο λειτούργησε περισσότερο ως επικοινωνιακή φούσκα παρά ως ουσιαστικός μηχανισμός αξιολόγησης;
Γι’ αυτό και ο Πρόεδρος του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, ο οποίος είναι ταυτόχρονα και Σύμβουλος Δεοντολογίας, οφείλει να δώσει ξεκάθαρες απαντήσεις. Είναι μέρος σε έναν θεσμό με ουσιαστικό περιεχόμενο ή αποτελεί το άλλοθι σε μία βιτρίνα αξιοκρατίας; Το γνωμοδοτικό συμβούλιο μετά από αυτό είτε πρέπει να δώσει σαφείς απαντήσεις είτε να κλείσει.



